HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ «Βράχος και το κύμα»

Ο «Βράχος και το κύμα»

ΘΩΜΑΣ Γ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Πολλοί ποιητές μας είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τις τύχες του έθνους και είναι αυτοί που ύμνησαν τις δύσκολες, αλλά και τις ένδοξες στιγμές του. Πόσοι, όμως, από αυτούς είναι γνωστοί και σήμερα; Θα έλεγα ότι είναι λίγοι, εάν δεν μάθαμε κάποιο δημιούργημά τους από έξω για κάποια σχολική γιορτή. Σήμερα ποιος από το πλατύ κοινό των Ελλήνων γνωρίζει τον Σεφέρη και τον Ελύτη; Ποιος γνωρίζει να απαγγείλει ένα ποίημά τους; Γιατί είναι οι μόνοι μας νομπελίστες ποιητές, γνωστοί στον κόσμο, αλλά μάλλον άγνωστοι στον Ελληνισμό; Εάν οι μουσικοσυνθέτες δεν είχαν μελοποιήσει μερικά τους ποιήματα θα ήταν ακόμη πιο άγνωστοι;

Σήμερα οι σύγχρονοι παιδαγωγοί λένε να μην πιέζουμε τα παιδιά να μαθαίνουν μεγάλα ποιήματα από στήθους. Αλλά όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές –στις ώριμες ηλικίες των 60 ή 70– αυτά που αποστηθίσατε στα σχολικά χρόνια τα θυμάστε μέχρι και σήμερα και καλά κάνετε! Γιατί, λοιπόν, να μην μαθαίνουν και οι σημερινοί μαθητές κάτι απ’ έξω; Πώς έφτασαν σε αυτά τα συμπεράσματα οι νέοι μας παιδαγωγοί;

Οι μεγάλοι ποιητές κάνουν σωστά τη δουλειά τους, αλλά γιατί δεν τους ακολουθούμε; Οι ποιητές μας δεν αναφέρονται μόνο στο παρελθόν, αλλά φωτίζουν και το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι σημερινές γενεές. Πώς πρέπει να τους μελετούμε ώστε οι παραινέσεις τους να μην μένουν μόνο στις ποιητικές τους συλλογές; Μας ενδιαφέρει όλους η απάντηση σε αυτή τη ρητορική ερώτηση. Εσείς τι λέτε;

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΣΥΜΒΟΛΗ

Ο τίτλος του σημερινού σημειώματος, φυσικά, αναφέρεται στο συμβολικό ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Ο βράχος είναι ο κατακτητής Τούρκος και το κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός. Μπορεί, όμως, ο συμβολισμός του να μεταφερθεί και σε άλλα επίπεδα; Ο βράχος να είναι η αμάθεια, η αγραμματοσύνη, η απαιδευσία και το κύμα η πνευματική αφύπνιση, η μόρφωση και παιδεία του Ελληνισμού, που τη χρειάζεται; Εδώ απαιτείται και δεύτερη –ίσως και τρίτη– προσεκτική ανάγνωση επίγνωσης! Δεν νομίζετε ότι αυτό είναι που μας λείπει; Μπορεί και κάτι άλλο, όπως μια νέα πρωτότυπη, ταιριαστή και έξυπνη μεταφορά! Ποια είναι όμως;
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1824. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα, ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή ως την πλήρη άρνηση της προσφοράς του. Πέθανε το 1879. Εδώ –και σήμερα– απολαύστε το πολύ γνωστό του ποίημα:

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.

Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»

Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σο ‘γλυφα και σο ‘πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.

Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ‘θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.

Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.

Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.

«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»

«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…

Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι.

Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.

Πηγή: neoskosmos.com

Προηγουμενο αρθρο
3ο Διεθνές Τουρνουά Μπάσκετ Γυναικών Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Επιχείρηση «Ιόνιο»: Σαφάρι των ελεγκτών της ΑΑΔΕ σε Κέρκυρα, Ζάκυνθο, Κεφαλονιά και Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *