HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ απόηχος της «στάσης των χωρικών» το 1819 στη λευκαδική γραμματεία

Ο απόηχος της «στάσης των χωρικών» το 1819 στη λευκαδική γραμματεία

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Δεν θα αναφερθώ στα γεγονότα της στάσης- τα κάλυψαν οι συνάδελφοι ομιλητές. Κατ’ ευθείαν στο θέμα μας.

Παρά το ότι ένα γεγονός σαν τη «στάση του 1819» έπρεπε να έχει μεγάλη απήχηση στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή, έντεχνη και λαϊκή, οι εντοπισμένες ως τώρα απηχήσεις είναι πολύ λίγες: Ο Φωτεινός του Βαλαωρίτη, η ριμάδα του Ιωάννη Κολόκα και δύο δημοτικά στιχουργήματα. Άρα: Ή η απήχηση ήταν μικρότερη από όσο εικάζουμε ή μας έχουν ξεφύγει κείμενα.

Α. Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

Η δράση του Φωτεινού εκτυλίσσεται στο έτος 1357 μ.χ. και έχει ως θεματικό κέντρο την «επανάσταση της βουκέντρας», την οποία εξιστορεί ο Κάρολος Χοπφ στη μελέτη του για τον Γρατιανό Τζώρτζη: το έτος 1357 ο Γρατιανός, στον οποίο ο Βενετοί είχαν παραχωρήσει τη Λευκάδα ως φέουδο, έρχεται αντιμέτωπος με τον Νικηφόρο Ορσίνι, Δεσπότη Θεσσαλίας, Ακαρνανίας και Αιτωλίας. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους οι υπήκοοι του Γρατιανού, υποκινημένοι από τον Νικηφόρο και τον Λεονάρδο Α΄ Τόκκο, επαναστατούν εναντίον του, οχυρώνονται «εν τη Ακροπόλει Επισκοπία» και τον αποκλείουν στο κάστρο της Αγίας Μαύρας. Ο Γρατιανός συλλαμβάνεται αλλά μετά από λίγο απελευθερώνεται, στη συνέχεια φεύγει στη Βενετία, επιστρέφει για λίγο, η επί της Λευκάδας δεσποτεία του τερματίζεται ο ίδιος δε αποβιώνει το 1362. Η αντιβολή του Φωτεινού και της μαρτυρίας του Χοπφ πιστοποιεί αμέσως ότι ο Βαλαωρίτης διαπραγματεύτηκε το θέμα με πρωτοφανή δημιουργική ελευθερία.

Τη σχέση ανάμεσα στον Φωτεινό και τη στάση του 1819 την εντόπισε και την ανάλυσε εύστοχα ο Γιώργος Σαββίδης στην εισαγωγή του στην έκδοση του Φωτεινού. Ο Σαββίδης στηρίζει τη γνώμη του στα εξής:


Κατ’ αρχάς είναι η τοποθέτηση της δράσης του Φωτεινού στους Σφακιώτες (στον χώρο από τον οποίο ξεκίνησε η στάση των χωρικών το 1819), παρότι ούτε ο Χοπφ ούτε κανένας άλλος αναφέρει ρητώς ότι εκεί άρχισε η «επανάσταση της βουκέντρας» του 1357. Η μόνη πληροφορία, που μας δίνει ο Χοπφ, είναι ότι οι επαναστάτες «οχυρώθηκαν εν τη Ακροπόλει Επισκοπία» – έτσι τη μεταφράζει ο Ρωμανός κρατώντας τον λατινικό όρο των σχετικών εγγράφων. Διαβάζοντάς τον Ρωμανό ο Βαλαωρίτης αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι πρόκειται για την Επισκοπή, που βρίσκεται στην περιφέρεια του χωριού Σπανοχώρι, ενός από τα χωριά του οικιστικού συμπλέγματος των Σφακιωτών. Και η πληροφορία αυτή, όπως επισημαίνει ο Ασδραχάς, έδωσε στον ποιητή την ιστορική δυνατότητα να τοποθετήσει τη δράση του Φωτεινού στους Σφακιώτες.

Αλλά, προφανώς, δεν είναι η λειψή πληροφορία του Χοπφ η βασική αιτία, που οδήγησε τον ποιητή να τοποθετήσει τη δράση του Φωτεινού στους Σφακιώτες. Υπάρχει σπουδαιότερος λόγος: στη μνήμη του ποιητή, όπως και στη συλλογική μνήμη της λευκαδικής κοινωνίας, διατηρούνταν ζωντανός ο απόηχος της ηρωικής και αιματηρής στάσης των χωρικών το 1819, η οποία ξεκίνησε από τους Σφακιώτες. «Πρόκειται για ένα επεισόδιο της φράγκικης ιστορίας, που χρησιμοποιείται για να γίνει αναφορά σε πράγματα σύγχρονα» γράφει ο Ασδραχάς, την «ηρωική παράδοση των Σφακισάνων» επισημαίνει ο Σαββίδης. Δηλαδή: Στους Σφακιώτες η ποιητική συνείδηση του Βαλαωρίτη βλέπει να λάμπει ακόμα το φωτοστέφανο της ηρωικής αντίστασης κατά της «Ξενοκρατίας», βλέπει δηλαδή το στοιχείο εκείνο που είναι εγγεγραμένο στον πυρήνα της ποιητικής του θεωρίας. Από εδώ ως το σημείο να τοποθετήσει στον χώρο αυτό τη δράση του Φωτεινού, η απόσταση είναι ελάχιστη.

Να προστεθεί ότι η στάση των χωρικών έλαβε χώρα πέντε μόλις χρόνια πριν τη γέννηση του ποιητή. Είναι βέβαιο ότι ο ποιητής άκουσε να συζητείται το γεγονός μέσα στην οικογένειά του και ότι οι συζητήσεις αυτές εντυπώθηκαν στη μνήμη του και εξήψαν τη ρομαντική του φαντασία. Συναφές επίσης το ότι ο θείος του ποιητή Ευστάθιος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους ως ένας από τους ηθικούς αυτουργούς της στάσης.
Επί, πλέον είμαστε βέβαιοι ότι ο Βαλαωρίτης ήταν καλά πληροφορημένος για τη στάση των χωρικών από τις πρόσφατες σχετικές μελέτες του Παναγιώτη Χιώτη και του Ιωάννη Σταματέλου, με τους οποίους συνδεόταν στενά.

Το ότι η στάση του 1819 στριφογύριζε στο μυαλό του ποιητή κατά τον χρόνο της συγγραφής του Φωτεινού το δείχνει και η μελέτη του για τον Κάρολο Νάπιερ, γραμμένη λίγο πριν αρχίσει να γράφει τον Φωτεινό (δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 1878), πράγμα το οποίο επίσης επεσήμανε ο Σαββίδης. Σ’ αυτή ο Βαλαωρίτης αναφέρεται ρητά στη στάση των χωρικών:

Απέμενεν η Λευκάς τελευταίον καταφύγιον των αδιαλλάκτων εχθρών του [=του Αλή πασά], αλλ’ η Λευκάς υπό την στρέβλην του Μαιτλάνδου δεν ήτο πλέον η Λευκάς του Καποδιστρίου. Καταβληθείσης της εξεγέρσεως των χωρικών της (1819), εστέναζεν υπό την μάστιγα των προστατών της Επτανήσου και έντρομος εθεώρει τα λείψανα των απαγχονιζομένων τέκνων της σειόμενα υπό των ανέμων εντός των σιδηρών κλωβίων των.

Και τελευταίο το ότι ένας εκ των πρωταιτίων της στάσης των χωρικών ονομαζόταν Νικόλαος Φωτεινός. Αυτό το θεωρώ ισχυρότατο, αν και δυσκολοαπόδεικτο, επιχείρημα, που συνηγορεί υπέρ της σχέσης του Φωτεινού και της στάσης των χωρικών, διότι συνδέεται με τη γνωστή άποψη του ποιητή για τη «μαγεία των ονομάτων», η οποία τον γοήτευε – κατά τη δική του μαρτυρία. Με απλά λόγια: Ο Βαλαωρίτης τιτλοφορεί το ποίημα του Φωτεινός, διότι γράφοντάς το έχει προ οφθαλμών τη στάση των χωρικών και επιλέγει το Φωτεινός, διότι, όπως είναι γνωστό, στον Βαλαωρίτη ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία τα ονόματα, που έχουν ετυμολογική σχέση με το φως: Φωτεινός, Λαμπέτης, Αστραπόγιαννος.

Δεν είναι επί του προκειμένου να αναλύσω ότι η κατά τον ανωτέρω τρόπο συσχέτιση της επανάστασης της βουκέντρας του 1357 με τη στάση του 1819 ανταποκρίνεται στη γνωστή αντίληψη του ποιητή ότι στη νεότερη ελληνική ιστορία όλες οι εποχές συγχωνεύονται και, επομένως, από την άποψη της ποίησης δεν έχει καμία σημασία σε ποιον αιώνα και σε ποιο έτος ανάγεται το θέμα της. Αυτό, με απλά λόγια, σημαίνει ότι δεν τοποθετεί τον Φωτεινό του στο 1819, γιατί θέλει να δώσει στο ποίημά του το επιθυμητό ιστορικό βάθος, κάτι που αποτελεί βασικό στοιχείο της ποιητικής του. Το θέμα του παραμένει πάντα ο διαρκής ανταγωνισμός του Ελληνισμού κατά του «Ξένου» – μόνο που στον Φωτεινό «Ξένος» δεν είναι ο Τούρκος αλλά ο Φράγκος.

Β. Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΣΤΗ ΡΙΜΑΔΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΟΛΟΚΑ

Η ριμάδα του Ι. Κολόκα είναι το πιο σημαντικό από ιστορικής πλευράς δημοσίευμα για τη στάση του 1819, που είδε το φως της δημοσιότητας από την εποχή του Π. Χιώτη, αλλά λογοτεχνικά δεν έχει ιδιαίτερες αξιώσεις: Ο Κολόκας είναι ένας τυπικός στιχοπλόκος μιας αγροτικής κοινωνίας.

Πάντως και ως ιστορική πηγή η ριμάδα δεν ευτύχησε ιδιαίτερα. Ο Π. Ροντογιάννης, παρόλο που τη θεωρεί «από πολλές απόψεις αξιόλογη», κατά την εξιστόρηση της στάσης δεν παραπέμπει ούτε μια φορά σ’ αυτή. Ο Π. Χιώτης παραθέτει αρκετές πληροφορίες, που υπάρχουν στον Κολόκα. Ο Κ. Μαχαιράς, τέλος, ακολουθώντας πιστά τον Χιώτη δέχεται πληροφορίες από τον Κολόκα, εμμέσως.

Οι αποκλίσεις της αφήγησης του Κολόκα από την αφήγηση των ιστορικών της στάσης ως προς τα realia, δεν είναι τέτοιες που να αλλάζουν τον θεαματικό ιστό των γεγονότων. Η σημασία τους έγκειται στο ότι αποκαλύπτουν την επιδίωξη του ριμαδόρου να καταδικάσει τη στάση και να επαινέσει την αγγλική πολιτική.
Μερικά παραδείγματα της μεροληψίας του Κολόκα:

Οι χωρικοί, όταν εισβάλλουν στην πόλη, βάζουν φωτιά παντού αλλά ο πανάγαθος Θεός θαυματουργικά αποτρέπει την επέκτασή της: στο μανιχαϊστικό σύμπαν του Κολόκα οι στασιαστές καταλαμβάνουν τον αρνητικό πόλο, ενώ ο Θεός ορίζεται ως αυτονόητος αρωγός του άλλου πόλου (στ. 106-116).

Στους στ. 169-170 ο Στόβενς αποτρέπει το πλιάτσικο των στρατιωτών του στους Σφακιώτες. Αντίθετα, κατά τον Ροντογιάννη, ο Στόβενς διέταξε το «πλιάτσικο» ως αντίποινα. Το ίδιο, κάπως πιο κομψά, γράφει και ο Μαχαιράς ακολουθώντας τον Χιώτη. Η διαφοροποίηση του Κολόκα πηγάζει από την επιδίωξη του να αναδείξει τη μεγαλοψυχία του νικητή, ο οποίος την ώρα του θριάμβου του δεν παρασύρεται από το πνεύμα της εκδίκησης, όπως κατά κανόνα γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση.

Στους στ. 177-178 ο Στόβενς παρομοιάζεται με «καλόν πνεμματικό», που ζητάει να βρει την αλήθεια και να αποδώσει δικαιοσύνη τιμωρώντας τους λίγους ένοχους και συγχωρώντας τους πολλούς που παρασύρθηκαν. Εδώ ο ριμαδόρος χρησιμοποιεί έναν πανίσχυρο συμβολισμό: ο «πνεμματικός» είναι το πιο φερέγγυο πρόσωπο στους κόλπους μιας θρησκευόμενης αγροτικής κοινωνίας των αρχών του 19ου αιώνα, που διαθέτει μεγάλη πνευματική εξουσία στα μέλη του χριστεπώνυμου πληρώματος.

Στον στ. 199 επιχαίρει αντιχριστιανικά, χριστιανός ο ίδιος, για τον κατά τη γνώμη του δίκαιο, απαγχονισμό των δύο ιερέων: καλά να πάθουν το λοιπόν…

Πίσω από αυτή την οπτική του ριμαδόρου δεν είναι δύσκολο να ανιχνεύσουμε τους κοινωνικούς μηχανισμούς, που τη στηρίζουν. Αν δεν τους ανιχνεύσουμε και θεωρήσουμε αυτή τη στάση ως ατομικό χαρακτηριστικό του Κολόκα, θα πέσουμε σε αναχρονισμό. Στον αρχόμενο 19ο αιώνα οι απόψεις του Κολόκα, είναι πλατιά διαδεδομένες και βαθιά ριζωμένες στη λαϊκή ψυχή. Ο Διαφωτισμός έχει διεισδύσει μόνο σε φωτισμένους θύλακες των αστικών στρωμάτων και η έννοια της εθνικής συνείδησης είναι ακόμα αρκετά θολή για μεγάλα κοινωνικά στρώματα.

Από την άλλη μεριά όμως ο Διαφωτισμός διάγει ήδη μια πεντηκονταετία ακμής, το 1797 οι Γάλλοι Δημοκρατικοί έγιναν δεκτοί στη Λευκάδα και στα υπόλοιπα Επτάνησα ως ελευθερωτές, το 1798 έχει μαρτυρήσει ο Ρήγας, ο οποίος αναμενόταν στα Επτάνησα, για να ετοιμάσει την εξέγερση του Γένους, το 1800 έχει ιδρυθεί, έστω και υπό περιορισμένη αυτονομία, η Επτάνησος Πολιτεία, το πρώτο νεοελληνικό κράτος, το 1806 έχει κυκλοφορήσει η ριζοσπαστική Ελληνική Νομαρχία, από το 1814 δραστηριοποιείται η Φιλική Εταιρεία, είμαστε μόλις δυο χρόνια πριν από τον πανεθνικό ξεσηκωμό του 1821. Ήτοι, την ελληνική κοινωνία της εποχής τη διατρέχουν ιδεολογικά ρεύματα σαφώς διακριτά μεταξύ τους, τα οποία την δεδομένη χρονική στιγμή συγκρούονται σκληρά μεταξύ τους. Μέσα σ’ αυτό το σταυροδρόμι ο Κολόκας έχει επιλέξει τον δικό του δρόμο.

Εν κατακλείδι: η σημασία της ριμάδας του Κολόκα, ασήμαντης λογοτεχνικά και μικρής σημασίας ως προς τα realia της στάσης, έγκειται στο ότι η οπτική της βρίσκεται από την πλευρά των επικριτών της στάσης και στο ότι εδράζεται σε βαθύτερες συλλογικές νοοτροπίες, οι οποίες είναι γενικότερες και όχι μόνο λευκαδιακές.

Παρά το ότι όμως ο ριμαδόρος τοποθετείται στην πλευρά των επικριτών της στάσης, εν τούτοις μπροστά στην πολεμική ανδρεία των χωρικών δεν φείδεται επαίνων αλλά την καταφάσκει ανεπιφύλακτα. Στους στ. 62-64 «σαν άξα παλληκάρια» απαντούν οι χωρικοί στην επίθεση του Στόβενς, στους στ.151-156 εξυμνείται η παλικαριά του μικρού Καρσανόπουλου, στο στ. 211 οι Κατουνιώτες και οι Καρυωτάδες «ετρέξανε στη χώρα ‘σα λειοντάρια// κανόνια δεν ‘φοβήθηκαν γιατ’ ήταν παλλικάρια» κ.λπ. Ακόμα και στο στόμα του Στόβενς, ο οποίος ως «ξένος» αντικειμενικά δεν μπορεί να εμφορείται από την αγάπη προς την ελληνική εκδοχή της παλικαριάς, βάζει λέξεις δηλωτικές της αντίληψης αυτής. Όπως δεν φείδεται και μειωτικών περιγραφών- σχολίων για τη δειλία των αρχόντων (στ. 26-36), και τον πανικό τους μετά την εισβολή των χωρικών στην πόλη (στ.104-106).

Η «αντίφαση» ερμηνεύεται: στην ελληνική αγροτική κοινωνία της εποχής η ανδρεία τιμάται καθ’ εαυτήν ανεξαρτήτως ηθικών παραμέτρων. Αυτή η λατρεία της παληκαριάς, η οποία υπερβαίνει το ηθικό δίπολο «καλό-κακό» και μπορεί να συνυπάρξει με τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις των υποκειμένων όλου του πολιτικού φάσματος, ανιχνεύεται σε πολλές εκφάνσεις της διαχρονικής πολιτιστικής δημιουργίας των Ελλήνων, λαϊκής και λόγιας. Για τον ψόγο της δειλίας των αρχόντων ισχύει το ίδιο επιχείρημα αλλά με αρνητικό πρόσημο: αν η ανδρεία τιμάται καθ’ εαυτήν, η δειλία απορρίπτεται καθ’ εαυτήν.

Γ. Ο ΑΠΟΗΧΟΣ ΣΤΗ ΛΑΪΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Μας διασώθηκαν δύο στιχουργήματα της λαϊκής μούσας για τη στάση του 1819. Το πρώτο είναι το δημώδες ολιγόστιχο «Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη του Διοχάρη…», που το δημοσίευσε το 1874 ο σχολάρχης Ιωάννης Σταματέλος στο Περιοδικόν του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως.

Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη του Διοχάρη
το ̉να ήταν ο Χαλκιάς και τ’ άλλο ο Πανάδας
το τρίτο το καλλίτερο ο Νικολός Βελέντσας.
Παραπονούνταν και ̉λεγαν -βάστα χωριό και χώρα.-
-Τι να βαστάξω, βρες παιδιά κη άχαρα παλληκάρια;
δεν είν’ ενάς, δεν είναι δυό, είναι μεγάλ’ ασκέρι.
Τρεις ̉μέρες κάνουν πόλεμο, δεν έχουν άλλα βόλια·
Διακόσιους εσκοτώσανε και ̉κάψανε και ̉σπίτια

Πρόκειται για ένα ολιγόστιχο τραγούδι, που πατάει στα χνάρια του κλέφτικου τραγουδιού: Πρώτον, ο στίχος είναι ο κλασικός στίχος των κλέφτικων, ο ανομοιοκατάληκτος ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Δεύτερον, όπως τα περισσότερα κλέφτικα, το τραγούδι είναι σύντομο, δεν αφηγείται μια «ιστορία» αλλά εστιάζει πάνω σε ένα ενσταντανέ ενός «ευρύτερου» γεγονότος. Αυτή η συντομία είναι ευθεία συνέπεια του ότι τα τραγούδια αυτά προορίζονται για τραγούδι και χορό και όχι για απαγγελία: το τραγούδι (αντίθετα με την απαγγελία, που μας οδηγεί προς τη μακροσκελή επική εξιστόρηση) απαιτεί εστίαση σε ένα καίριο σημείο του θέματος και συντομία. Γιατί σκοπός του είναι η έκφραση μιας συναισθηματικής στάσης και όχι η ακριβής και λεπτομερής εξιστόρηση των λεπτομερειών του. Και τρίτον, η «εξιστόρηση» γίνεται με το πασίγνωστο στη δημοτική ποίηση- μοτίβο της προσωποποίησης των τριών πουλιών, εκ των οποίων το τρίτο είναι πάντα «το καλύτερο» και αυτό που αναλαμβάνει τον πρωτεύοντα ρόλο στο τραγούδι- επί του προκειμένου τον ρόλο του αφηγητή του ιστορούμενου γεγονότος.

Από τη στιγμή λοιπόν που σκοπός του υπό εξέταση τραγουδιού, είναι να «τραγουδήσει» και όχι να «πληροφορήσει», οι πληροφορίες, που περικλείει, είναι πολύ λίγες: Η «ράχη του Διοχάρη», τα ονόματα τριών εκ των πρωταγωνιστών της στάσης, η (ήδη αναλυτικά γνωστή από τις πηγές) ανισορροπία των αντίπαλων δυνάμεων, το κάψιμο των Σφακιωτών από τους στρατιώτες του Στόβενς και οι μεγάλες απώλειες των χωρικών.

Το δεύτερο το δημοσίευσε ο Ροντογιάννης στον 2ο τόμο της Ιστορίας του και αρχίζει: Ο Θωμάς με τον Πανάδα/εσυνάξαν τη Λευκάδα κ.λπ.

Αντίθετα με το προηγούμενο, αυτό δεν είναι «λυρικό τραγούδι». Ρέπει προς την αφήγηση. Η συντομία των στίχων και η ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία τους προσδίδουν στην αφήγηση έναν γρήγορο ρυθμό. Οι πληροφορίες, που μας μεταφέρει, είναι τα ονόματα δύο αρχηγών (Ο Θωμάς με τον Πανάδα), τα αιτήματα των χωρικών και η οργή κατά των εγχώριων αρχόντων (Ή τα ντάτσα θα κοπούνε ή γοι αρχόντοι θα σφαούνε), η κάθοδος στην πόλη και ο εμπρησμός (Δεν επερασε μιαν ώρα/βάλανε φωτιά στη χώρα), ο ερχομός στρατιωτικών δυνάμεων από την Κέρκυρα (Δεν επέρασε μομέντο/κι ήρθε μπαστιμέντο/Φέρανε και δυο φρεγάδες/φορτωμένες παλικάρες/Φέρανε και δυο περόνια/Να βουλώσουν τα κανόνια), η έλλεψη πολεμοφοδίων (Βάνουν τ’ αγραπίδια βόλια/Και τα φύλλα πατσαβούρες).

Ο Ροντογιάννης έχει διασώσει και τα επόμενα δύο σπαράγματα, τα οποία δεν προσθέτουν κάτι στις γνώσεις μας για τη στάση.

Το πρώτο: Ήρθαν κι οι Αλεξανδρίτες/σαν τα γίδια από τις τρύπες/Ήρανε κι οι Γκλουβισάνοι/σαν τα γίδια από τη στάνη.
Το δεύτερο: Ένα παιδί απ’ την Καρυά/Το λέγανε γεωργάκη/Τρεις ώρες επολέμαγε/Άξιο παλληκάρι.

Δ. ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΦΙΛΙΠΠΑ-ΧΑΡΙΤΩΝΙΔΟΥ

Στο διήγημά της ΑΦ-Χ «Ο Γιεπ», δημοσιευμένο το 1929, ανιχνεύουμε στοιχεία από τον θεματικό πυρήνα της στάσης του 1819: Πρώτον, ο βασικός ήρωας του διηγήματός της, η πιο ηρωϊκή περσόνα των ηθογραφιών της, ο Σπύρος, ο ειρωνικώς αποκαλούμενος «Γιεπ, είναι χωρικός, όπως χωρικοί είναι και οι στασιαστές του 1819. Δεύτερον, ο ήρωάς της κατάγεται από τους Σφακιώτες, απ’ όπου ξεκίνησε η στάση του 1819. Και τρίτον, ο Σπύρος πρωταγωνιστεί στον αγώνα κατά των Άγγλων για την Ένωση, είναι «…ο ηρωϊκός, ο θρυλικός λεβέντης, “ο Σπύρος ο Σφακισάνος”, ο πρόμαχος της ελευθερίας του νησιού». Και δεν έχει καμία σημασία για το θέμα μας το ότι η δράση του τοποθετείται μετά το 1819, στα τελευταία χρόνια της Προστασίας, αφού, κατά τη συγγραφέα, μετά την επιστροφή του στη Λευκάδα «ενώθηκε με το κόμμα των ριζοσπαστών» (άρα μετά το 1848) και ήταν παρών, όταν ήρθε ο Γλάδστων στη Λευκάδα (1857).

Το ερώτημα είναι αν τα στοιχεία αυτά προέρχονται από τη γνώση της ΑΦ-Χ για τα γεγονότα του 1819. Νομίζω ότι η ΑΦ-Χ πιθανότατα δεν είχε διαβάσει κάτι για τη στάση του 1819. Σίγουρα όμως έχει διαβάσει τον Φωτεινό και, επομένως τα προαναφερθέντα «πυρηνικά στοιχεία» περνάνε στο γραπτό της διαμεσολαβημένα από το ποίημα του Βαλαωρίτη. Επί πλέον, ακόμα και αν δεχτούμε ότι η ΑΦ-Χ δεν έχει στέρεα γνώση της στάσης των χωρικών, είναι βέβαιο ότι στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εντός της οποίας ζει, η λάμψη του φωτοστέφανου των Σφακιωτών ως τόπου ανδρείας και αντίστασης, εξακολουθούσε να είναι πολύ ισχυρή – αλλιώς γιατί η πιο ηρωϊκή περσόνα των διηγημάτων της να είναι Σφακισάνος και να έχει τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά;

Με όλα τα παραπάνω θέλω να πω τούτο: πενήντα χρόνια μετά τον Φωτεινό οι Σφακιώτες εξακολουθούν να θεωρούνται το λίκνο της παλικαριάς και του ηρωισμού της Λευκάδας – και αυτό αναμφίβολα πρέπει να οφείλεται στο ότι η στάση των χωρικών εξακολουθούσε να είναι ζωντανή στη συλλογική μνήμη.

(Το κείμενο είναι η εισήγηση του φιλόλογου και ιστορικού Δημήτρη Τσερέ στο ΚΔ’ Συμπόσιο της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών που πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Αυγούστου 2019 στο Πνευματικό κέντρο του Δήμου Λευκάδας με θεμα: «η εξέγερση των Λευκαδίων κατά της Αγγλοκρατίας το 1819».)

Προηγουμενο αρθρο
Και πήρες του καιρού τ΄ αλφαβητάρι
Επομενο αρθρο
Φέτος στον κάμπο της Καρυάς τρύγησαν πολύ νωρίς (τα μοσχάρια)!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *