HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Άγγελος και τα Παυλόσυκα – Πράξη Δεύτερη!

Ο Άγγελος και τα Παυλόσυκα – Πράξη Δεύτερη!

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Ως φοιτητής της Θεολογίας ο Άγγελος Παπανελόπουλος, κατά κόσμον «Παταλέας», είχε αποκτήσει φίλους μη Λευκαδίους με τους οποίους είχε αλληλογραφία ακόμα και όταν διέκοψε τις σπουδές. Δύο εξ’ αυτών, ακολούθησαν «την οδό ήτις οδηγεί προς τα θεία» και ευρέθησαν σ’ ένα μοναστήρι παρα-έξω από την πόλη της Κέρκυρας. Στο κείμενο κάποιας επιστολής, προς τον Άγγελο, υπήρχε και η πρόσκλησις, υπό μορφήν επιθυμίας, όπως τους επισκεφθεί.

Μη έχοντας τι άλλο καλύτερο ο Άγγελος να κάνει απεδέχθη την πρόσκληση και η συνάντηση ωρίσθη στο λιμάνι. Ήτο μία ημέρα όπου, οι πάλαι ποτέ συμφοιτητές του, περιβεβλημένοι το ράσο (ή το σχήμα, δεν ξέρω τι ισχύει) θα κατέβαιναν στην «Χώρα» για προμήθειες, τις οποίες και θα μετέφεραν με ένα από κείνα τα κοντοστούπικα και κουτσομούρικα φορτηγά αυτοκίνητα, τα γνωστά ως «Καναδέζες».

Πράγματι, έγινε η συνάντηση και αφού επεβιβάσθησαν όλοι στην καρροτσαρία, έφθασαν επί τέλους στο μοναστήρι ύστερα από αφάνταστη ταλαιπωρία λόγω της κακής καταστάσεως του χωματόδρομου. Μετά τον καθιερωμένο καφέ, έγινε η ξενάγηση στους χώρους φιλοξενίας, στα κτίσματα (ενδιαιτήματα) των μοναχών και φυσικά στους λατρευτικούς χώρους της Μονής και πάντα αλληλο-χαιρετούμενος με τους λοιπούς του κοινοβίου.

Το βραδάκι, μετά τα καθιερωμένα μοναστηριακά καθήκοντα, ο Άγγελος παρευρέθη στο δείπνο. Αλλά τι δείπνο όμως; Ένα πιάτο φακή, πεντ-έξι ελίτσες και δυο φέτες ψωμί. Εσείς που τον γνωρίσατε, ξέρω τι σκέφτεσθε! Εν πάσει περιπτώσει, ως φιλοξενούμενος και συνεσταλμένος, προπαντός δε και ως ευγενής, δεν τόλμησε να ζητήσει και δεύτερο πιάτο! Όχι βέβαια ότι θα του έκανε τίποτα!

Στη συνέχεια ωδηγήθη σ’ ένα δωμάτιο του ξενώνα για την επικείμενη διανυκτέρευση. Ούτε η ταλαιπωρία του ταξειδιού, ούτε το άγρυπνον τόσων ωρών δε μπόρεσαν να τον καταβάλλουν, αφού υπερίσχυε το αίσθημα της ακορέστου ορέξεως. Στριφογύριζε πιο πολύ από την πείνα παρά του ότι… «ξενευότανε»(6) αν και η ώρα έδειχνε περασμένα μεσάνυχτα. Κόντευε πέντε τα χαράματα και όλες αυτές τις ώρες υπέμενε στωϊκά το μαρτύριο του Ταντάλου. Μη αντέχοντας άλλο, σηκώνεται, ντύνεται και φεύγει από το παράθυρο. Δρασκέλισε το «κουλούρι» (μανδρότοιχο) του μοναστηριού και χάθηκε στα δένδρα και βρίσκοντας τον δρόμο του γυρισμού, κατευθύνθηκε προς τη «Χώρα».

Η απόσταση με το φορτηγάκι τον ξεγέλασε και με τον ποδαρόδρομο, του φάνηκε ατελείωτη. Κόντευε οχτώ, το πρωΐ, όταν έφθασε στην πόλη και κατευθύνθηκε σε μια πλατεία. Τα μαγαζιά είχαν ήδη αρχίει να ανοίγουν και τα βήματά του τον ωδήγησαν σ’ ένα εστιατόριο. Ένα γκαρσόνι, σκούπιζε αναμερίζοντας τις καρέκλες και μόλις είδε τον Άγγελο να σωριάζεται σ’ ένα υπαίθριο κάθισμα του μαγαζιού, επήγε κοντά του. Ο Άγγελος είχε τεντώσει τα πόδια του μπροστά (τανύζοντας το κορμί του σε σχήμα τόξου) και το κεφάλι του το είχε ρίξει κι’ αυτό προς τα πίσω. Τον ρωτά:
– Τι θέγετε(7) κύριε;
Αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό ο Άγγελος απεκρίθη:
– Αααχ! Ρίχτε μ’! και όπως είχε γείρει το κεφάλι προς τα πίσω άφησε το στόμα ανοιχτό κατά τον ουρανό!

unnamed

Τέλος πάντων, όταν ο άνθρωπος κατάλαβε με τι είχε να κάνει, άρχισε να κουβαλά τα υπόλοιπα από τα χθεσινά φαγητά, ασχέτως εάν ήταν ετερόκλητα και ανομοιογενή. Βέβαια, αν και συσσωρευμένη αυτή η ποσότης δεν στάθηκε ικανή να κορέσει το περί πείνας αίσθημά του.

Έτσι σηκώθηκε, και αφού πήρε πληροφορίες για το πού μπορεί να βρει ένα φούρνο, ξεκίνησε περιπλανώμενος στα καντούνια. Σε μιαν άκρη βλέπει έναν γέρο ξωμάχο, καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, νάχει ανάμεσα στα γόνατα μια κόφα (μεγάλο ρηχό κανίσκι) γεμάτη φραγκόσυκα τα οποία οι Κερκυραίοι απεκάλουν, τότε, ως Παυλόσυκα. Ζυγώνει ο Άγγελος και τον ερωτά:
– Για πούλημα τάχεις;
– Ναι αφέντη μου. Άμα θέλεις σου καθαρίζω κάνα-δυό.

Υπήρχε ποτέ περίπτωση ο Άγγελος να αρνηθεί; Αφού τα «κατέβασε» εν ριπή οφθαλμού, του λέει:
– Καθάρ’σέ μ’ πέντ’-έξι!

Αφού και αυτά είχαν την ίδια τύχη με τα δυο προηγούμενα, ο Άγγελος του είπε να καθαρίσει άλλα δέκα. Ε, αφού τελείωσε κι’ αυτή η πράξη, ο άνθρωπος τον κοίταξε σαν να θεωρούσε τη δουλειά τελειωμένη. Φανταστείτε την έκπληξή του όταν ο… αγοραστής τον προέτρεψε:
– Συνέχιζε να καθαρίζεις και θα σ’ πώ ’γώ πότα θα σταματήσεις!

Είχαν ξεπεράσει τα 50 και ο ταλαίπωρος πωλητής καθάριζε σαν να μην πίστευε εκειό που ζούσε! Όταν όμως άκουσε και την τελευταία προτροπή του Αγγέλλου, το ποτήρι ξεχείλισε. Τι του είπε ο Άγγελος; μια πάρα πολύ συνηθισμένη φράση που λέμε εμείς εδώ:
– Δεν τα βαράμε αλ όκιο(8) για να μη ταλαιπωρώ και σένανε;

Δεν άντεξε άλλο ο άνθρωπος. Παράτησε την κόφα με όσα φραγκόσυκα είχανε απομείνει και έφυγε τρεχάτος. Μάϊδε λεφτά δεν θέλησε. Και με το δίκιο του! ασφαλώς θα σκέφθηκε μήπως πάθει ο Άγγελος από τα τόσα φραγκόσυκα και τονε τραβάνε μέσα για ανακρίσεις! Έχω τη γνώμη ότι ο άνθρωπος αυτός και στην άλλη ζωή που βρίσκεται, ακόμα θα τρέχει!!!

Πάντως παρά το θανάσιμο αμάρτημα της γαστριμαργίας, που ήτο καταδικασμένος να διαπράττει καθημερινώς, εν τούτοις ο Άγγελος ήτο φιλαλήθης προς τους φίλους (και ιδίως προς τον, εξ’ απορρήτων, έμπιστο Νίκο Πανοθώμο) και ο,τιδήποτε του συνέβαινε τα εκμυστηρεύετο. Άλλως τε τον ήξεραν τόσο καλά, που και να ήθελε να κρυφθεί δεν μπορούσε.

Κλείνοντας πρέπει να πούμε ότι η θεόθεν απεσταλείσα γαστριμαργία του Άγγελου, ήτο ανώδυνη μπροστά στην αναχορταγιά κάποιων «πεπολιτισμένων» του σήμερα. Η γαστριμαργία του Αγγέλου, μετεπήδησε μεταλλαγμένη στον πολιτικό τομέα, δημιουργώντας νέους αναχορτάγους, είτε ως καθήμενοι στο τραπέζι της εξουσίας είτε ως προσπαθούντες για την κατάληψη ενός καθίσματος πέριξ αυτής. Η αναχορταγιά τους είναι πολλαπλώς εξακριβωμένη, αφού δεν εννοούν να σηκωθούν από το πολιτικό τραπέζι περιμένοντας το επόμενο γεύμα.

Δυστυχώς σύμφωνα με τα δημοκρατικά ιδεώδη, εάν σηκωθούν από το τραπέζι, επίκειται το χάος. Πάντως για μας τους παλαιοτέρους και όσοι είχαμε την τύχη να γνωρίσωμε εκ του σύνεγγυς τον Άγγελο, είναι προτιμητέος στην συνείδησή μας εν συγκρίσει με τους αναχορτάγους του πολιτικού στίβου.

Πρώτ’ απ’ όλα πέραν του «κουσουριού» που κουβαλούσε από τα μικράτα του, ήτο ευγενής, συνεσταλμένος, μορφωμένος και προπαντός είχε παιδεία, άσχετα εάν το πάθος του φαγητού τον καθοδηγούσε σε ευτράπελες καταστάσεις. Δεύτερον με τα απρογραμμάτιστα καμώματά του, ανάβλυζε άφθονο γέλιο και τέλος, το σπουδαιότερο, δεν έκανε κακό σε κανέναν, παρά μόνον στον εαυτό του (έσκασε από το πολύ φαΐ στην προσπάθειά του να «καταφέρει» ένα λοφό). Ετούτοι όμως, οι σημερινοί αναχόρταγοι, συνεχίζουν να ταλανίζουν έναν ολόκληρο λαό κι’ αυτό από δικές των επιλογές, δικαιολογούμενοι το εκλογικώ δικαίω αποτέλεσμα.

Δεν υπήρχε πρόθεση να πολιτικολογήσω, αλλά είμαι βέβαιος εάν ο Γρηγόριος εκ Νανζιανζού ζούσε σήμερα, θα είχε αφήσει ήσυχη την γαστριμαργία (ως ένα εκ των επτά θανασίμων αμαρτημάτων) και αντ’ αυτής θα κατέτασσεν την πολιτική αναχορταγιά και στα ήδη καταγεγραμμένα επτά, θα προσέθετε και ένα όγδοο.

Το σκίτσο έγινε ειδικά για το άρθρο από την κ. Ιωάννα Φέτση

line1

(6) Ξενεύομαι = Νοιώθω άβολα μέσα σ’ έναν ξένο χώρο που δεν μου είναι οικείος.
(7) Τότε οι Κερκυραίοι το γράμμα «λ» προέφεραν ως «γ» και το «τ» ως «κ». ιδίως σε κάποιες περιπτώσεις και στα δικά μας χωριά τις πατάτες, για παράδειγμα, οι χωρικοί προέφεραν ως «πατάκες». Δεν ξέρω εάν σήμερα οι νέοι του εν λόγω νησιού, εξακολουθούν να προφέρουν το «λ» ως «γ». Πάντως αυτήν την παραφθορά διεπίστωσα κατά το 1967, όταν βρέθηκα στην Κέρκυρα, εργαζόμενος ως γκαρσόνι.
(8) Al occhio – αλ όκιο = Ιταλική έκφραση της επτανησιακής διαλέκτου που σημαίνει: στο μάτι, δηλαδή, ό,τι και υπολογίζεται με το μάτι ή με το βλέμμα. Έτσι πολλές φορές ο όρος «αλ όκιο» εσήμαινε την κατ’ εκτίμηση ποσότητα βάρους ή αριθμού ενός εμπορεύσιμου ή ανταλλαξίμου προϊόντος.

Προηγουμενο αρθρο
Έλα κι εσύ!
Επομενο αρθρο
Λευκάδα μάγισσα, Λευκάδα των ποιητών...

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *