HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Άγγελος Σικελιανός το 1909 στους Σφακιώτες

Ο Άγγελος Σικελιανός το 1909 στους Σφακιώτες

Ο Σικελιανός το 1909 στους Σφακιώτες. Η Εύα η «ζόρικα» και το πειραχτήρι ο Κοτσαλάκιας!

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Ο Άγγελος Σικελιανός, επέστρεψε στην αγαπημένη του Λευκάδα! Το μουσείο που δημιουργήθηκε στην Χώρα, στο σπίτι το οποίο έζησε τα παιδικά του χρόνια, είναι μια τεράστια απόδειξη ευγνωμοσύνης και τιμής «Του νησιού των ποιητών» σε ένα άξιο τέκνο του, που υπηρέτησε τα Ελληνικά Γράμματα και τον Ελληνικό Κόσμο της Δημιουργίας και του Πνεύματος, με έναν μοναδικό οίστρο, με έναν λυρισμό απαράμιλλο, που τον κατατάσσει, και «εν τω νυν και εν τω μέλλοντι αιώνι», στους κορυφαίους Ποιητές και Δημιουργούς, που έχουν διακονίσει την Αθηνά, την θεά της σοφίας, σ’ αυτόν τον τόπο.

Ό Άγγελος Σικελιανός επέστρεψε και πάλι στο Λευκαδίτικο Πρωτόχωμα, στη γη που τον άντρωσε βιολογικά και πνευματικά και δημιούργησε μέσα στο τρικυμισμένο ποιητικό το μυαλό τον οίστρο και τα ερεθίσματα της τεράστιας κατοπινής του δημιουργίας.

Ο Άγγελος Σικελιανός λάτρευε κάθε σπιθαμή του νησιού του. Έμπαινε στα παπούτσια των Λευκαδίων με τρόπο μοναδικό, ζούσε και ρουφούσε μαζί τους όλες της σταγόνες της Λευκαδίτικης ζωής, αγάπαγε και λάτρευε τον λαϊκό πολιτισμό του νησιού, μαγεύονταν απ’ τις ξιπασιές των χωριών του νησιού και χαίρονταν την συναναστροφή με του απλούς ξωμάχους του μόχθου, απ’ τους οποίους διδάσκονταν και εμπνέονταν, λάτρευε και θεωρούσε πρότυπά του και το κύτταρο, απ’ το οποίο γεννήθηκε η γιγαντιαία του Πνευματική Ενατένιση, αυτή ακριβώς την καθημερινή επαφή και τριβή με το ντόπιο Λευκαδίτικο στοιχείο.

Ο Άγγελος Σικελιανός γοητεύονταν απ’ τον απλό κόσμο του νησιού. Στα πλαίσια αυτής του της λατρείας, αποφάσισε το καλοκαίρι του 1909 να το περάσει στους Σφακιώτες, κοντά στα χώματα, όπου έζησε και έδρασε ο ΦΩΤΕΙΝΟΣ, ο ΠΟΛΕΜΑΡΧΟΣ του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο ΚΥΝΗΓΑΡΗΣ της σκλαβιάς και της Ξενοκρτατίας. Εκεί «Στου Πρεμεντινού», στον οικισμό των Λαζαράτων των Σφακιωτών, ό Άγγελος Σικελιανός έζησε ένα τρικυμιώδες καλοκαίρι, με τον γιό του τον Γλαύκο και την θεϊκή Εύα Πάλμερ να διδάσκεται το διασίδι και τον αργαλειό απ’ τις απλές γυναίκες του χωριού! Οι αμίμητοι Σφακισάνοι την Εύα την αποκαλούσαν «Η Εύα η Ζόρκα» εννοώντας ότι ήταν γυμνή, αφού σαν χειραφετειμένη Αμερικάνα και «Ελληνίδα» Αρχαιολάτρισσα φορούσε λευκούς χιτώνες και σανδάλια, σε αντίθεση με την ποδήρη και αυστηρή Λευκαδίτικη Χωριάτικη φορεσιά, με την τσίπα μπαρμπλωμένη, μάλιστα, δηλαδή δεμένη ώστε να μην φαίνεται ο γυναικείος λαιμός και το στήθος…

Η Εύα με τον Γλαύκο στη Λευκάδα (Μουσείο Μπενάκη)

Αυτή την θερινή παραμονή του Άγγελου Σικελιανού στους Σφακιώτες μας την διέσωσε ο αείμνηστος Φίλιππος Λάζαρης, ο γνωστός σε όλους τους Σφακισάνους σαν «Μπάρμπα Φ(ι)λίππος ο Γραμματέας» στο βιβλίο του με τίτλο «ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ…», με επιμέλεια έκδοσης του φιλολόγου Δημητρίου Τσερέ. Εκεί, δίπλα στην θειά Θεώνη, έμαθε να υφαίνει στον αργαλειό η γυναίκα του, η Εύα, τα υπέροχα υφαντά, που δημιουργούσε, για τους απέριττους δικούς της χιτώνες, με τις γνωστές σπάθες, χαρακτηριστικό των Σφακισάνικων υφαντών. Εδώ, στους Σφακιώτες, τα υπέροχα καλοκαιρινά βράδυα, ο λυρικός μας ποιητής, υποβαλλόμενος απ’ το καταπληκτικό τοπίο, σίγουρα θα συνέλαβε ιδέες, για τα κατοπινά του δημιουργήματα. Εδώ, στους Σφακιώτες, καβάλα στ’ άλογο του, ίδιος Αϊ Γιώργης, όπως τον θυμούνται οι ντόπιοι, περιδιάβαινε απ’ τον Καλαβρό στην Κρούπα και απ’ την Μέλισσα στον Μπρινιά και ποιος γνωρίζει πόσες και ποιες πνευματικές διεργασίες συνέβαιναν στο ανήσυχο και παλλόμενο από φιλοκαλία λογισμό του.

Ας δούμε ένα σχετικό απόσπασμα απ’ το βιβλίο «ΜΙΑ ΦΟΡΑ KΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ» του Φίλιππου Λάζαρη, για την παραμονή του Άγγελου Σικελιανού στους Σφακιώτες, το καλοκάιρι του 1909:

«… Κι ακόμα και οι μικρές στιγμές, ωσάν αυτές αίφνης που οδηγούσαν τα βήματά του, παιδί ακόμα, τη νύχτα στα καταρράχια προς τους Σφακιώτες και σαν τις άλλες που τον έφεραν στους Σφακιώτες με τη γυναίκα του την Εύα και το μικρό του γιο, το Γλαύκο, το 1909 για όλο το καλοκαίρι. Ο Σικελιανός, που είχε γνωρίσει καλά τη Λευκάδα και τη φύση της καθώς και τους ανθρώπους της και τις συνήθειές τους, ήταν αδύνατο να μη θελήσει τότε, νέος ακόμα, να γνωρίσει και ιδιαίτερα τους Σφακιώτες, που τόσο είχε γνωρίσει από σιμά και τόσο είχε τραγουδήσει στο Φωτεινό ο Βαλαωρίτης. Μαζί με την Εύα και το γιο του Γλαύκο, ο Σικελιανός εγκαταστάθηκε στο συνοικισμό Πρεμεντινού των Σφακιωτών, στο σπίτι του μπάρμπα Μήτσου Βαγενά ή Βέλιου κι έμεινε στο ανώγειο του σπιτιού. Ο μπάρμπα Μήτσος έμεινε με τη φαμίλια του στο κατώγι. Είχαν μαζί τους μια μαγείρισσα για την κουζίνα του σπιτιού, τη λάτρα και δυο άνδρες, τον ένα οικονόμο για τα ψώνια και τις βαρειές δουλειές και τον άλλον ιπποκόμο για το καράτικο άλογο του Άγγελου. «Μεραχούμηδες» κι οι δυο. Καβάλα σ’ αυτό το λεβέντικο καράτικο άτι ο Σικελιανός – ίδιος ο Αϊ Γιώργης, καθώς μολογάνε ακόμα οι παλιότεροι – κάλπαζε στις δημοσιές και έτρεχε στα μονοπάτια των Σφακιωτών, ανέβαινε στις γύρω ράχες και κατέβαινε στις λαγκαδιές και στα φαράγγια ως κάτου στον Άπατο Λόμπο, στου Μαγεμένου, στου Αρκά το Λαγκάδι, στη Βράχα, στην Ακόνη, στη Λαγκάδα, στην Κρούπα, ζητώντας όπου βρύση, τη βρύση τη μαγεμένη, της Θοδούλας.

Η Εύα με το αρχαϊκό της ντύσιμο (χιτώνας – πέδιλα), που της κολλήσανε γι’ αυτό, από την πρώτη κιόλας μέρα, το παρατσούκλι «ζόρκα», τραβούσε ιδιαίτερα την προσοχή των Σφακισάνων , καθώς ανάμεσα στ’ άλλα τ’ ανεξήγητα για τους απλούς ακόμα χωριανούς, έκαναν εντύπωση κι οι πολύωρες νυχτερινές περιπλανήσεις τους στα υψώματα γύρο, που διαρκούσαν ως το πρωί καμία φορά. Ιδιαίτερα συχνές ήταν οι επισκέψεις τους και την ημέρα ακόμα, πότε μαζί και πότε χωριστά, στην Επισκοπή. Εκεί με την εξαίσια θέα προς τη θάλασσα και την Σάλτενη πιο πέρα και τον Κόρφο, όπου κριαρώθηκαν μέσα σ’ αυτό το στένωμα για τη σκλαβιά του κόσμου δυο πολεμάρχοι φοβεροί, κι ακόμα ανάμεσα στα ερείπια της Επισκοπής, που θύμιζαν πολλή αρχοντιά και ιστορία για τον τόπο, ώρες ολόκληρες παραδομένοι στ’ όνειρο που απλώνοταν μπροστά τους, εμπνεόνταν όσα θα’ παιρναν αργότερα σάρκα και οστά σ’ άλλους τόπους, σ’ άλλες κορφές ψηλότερες.

Η Εύα Σικελιανού στους Δελφούς. Φωτογραφία Nelly’s

Η Εύα, όπως είπαμε, με το παράξενο ντύσιμό της και τους ακόμα πιο παράξενους για τους ντόπιους τρόπους της και συμπεριφορά της, καθώς τ’ αντίκριζε όλα κι όλους με κείνη την ανυπόκριτη περιέργεια για να μαθαίνει, και τη καλοσυνάτη της καταδεκτικότητα για να οικειώνεται, τραβούσε πιο πολύ όλων την προσοχή των παιδιών , που την περιεργάζονταν και με κάποια παιχνιδιάρικη διάθεση, η περιέργεια που γινόταν ενοχλητική καμιά φορά, όπως αίφνης στην περίπτωση του μικρού Ζωή Βαγενά ή Κοτσαλάκια που είχε κάμει χόμπι του, ακολουθώντας τις πατησιές της Εύας να μιμείται παίζοντας την περπατησιά της. Του είχε κάμει, φαίνεται, ξεχωριστή εντύπωση η περπατησιά της καθώς δεν έμοιαζε καθόλου με την ντόπια γυναικεία λυγιστή και κουνιστή περπατησιά. Κι ήταν για την Εύα κάπως ενοχλητικό το χόμπι του μικρού. Τόσο που ο Άγγελος, για να δώσει κάποια διέξοδο, μια μέρα που ο πατέρας του μικρού γύριζε προς το βράδυ απ’ τη δουλειά του στο χωριό, τον σταμάτησε και μπρος στην Εύα, δείχνοντας το Ζώη και φωνάζοντας, τον ρώτησε ανάμεσα σοβαρά τάχα αλλά μαζί κι αστεία αν συμφωνούσε να του ‘δινε 3.000 φράγκα για να ξεκάμει κείνον εκεί το «δαίμονα». Και φυσικά τα γέλια και τ’ αστεία που ακολούθησαν στάθηκαν το τέρμα στην υπόθεση. Οι σχέσεις άλλωστε του Άγγελου με τα παιδιά ήταν φιλικές πολύ. Και το’ ξεραν τα παιδιά, αφού και τα παιχνίδια τους παρακολουθούσε κι αστεία και παιχνίδια τους έκανε ο ίδιος. Σαν την καλύτερη όμως διασκέδαση μαζί τους εύρισκε να τους πετάει με δύναμη σκαρτότσα (δέσμες με κέρματα) στον τοίχο για να παρακολουθήσει τη φασαρία τους στο σκόρπισμα και να διασκεδάσει με την «αλαμανία» που κάνανε για να μαζέψουν.

Αλλά και στων μεγάλων τη ζωή έπαιρναν μέρος. Εκτός απ’ τις εργασίες στο σπίτι, στο χωράφι, στ’ αμπέλι κι όπου αλλού, που τις παρακολουθούσαν μ’ ενδιαφέρον για να ρωτούν και να μαθαίνουν, η Εύα παρακολουθούσε το «διάσιμο» (ύφανση) κι όλη τη διαδικασία του. Η ίδια έμπαινε στον αργαλειό και «διαζότανε» (ύφαινε) κι είχε μια ξεχωριστή αδυναμία στα λαϊκά μοτίβα. Σύχναζαν και στις άλλες εκδηλώσεις τους. Με τον μπάρμπα Μήτσο και τη γυναίκα του τη Θεώνη, που ήταν τότε απ’ τα πιο όμορφα ζευγάρια στο χωριό, πήγανε κείνο το καλοκαίρι στο πανηγύρι της Ανάληψης στο Φρυά και χόρεψαν στα «βιολιά».

Πήγαν επίσης καβάλα στ’ άλογο στη Φανερωμένη στο πανηγύρι και στου Αϊ – Λια στην Εγκλουβή. Με τον μπάρμπα Μήτσο επίσης και το μικρό Βαγγέλη, τον ανηψιό, πήγαν καβάλα και στον Δράγανο σε αρραβώνες στο σπίτι του Μελά, συγγενικό του Βέλιου και φιλικό του Άγγελου. Στου Πρεμεντινού ο Άγγελος με την Εύα σύχναζαν πιο πολύ κι έκαναν συντροφιά στο σπίτι του γιατρού Γερ. Κουνιάκη – Λούκα, όπου περνούσαν τις περισσότερες ελεύθερες ώρες τους κι όπου συνήθως τα βράδια, πριν απ’ τις εξορμήσεις τους, τις περισσότερες φορές δειπνούσαν κάτου απ’ τις κληματαριές ή πιο κάτου στην κατάφυτη τότε χωραφιά, απ’ όπου τις ήσυχες καλοκαιρινές νύχτες συχνά ταράζοταν η γαλήνη του χωριού απ’ τα κεφάτα και τρανταχτά γέλια του Άγγελου.

Αυτά τα λίγα έμειναν απ’ το πέρασμα του Άγγελου και της Εύας απ’ τους Σφακιώτες. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα ενθύμιο απ’ το διάβα τους. Μόνο ένας σταυρός καμωμένος με καρφιά απ’ τον ίδιο στην πάνω πόρτα του σπιτιού του μπάρμπα Μήτσου (αν αυτό, που λέει ο γιος του Ανδρέας, είναι πραγματικό, γιατί ήταν πολύ μικρός τότε). Από τ’ άλλα, σαν πιο εντυπωσιακά και αλησμόνητα, έμειναν το περήφανο τρέξιμο του Άγγελου καβάλα στο αξετίμωτο άλογό του, τα παιγνίδια του με τους πιτσιρικάδες του χωριού και οι νυχτερινές περιπλανήσεις και των δύο τους γύρω στις κορφές. Περιπλανήσεις στους Σφακιώτες που τις έκανε και μικρότερος, μαθητής του Γυμνασίου, όπως λένε, ο Άγγελος ανεβαίνοντας απ’ τη Σπηλιά στον Κάβαλο με κάποιον συμμαθητή του, που δεν είναι σίγουρα σήμερα ποιος ήταν μα που ο πρόωρος θάνατος του πολύ τον αναστάτωσε ψυχικά, όπως το δείχνει στο ποίημα του «Ο θάνατος του καλύτερου» στον Αλαφροΐσκιωτο.

Πολλοί, λοιπόν, λόγοι συναισθηματικοί και ουσιαστικοί είχανε κάμει τον Σικελιανό να γνωρίσει από πιο κοντά τους Σφακιώτες, όπως πιο πριν και γι’ άλλους λόγους και το Βαλαωρίτη. Κι έτσι «όταν πρωτοφανερώθηκε στην πνευματική ζωή μας, κρατώντας στο χέρι του ένα κατάδροσο τριαντάφυλλο, που ήτανε το πρώτο του έργο, ένα βουνίσιο αέρι έπνεε στο πρώτο του εκείνο έργο, ένα άρωμα ανάδινε ο Αλαφροΐσκιωτος, που τόσο δροσάτο ίσαμε τότε δεν είχε αναδώσει η ελληνική ποίηση»(Κ. Παράσχος: «Ο Άγγελος Σικελιανός και η γενιά του», Καθημερινή, 8.8.1963). Αναμφισβήτητα, λοιπόν, θα πρέπει να παραδεχτεί κανείς, πως όταν στην έρημο έγραφε τον Αλαφροΐσκιωτο ο Σικελιανός, μονάχα τη Λευκάδα έκλεινε στην ψυχή του, και πως αυτό το βουνίσιο αέρι που έπνεε στο πρώτο του εκείνο έργο ήταν πιο πολύ απ’ τις κορφές, όπου η βαθιά του νοσταλγία τον ξανάφερε και πάλι μαζί με τη γυναίκα του τώρα και το γιο του…»


Μια άλλη σημαντική μαρτυρία, για την παρουσία του Άγγελου Σικελιανού στους Σφακιώτες, δίνει η Ναταλία Κουνιάκη, αγρότισσα και ράφτρα, αλλά πνεύμα ανήσυχο με ένα σημαντικό ποιητικό έργο, το οποίο την κατατάσσει στους λαϊκούς ποιητές της Λευκάδος. Το σημαντικό ποιητικό έργο της Ναταλίας Κουνιάκη περιλαμβάνεται και αυτό στο έργο του φιλολόγου Σπύρου Βρεττού, με τίτλο:«Οι λαϊκοί ποιητές της Λευκάδας (1900 – 1985) ως κοινωνικό φαινόμενο». Στην σελίδα 273, του εν λόγω έργου, η Ναταλία Κουνιάκη, θυμάται, για την παρουσία του Σικελιανού, το καλοκαίρι του 1909, στον Πρεμεντινό των Σφακιωτών:

«… Θυμάμαι, φιλοξενήσαμε τον Σικελιανό με την Εύα, την «ζόρκα», όπως την λέγανε τότες. Φορούσε σαντάλια και χλαμύδα, είχε ξανθά μαλιά μέχρι τα στραγάλια. Ήταν λεπτή, κόκκινη και όμορφη. Παραθέριζαν στου Πρεμεντινού, στο σπίτι της θείας μου της Θεώνης, του Μήτσου Βαγενά. Και στον πόντζο τον δικό μας μάθαινε τον αργαλειό με δασκάλα την θεία μου Θεώνη και την ξαδέρφη μου Μαργαρίτα, αδερφή του Δημοσθένη Κουνιάκη, του καθηγητή. Μετά μαζεύαμε καρυδόφυλλα, απ’ τη μεγάλη μας καρυδιά, φκιάναμε τράπουλα με φύλλα και παίζαμε. Η Εύα γελούσε και ο Άγγελος έκανε τον σκρουμπατάρη, όταν παίζαμε κότσι…»

Προηγουμενο αρθρο
Όμορφοι άνθρωποι
Επομενο αρθρο
Προσλήψεις 8 Καθηγητών Φυσικής Αγωγής στο Δήμο Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *