Ο Γιεπ

Ο ΓΙΕΠ!
Διήγημα
Της Ανδρομάχης Φίλιππα-Χαριτωνίδη

Επιμέλεια – σχολιασμός Δημήτρη Σπ. Τσερέ

[Το διήγημα «Ο ΓΙΕΠ» της λευκαδίτισσας διηγηματογράφου Ανδρομάχης Φίλιππα-Χαριτωνίδου πρωτοδημοσιεύτηκε στο: Ελληνικά Μυθιστορήματα και Διηγήματα, Α΄, αρ. 9. Θεσσαλονίκη, 16.11.1929. σ. 134-132. Τα διηγήματα της ΑΦ-Χ συγκεντρωμένα τώρα στο: Ανδρομάχη Φίλιππα-Χαριτωνίδη, Ηθογραφίες Λευκαδίτικες, Επιλεγόμενα-Λεξιλόγιο: Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης-Δημήτρης Σπ. Τσερές-Βασίλης Φίλιππας, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2010. Το παρόν διήγημα βρίσκεται στις σ. 33-46]

_…._

O ΓIOYPΓAΣ, ο παραγιός του Mαστραντώνη της Tριµπύλαινας που δεν επήρε άδικα τη φωνή, πως είναι το πιο έξυπνο καλφόπουλο του Παζαριού, ώρες τώρα περιμένει έξω από την πόρτα του µαγαζιού, καθιστός επάνω στο κασελάκι του.
Και, σαν έξυπνο παιδί που είναι, για να διώξει το µεσηµεριάτικο ύπνο, που του γλυκοσφαλίζει τα βλέφαρα, παιδεύεται µ’ ένα σπάγγο και προσπαθεί να τον κηρώσει.
Mα, που να κηρωθεί! T’ ανήσυχα µάτια του, ο νους του, όλη του η προσοχή είν’ εστραµµένη µακριά, πολύ µακριά, πέρα στο κουλούρι του Άι Mηνά.
Kι αφού σηκώθηκε κι εξανασηκώθηκε, και χίλιες φορές πέταξε τον κηρωµένο σπάγγο και άλλες τόσες πήγε έξω στο µαγαζί, στη µέση του Παζαριού κι εψαχούλευε µε τα µάτια δεξιά, αριστερά, κάθισε πάλι στο κασελάκι απογοητευµένος.
Kαι όταν τέλος είδε κάποιο σηµάδι να κινείται, να κατεβαίνει από το κουλού ρι µακριά, χαρωπός έτρεξε στο παπουτσάδικο τ’ αφεντικού του, σκούντησε ζωηρά τον Mαστραντώνη, που γυρµένος στο παγκάκι του µε το κεφάλι στα σταυρωµένα µπράτσα είχε γλυκοκοιµηθεί και του φώναξε:
– Μάστορη, έρχεται ο Γιεπ!
Kαι, χωρίς να περιµένει απάντηση, βγήκε έξω από την πόρτα, στάθηκε µε ανοικτά τα σκέλη στη µέση του Παζαριού, πήρε βαθιάν ανάσα και, µε τη βοήθεια των δυο του δακτύλων, εσφύριξε δυνατά, εξαποστέλλοντας απ’ τη µια άκρη του Παζαριού στην άλλην το εγερτήριον σύνθηµα:
Έρχεται ο Γιεπ!
Kαι τότε από όλες τις προβολές των µαγαζιών και από τις πόρτες επρόβαλαν τα γελαστά κεφάλια των καλφάδων µε τα µάτια κατακόκκινα απ’ το µεσηµεριάτικο ύπνο.
Kι επήγαιναν κι αυτοί ως τη µέση του Παζαριού κι εκοίταζαν πέρα στο κουλούρι του Άϊ Mηνά για να βεβαιωθούν αν πράγµατι κατεβαίνει ο Γιεπ!
O Γιεπ είναι!
– Nα τος! φορεί την κάπα του, έλεγαν γελώντας.
– Nα σε ιδώ τον Mάη µε γούνα!
Aκούστε τον, παιδιά! Tο φτάρνισµά του έως εδώ ακούεται.
Kαι αληθινά πέρα από το κουλούρι του Άϊ Mηνά ακούσθηκε ο αντίλαλος ενός δυνατού φταρνίσµατος.
– Γιέέέπ!
Kαι τότε όλο το παζάρι επανέλαβε:
Kαι ο Γιεπ επλησίαζε· και πλησιάζοντας αργά, αργά, τρεµάµενος, εσταµατούσε ρυθµικά σε κάθε τέταρτο βήµα, ετέντωνε το σώµα του όσο µπορούσε, ύστερα το έκαµπτε, το εστήριζε εις τη ροζασµένη µαγκούρα του και εξαπέστελλε ένα τρανταχτό, δυνατό, ανακουφιστικό.
– Γιέέέπ!
-E! γεράµατα, ψιθυρίζει µόνος ο Γιεπ, όπως τον ονόµασε όλη η αγορά, λησµονώντας το πραγµατικό του όνοµα, το ξακουστό του λεβέντικο όνομα, που είχε γίνει άλλοτε το σύμβολον της παλλικαριάς και του πατριωτισμού:
Ο Σπύρος ο Σφακισάνος!
Ποιος το επρόφερε εις τα χείλη του και δεν παρεμέρισαν οι άνθρωποι με σεβασμό και ποιος τον φώναξε στις λαγκαδιές και δεν έτρεμαν τα πλάγια και τ’ αγρίμια! Mα εκείνο τον καιρό ήταν παλικάρι, που με τη γροθιά του εράγιζε τραπέζια κι εξαναγύριζε κάστρα. Eκείνο τον καιρό! Aχ! τι καλοί καιροί! Περνούσε χειμώνα – καλοκαίρι μ’ ένα μικρό ξεμανίκωτο κοντογούνι, ενώ τώρα! Iούλιος μήνας και φορεί κάπα. E! τι να σου κάμει! Oγδοήντα χρονών γέρος. Γεράματα!
Kαι ως επισφράγισις αυτών των σκέψεων έρχεται ένα πιο δυνατό.
Γιέέέπ!
Και τότε όλοι οι καλφάδες και τα μαναβόπαιδα και οι καφετζήδες που είχαν παραταχθεί στη σειρά αριστερά, δεξιά του παζαριού, επανέλαβαν με γέλια.
-Γιέέέπ!
Mα ο γέρος προχωρεί εις τη μέση του παζαριού µε το κατάλευκο πρόσωπο και τα θολά µάτια, τα τόσα θολά από τα χρόνια και τις αναµνήσεις, που φαίνεται σαν να µη νιώθει το θόρυβο που προκαλεί η εµφάνισή του.
Προχωρεί αργά, ρυθµικά µε τη µεγαλόπρεπη κορµοστασιά του και στέκει ανάµεσα σε τόσους χλευασµούς σαν την πανύψηλη λεύκα ανάµεσα σε πυκνό σύννεφο κουνουπιών.
Kι εκείνοι αλαλάζουν, τραντάζουν γη και ουρανό µε της κοροϊδευτικές φωνές τους.
Γιέέέπ! Γιέέέπ!
Kαι ο Γιεπ πάντα ατάραχος προχωρεί µε το σταµνάκι στο χέρι, ξεκινά κάθε µέρα την ίδια πάντα ώρα, περνά τη Bρύση του Συρόπουλου και την Eπάνω βρύση και φθάνοντας στην Kάτω γεµίζει το σταµνάκι του, πίνει µε τις φούχτες του νερό , βρέχει το χιονισµένο µέτωπό του και επιστρέφει απ’ εκεί που ήλθε.
Aπό τον καιρό που έγειρε και ζει µε την περασµένη ζωή, ποτέ δεν ήπιε άλλο νερό, από το νερό που τρέχει στην Kάτω βρύση.
Όχι γιατί πιστεύει ως είναι μαγικό ή ότι είναι το αθάνατο, που µ’ αυτό θα ξανανιώσει, µα επειδή βάζοντας τις φούχτες κάτω απ’ την κάνουλα, αρχίζει να θυµάται το πρώτο του λεβέντικο κατόρθωµα.

***

Θυμάται, ναι! Ένα απόγευµα, ήταν δεκα οκτώ χρονών παλικάρι, ξεκίνησε για το χωριό τους Tσουκαλάδες. Έµενε ο πατέρας του εκεί πάντα, γιατί ήταν σέµπρος στ’ απέραντα κτήµατα του Σιορ Tζόρτζη.
Όταν έφθασε στο µοναστήρι της Φανερωµένης, µπήκε να χαιρετήσει τον ηγούµενο και να προσκυνήσει τη Xάρη της.
Ύστερα κατέβηκε τα σκαλιά του περιβόλου κι εκάθησε εις ένα κοντρί στο χείλος του γκρεµού βλέποντας τον κάµπο κάτω, τη θάλασσα, τα βουνά της Πάργας, που εκείνη τη στιγµή, ανάµεσα στα ροδόχροα σύννεφα του δειλινού, έµοιαζαν µε µαγικά βαθυγάλαζα τείχη που πίσω τους έκρυβαν κάποιον άλλο κόσµο, άγνωστο.
Aχ! πως ήθελε ο Σπύρος Σφακισιάνος να ήταν πουλί και να έφθανε πέρα εκεί. Nα ιδεί τι κρύβουν τα βουνά εκείνα πίσω τους.
Mια νυχτερίδα που πέταξε, τον ξύπνησε από τους λογισµούς του και του θύµισε ότι ενύχτωσε πια και πρέπει να εξακολουθήσει το δρόµο του.
Mα έπρεπε να πάρει τα σακούλια του απ’ το µοναστήρι. Σηκώθηκε, ανέβηκε τη σκάαλα του µοναστηριού, και τότε αντελήφθηκε ότι η βαριά του πόρτα είχε κλείσει.
Kτύπησ’ εξανακτύπησε· ο καλόγηρος ύστερα από πολλή ώρα πήγε κοντά στην πόρτα και, χωρίς ν’ ανοίξει, ερώτησε «ποιος είναι». Όταν ο Σπύρος ο Σφακισιάνος, του έδωσε να εννοήσει πως είναι αυτός, ο καλόγηρος του είπε:
– Bρε Σπύρο, τα σακούλια σου είναι σίγουρα εδώ· αύριο τα παίρνεις.
Eκείνο τον καιρό τροµοκρατούσε τα χωριά ο λήσταρχος Nτελµάρης και ο ηγούµενος της Φανερωµένης, συνετός γέρος, έκλεινε ενωρίς την πόρτα της Mονής, για να µην εισορµήσουν οι λησταί και τροµάξουν τους παραθερίζοντας εις τα κελιά.


Για τον λόγο αυτό ο καλόγηρος εις τας επικλήσεις και τα παρακλητά του Σπύρου δεν έδωσε καµία προσοχή, αλλά αποµακρύνθηκε ήσυχος, σαν άνθρωπος που εξετέλεσε πιστά το καθήκον του.
Kαι θυµάται ο Γιεπ! Θυµάται πως ο καλόγηρος και ο αυστηρός ηγούµενος έγιναν αφορµή να ξενυχτήσει έξω στα Πέντε Πηγάδια, επάνω σ’ ένα πλατάνι κι απ’ εκεί ν’ ακούσει όλο το σχέδιο που εκατάστρωνε ο τροµερός Nτελµάρης µε τους τρεις συντρόφους του, για να πιάσει αιχµάλωτο τον αφέντη τον Σιόρ Tζόρτζη και να ζητήσει λίτρα πολλά.
Kαι όταν ο ληστής εξαπέστειλε δυο του συντρόφους κάτω στη χώρα, ο Γιεπ κατόρθωσε να ξεµπερδέψει τον ίδιο τον Nτελµάρη και τον σύντροφό του, που εφύλαγαν καραούλι κάτω στη ρίζα του πλατανιού.
Kι στερα επετάχθηκ’, εροβόλησε τα µονοπάτια, πηδώντας από πέτρα σε βράχο, έφθασε στην Άγια Kατερίνη κι εξαπολύθηκε στον κάµπο του Kουζούντελη. Kαι η ηχώ του Πάλα ξαφνίσθηκε από το λαχάνιασµά του και η ησυχία του Άι Mηνά εταράχθηκε απ’ την τρεχάλα του παλικαριού, που έτρεχε σαν ξωτικό στο έρηµο Παζάρι.
Kαι θυµάται ο Γιεπ που δεν εστάθηκε ούτε στιγµή να ξανασάνει αν κι ένιωθε φωτιά σ’ όλο το κορµί, και το αίµα του τον έσφιγγε στο λαιµό σαν να ’θελε να τον πνίξει. Mα όταν έφθασε στην Kάτω βρύση δεν βάταξε πια, όρµησε στο γάργαρο νερό,άπλωσε τις δυο του φούχτες κι εδροσίσθηκε απαράλλακτα όπως δροσίζεται τώρα.
Kαι, το νερό που ήπιε του έδωσε τόση δύναµη, που σαν θεριό χύµηξε στο µόνιππο του Σιορ Tζιόρτζη που τον έφερε καλπάζοντας, εν µέσω των δύο ληστών, για να προφθάσει τον θανάσιµα πληγωµένο γιο του, όπως του είπαν οι λησταί.
Aπό τότε έγινε το θρυλικό παλικάρι του νησιού.
Πολλά διηγούνται οι νησιώτες για την τόλµη και την παλικαριά του.
Λένε πως και άλλη φορά στην Iταλία, έσωσε τη ζωή του Σιορ Tζώρτζη µε µεγάλο κίνδυνο δικό του.
Aυτή τη φορά τον έσωσε απ’ τους Kαρβοναρέους που σκότωναν κάθε άνθρωπο που δεν ζητωκραύγαζε «viva una Italia».
Kι έλεγαν οι νησιώτες πως κατόρθωσε να πάρει στους ώµους τον αφέντη και, οπισθοχωρώντας µε τη βοήθεια του ροπάλου του, αυτού που τον στηρίζει τώρα, να φθάσει στο ξενοδοχείο Bella Venetia.
Kαι, όταν ήλθε εις το νησί, ενώθηκε µε το κόµµα των ριζοσπαστών, που ηγωνίζετο ν’ αποτινάξει την αγγλική κυριαρχία.
Πόσα διηγούνται ότι κατόρθωσε τον καιρό αυτό!
Πολλές φορές έσωσε απ’ τον κάβαλο-πιάνκο πολλούς δυστυχείς και συχνά ελευθέρωνε και τους συµπατριώτες του απ’ τα σιδερένια κλουβιά όπου έκλεινε αυτούς η αγγλική αστυνοµία.
Mα όταν θέλησε ν’ αρπάσει από τα µαρτύρια της τυραννίας το µοναχογιο µιας χήρας, δέχθηκε τροµερή επίθεση από τις αγγλικές αρχές.
O Σπύρος τότε αν και µόνος, αντέταξε µε µόνη τη ροζώδη µαγκούρα του άµυνα, κατόρθωσε να διασκορπίσει τους κοντοτσαµπέλους, να φθάσει ως το Mαρκάτο και να χωθεί σ’ ένα µαγαζάκι, από το παράθυρο του οποίου επήδησε και ευρέθηκε κοντά στην εκκλησία των Aγίων Aναργύρων. Kαι ύστερα επήδησε κήπους και µποστάνια κι ευρέθηκε εις το σπίτι της µικρής του φίλης, της Zαχαρούλας, στην Kαινούργια Xώρα.
-Mε κυνηγούνε, λέγει βιαστικά στην µορφη γυναικούλα.
-Kρύψου αποκάτω από το πατητήρι· του είπε µ’ ετοιµότητα εκείνη και συγχρόνως του έδειξε πελώριο πατητήρι που ήταν αναποδογυρισµένο στην αυλή.
Γύρω είχε απλωθεί το σκοτάδι της νύχτας που προχωρούσε· έτσι ο Σπύρος κατόρθωσε να κρυφθεί χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους ερχόµενους µε τρεχάλα και φωνές χωροφυλάκους.
Όταν πλησίασαν, άκουσαν την Zαχαρούλα να φωνάζει σπαρακτικά:
Ωχ! Tον κακούργο! Bοήθεια! Bοήθεια! M’ εσκότωσε ο παλιοσφακισιάνος!
Oι αστυνοµικοί για µια στιγµή πίστεψαν πως µέσα είναι ο ηρωικός Σφακισιάνος και όρµησαν όλοι στο σπιτάκι της Zαχαρούλας.
Άναψαν ένα φανάρι, γιατί ήταν σκοτάδι, και τότε αντελήφθηκαν τη νεαρή γυναίκα ξαπλωµένη κάτω µε αίµατα στο πρόσωπο να φωνάζει:
-Πιάστε τον. M’ εσκότωσε! Γιατί δεν πήγαινα µαζί του. Nα απ’ εκεί επήδησε.
Συγχρόνως έδειχνε ένα παράθυρο που έβλεπε στο αντίθετο µέρος της αυλής κατά τον Άι Aντώνη.
Oι στρατιώτες, πιστεύοντας, όρµησαν προς εκεί, έψαχναν τις καλαµιές που φύτρωναν στ’ οπίσω µέρος του σπιτιού, και αφού δεν βρήκαν τίποτα, πήγαν πιο πέρα στον Αι Aντώνη κ’ ύστερα στον Mύλο του Xόρτη και πιο πέρα ακόµη.
Σε λίγη ώρα βασίλευε γύρω απόλυτη σιγή.
O Σπύρος τότ’ εβγήκε ψηλαφητά, µπήκε στο σπίτι της ηρωικής γυναικούλας, και, βλέποντας την πληγή που µόνη µε τον σουγιά εχάραξε στο τρυφερό και χνουδάτο σαν το ροδάκινο πρόσωπό της, της είπε µε σπαραγµό:
-Mα δεν λυπήθηκες τ’ όµορφο, σαν τριαντάφυλλο,πρόσωπό σου.
Kι εκείνη του απάντησε µε πικρό από τον πόνο χαµόγελο:
– Aξίζει περισσότερο ένα τριαντάφυλλο από τον λεβέντη Σπύρο;
Mα έλα τώρα ας αφήσουµε τα λόγια. Oι Άγγλοι ίσως να γυρίσουν και τότε θα την έχουµε άσχηµα και οι δυο.
-Tι θες να κάµω;
-Nα φύγουµε!
O Σπύρος µε τρελή χαρά την άρπαξε στην αγκαλιά του, την κρέµασε στο στήθος του φυλαχτό και χαϊµαλί και σαν λαφιασµένος έτρεχε στα σκοτάδια.
Kαι σ’ όλο το δρόµο την έσφιγγε, την έσφιγγε θερµά κι όλο της εψιθύριζε:
-Σ’ εκέρδισα! Eυλογηµένοι να είναι οι Άγγλοι και οι τυραννίες τους.
Kι εκείνη δεν µιλούσε. Mα εµιλούσαν τα ωραία της µαύρα µάτια, το πληγωµένο χλωµό, σαν µοσκέτα, πρόσωπό της, τα κρινόλευκα χέρια της, που έσφιγγαν στοργικά το λαιµό του παλικαριού.
Kι έτρεχε ο Σπύρος, έτρεχε µακριά, πηδούσε βράχους και φαράγγια, φέρνοντας σαν αρχαίος θεός το πολύτιµο λάφυρό του.
Πώς θα ήθελε να φθάσει στο πιο ψηλό βουνό, στην κορυφού του Σκάρου και να φωνάξει δυνατά τόσο, που να τραντάξει τα πλάγια, τα βουνά και να πει σ’ όλο το ντουνιά!
-T’ ακούτε; Eκέρδισα τη Zαχαρούλα, που ’χει τα µαύρα µάτια και τα ξανθά µαλλιά!
Πόσον καιρό έκρυβε στην παλικαρίσια καρδιά του τον πόθο του για τη Zαχαρούλα!
Όταν της εξοµολογήθηκε τη φλογερή του αγάπη και της επρότεινε να φύγουν όπου µπορούν, εκείνη του έκλεισε µε το µικρό της χεράκι το στόµα, και του είπε µε τόνο ικετευτικό:
Mη µου λες τίποτε. Kαλύτερα να µη ξέρω. Tι θέλεις; Nα κάµουν και οι πέτρες στόµατα; ότι εγώ µια παντρεµένη…
Παντρεµένη! H δόλια η κοπέλα! Παντρεµένη από δώδεκα χρονών κορίτσι, γιατί η µάνα της επίστευε, όπως όλο τότε το νησί, πως δώδεκα χρονών κορίτσι ή στον άνδρα ή στον Άδη, και την πάντρεψε µ’ ένα παλικάρι δεκαεννέα χρονών, που έφυγε µόλις ετελείωσε το µυστήριο του γάµου του, µ’ ένα βενετσιάνικο καράβι, για να κάµει την τύχη του και να µεγαλώσει εν τω µεταξύ η Zαχαρούλα.
Aπό τότε δεν εφάνηκε, και πάνε πια δέκα χρόνια.
Mα η Zαχαρούλα περιµένει µε πίστη τον άνδρα που δεν είδε, ούτ’ εγνώρισε και ούτε θυµάται καλά καλά τι µάτια έχει. M’ αν δεν εγνώρισε τον άνδρα της, εγνώριζε όµως ότι ήταν παντρεµένη και ότι έπρεπε να δοθεί στον νόµιµον άντρα της σπιλη, αγνή. Γι’ αυτό έκλεισε το στόµα του Σπύρου, όταν για δεύτερη φορά επεχείρησε να της µιλήσει.
-Όχι, δεν θ’ ακούσω. Eίµαι παντρεµένη! Mείνε, αν θέλεις φίλος, αδελφός αλλιώς µη ξανάρθεις.
Kι εκείνος εσώπασε, έκλεισε το στόµα του κι έµεινε αδελφός και φύλακας της αγνότητος.
Mα κάπου κάπου στα ροµαντικά και σεληνοφώτιστα βράδια, καθισµένος στην αυλή της Zαχαρούλας δεν βαστούσε και το ’ριχνε στο τραγούδι.

Σειούνται τα δέντρα, σειούνται,
σειούνται και τα κλαριά
σειέται και η Zαχαρούλα
µε τα ξανθά µαλλιά.

Kαι τη λέξη «Zαχαρούλα» την έλεγε µέσα του κι εφώναζε µόνο την κατάληξη -λα µε πόνο και πάθος.
Kαι η Zαχαρούλα επέµενε πάντα στην πίστη της, ακόµη και τον καιρό που ήλθε η επίσηµη είδησις του θανάτου του ανδρός της.
-Δεν παντρεύοµαι πριν χρονιάσει ο άνδρας µου έλεγε εις το Σπύρο που της επρότεινε γάµο.
Mα να που η τύχη την έρριψε εις την αγκαλιά του, και τώρα την κρατεί και τρέχει στα σκοτάδια σαν άνεµος, σαν σίφουνας.

***

Tα χαράµατα φθασε, ύστερα από ένα κουραστικό δρόµο, εις την απόκρυµνη κορυφή τ’ Άι Λια, απίθωσε την καλή του στο εκκλησάκι, λέγοντας για µυριοστή φορά:
-Eυλογηµένοι οι Άγγλοι και οι τυραννίες τους!
Σε λίγο ο παπάς της Eγκλουβής τους εστεφάνωσε και ο τσοπάνος µε τα πρόβατά του χρησίµευσαν για µάρτυρες.
Kαι όταν ετελείωσε το µυστήριον και η Zαχαρούλα γίνηκε πια οριστικά καταδική του, ο ατρόµητος λεβέντης όρµησε στο καµπαναριό πήρε µε τρελή παιδική χαρά το γλωσσίδι της µικρής καµπίνας κι εσήµαν’, εσήµανε χαρµόσυνα.
Kαι από την αιχµηρή κορυφή του Άι Λια διαδόθηκε εις το σύµπαν ότι ο Σπύρος ο Σφακισιάνος εκέρδισε τη Zαχαρούλα.
-Mα η ευτυχία δεν τους συνόδεψε πολύ! Σκέπτεται ο γέρος µε βουρκωµένο µάτι.
Zωσµένοι στενά από την τυραννία, µόλις κατόρθωναν να ζουν µε µερικά ξεροκαλαµπόκια που τις νύχτες ο Σπύρος εύρισκε εις τα χωράφια.
Έτσι η Zαχαρούλα έγερνε στην αγκαλιά του σαν µαραµένη µοσκίτσα. Kαι τη στιγµή που κατόρθωσε να φθάσουν στο µοναστήρι των Aσωµάτων να ζητήσει για την άρρωστη άσυλο, η Zαχαρούλα, αχ! αλησµόνητη γυναίκα, έγειρε το κεφάλι σαν λουλούδι κοµµένο από τη ρίζα του.
Kι ο Σπύρος έπεσ’ επάνω της σαν τρελός, κι επροσπαθούσε να τη φέρει πίσω κοντά του στον ήλιο και στη ζωή. Πολλές ώρες έµεινε απάνω στο αγαπηµένο νεκρό σώµα. Mα οι καλόγηροι του θύµισαν πως πρέπει να την παραδώσει εις την εκκλησία για να διαβασθεί και να ταφεί.
Tότε ο δύστυχος µε θρήνους και δάκρυα, µόνος, την νεκροστόλισε, ξάπλωσε εις το στήθος της τα µακριά µαλλιά της, την τύλιξε µε την χονδρή κάπα του για να µην ακουµπά τ’ όµορφό της σώµα στο κρύο χώµα και την παρέδωσε εις την εκκλησία.
Aχ! αλησµόνητη πικρή ηµέρα! Πως ήθελε τότε να πέσει να κοιµηθεί για πάντα κι εκείνος µαζί της τον αιώνιον ύπνο!
Tη στιγµή όµως που διάβαζαν τη νεκρώσιµη ακολουθία, σαν οπτασία είδε ορθή εµπρός του τη Zαχαρούλα κι ενόµισε πως άκουσε να του λέει παρακαλεστά:
-Zήσε κι εκδικήσου!
Kι έζησε για να εκδικηθεί! Kι βγήκε εις το κλαρί, κι εµάζεψε αντάρτες κι εγίνηκε αυτός και οι σύντροφοί του το προσκύνηµα των πτωχών και αδυνάτων.
Kαι εκατέβηκε από τα βουνά µε όλο το ανταρτικό του σώµα, όταν ήλθε εις το νησί ο Γλάδστων, έχοντας για λάβαρο ένα τεράστιο δάφνινο στεφάνι δεµένο µε µαύρη ταινία, ως ένδειξη του πένθους του. Kαι θυµάται ο Γιεπ, που αυτός πρώτος εφώναξε:
– Zήτω ο Γλάδστων! Zήτω η ένωσις! Kι αυτός πρώτος ύστερα απ’ ολίγο καιρόν, ύψωσε εις τας επάλξεις του Φρουρίου τη Γαλανόλευκη.
Aυτά θυµάται ο γέρος που διαβαίνει κάθε µεσηµέρι πηγαίνοντας να πάρει από την Kάτω βρύση νερό.
Kαι ο Γιούργας, ο παραγιός του Mαστραντώνη σφυρίζει ξεσφυρίζει, µαζεύει όλον τον κόσµο, να ιδεί το γέρο µε την ψηλή σαν λεύκα κορµοστασιά του, και τα θολά από τις αναµνήσεις µάτια του.
Kαι Γιέέέπ! φτερνίζεται εκείνος σε κάθε τέταρτο βήµα του.
– Γιέέέπ! επαναλαµβάνουν όλοι εν χορώ µε γέλια και χαχανίσµατα.
Kαι ο Mαστραντώνης της Tριµπύλαινας, ένας κοντακιανός ανθρωπάκος, θέλησε να προσελκύσει την προσοχή του υπερήφανου γέρου, που ατάραχος περνά σαν να µη συµβαίνει τίποτε. Γλίστρησε ανάµεσα από τον άλλο κόσµο, πλησίασε το γέρο µε το σταµνί και θέλησε να του το πάρει.
Mα τότε εκείνος ξύπνησε, ξαναβρήκε πάλι τη νεανική του ορµή, τον έσπρωξε µακρυά, πολύ µακρυά.
-Eµένα, ρε; του λέγει µε θυµό, θα εγγίξεις εσύ; εµένα; Που, αν κουνήσω το µικρό µου δαχτυλάκι, σε στέλνω στ’ αστέρια. Άντε να βοσκήσεις γίδια ρε Πρεζούλια!
Kαι τότε τα γέλια του όχλου και οι γιουχαϊσµοί εστράφηκαν κατά του Mαστραντώνη.
– Πρεζούλια! φώναξαν ε! ε! ε! Πρεζούλια! Mα το καταραµένο φτέρνισµα ήλθε πάλιν. Γιέέέπ! Kαι τότε ο ονοµασθείς για το µικρό του σώµατός του Πρεζούλιας, έδωσε το σύνθηµα του αλαλαγµού και της επιθέσεως.
Ένας τραβούσε τη φλοκάτη, άλλος το σταµνί, και τα µαναβόπαιδα και τα καλφόπαιδα τη µαγκούρα του.
Kαι τότε ο γέρος, πικραµένος για την επίθεση, άρχισε να τρέχει, προς την αντίθετη διεύθυνση του Παζαριού.
Kι εκείνοι µε φωνές και γιουχαϊσµούς τον συνόδευσαν ως πέρα στην πλακόστρωτη Πλατεία και πιο πέρα ακόµη, στη Nτουγάνα.


Kαι όταν τον είδαν να τρέχει πιλάλα προς το Kάστρο, σταµάτησαν λέγοντας:
-Aφήστε τον· πάει να πάρει αέρα!
O γερασµένος λεβέντης έρριψε µια µατιά πίσω του, και, καθώς είδε να φεύγουν εφώναξε µε παράπονο:
-Pε τα παλικάρια! Kουράσθηκαν από την παλικαριά.
Kαι ύστερα προσθέτει µε πίκρα:
Για σας; Για σας σκοτώθηκα σ’ ‘ολη τη ζωή, για να σας ελευθερώσω εσάς; Για σας έχασα στα βουνά τη Zαχαρούλα; Kαλύτερα να µη σας βλέπω!
Kαι όρµησε εµπρός, µπήκε στην Άγια Mαύρα, προσκύνησε, και µε αργό βήµα ανέβηκε εις τας επάλξεις που εκυµάτιζε η σηµαία. Έρριψε µια µατιά στο καταπράσινο νησί, που το φώτιζε εκείνη τη στιγµή η δύσις του ήλιου κι έκαµε σύγκριση της οµορφιάς που ’χει η φύσις του µε την αξία των ανθρώπων του.
-Kρίµα! εψιθύρισε, τέτοιο νησί να ’χει τέτοιους ανθρώπους και τέτοιοι άνθρωποι να προστατεύονται µε τη σηµαία που έστησα εγώ!
Eπλησίασε µ’ ευλάβεια στη σηµαία, τη φίλησε και την κατέβασε λέγοντας.
-Eγώ σ’ ανέβασα, εγώ σε κατεβάζω· αυτοί να πάνε να βρούνε άλλην.
Tην έβαλε εις τον κόρφο του κι ερίχθηκε από τις επάλξεις κάτω στη βαθιά θάλασσα, ψιθυρίζοντας:
-Zαχαρούλα έρχοµαι!
………………………………………………………………………………………………………..
Tην άλλη µέρα οι ψαράδες στη Γύρα έσυραν µέσα στα δίχτυα των τον πνιγµένο γέρο, που στον κόρφο του κρυβόταν ακόµη το γαλάζιο πανί της σηµαίας.
H είδησις δεν άργησε να διαδοθεί σε όλη την πόλη και, καθώς ήταν επόµενο, όλοι άρχισαν να συζητούν τι άνθρωπος ήταν ο πνιγµένος.
Άρχισαν ν’ αριθµούν τα καλά που έκαµεν εις τον καιρό του, τις παλικαριές του και σιγά, σιγά ανέζησε πάλι µε τις καλές αναµνήσεις και για πάντα ο ηρωικός, ο θρυλικός λεβέντης, ο Σπύρος ο Σφακισιάνος, ο πρόµαχος της ελευθερίας του νησιού.
O Δήµαρχος και όλες οι αρχές αποφάσισαν να τον κηδεύσουν µε τιµές µεγάλες και να καταθέσουν στέφανο εις τη σωρό του επτανησιώτη ήρωος.
Kι έτσι η µικρή αδυναµία των γηρατειών του, το καταραµένο Γιέέέπ εξαφανίσθηκε, έσβησε από το δυνατό φως, που έρριψαν τα τόσα όµορφα έργα του.

***

Kαι τώρα στο Παζάρι, τα µαναβόπαιδα, οι καλφάδες, οι καφετζήδες προγκίζουν έναν άλλο, τον Πρεζούλια. Mα αυτός τα δέχεται, σκύβοντας το κεφάλι και χωρίς ελπίδα ότι κάποτε η ειρωνεία αυτή θα σβήσει γιατί ποτέ δεν έζησε ανώτερη ζωή, από τη ζωή ενός Πρεζούλια.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΠ. ΤΣΕΡΕΣ

ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΙΚΗΣ ΤΣΙΒΙΛΙΤΑΣ

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

Η πτώση της τσιβιλιτάς και η άνοδος του πόπολου: ο αιφνιδιασμός από την ανατροπή των στερεότυπων
Η προϊστορία του δραματικού χρόνου του «ΓΙΕΠ» τοποθετείται στην Αγγλοκρατία. Ο κυρίως δραματικός χρόνος, το δραματικό παρόν του διηγήματος, είναι οι αρχές του 20ού αιώνα. Γιατί, σύμφωνα με το κείμενο ο ογδοντάρης τώρα Γιεπ, ήταν «πολύ νέος» (20άρης; 25άρης;), όταν ο Γλάδστων επισκέπτεται στη Λευκάδα κατά τα τέλη του 1857. Επομένως, ο «Γιέπ» είναι 80 χρονών ανάμεσα 1910-1920. Τόπος δράσης είναι η Λευκάδα, όπως δηλώνεται στον υπέρτιτλο: «Ηθογραφίες Λευκαδίτικες» και όπως προκύπτει από πολλές κειμενικές αναφορές: Σπύρος Σφακισάνος (passim), κουλούρι του Άη Μηνά (σ.33, στ.11), Βρύση Συρόπουλου (σ.35, στ.29), μοναστήρι Φανερωμένης(σ.36, στ.11), Κάτω βρύση (σ.38, στ.2), Τσουκαλάδες (σ.38, στ.9), κ.λπ., όπως σημειώνει ο Βασίλης Φίλιππας στα σχόλιά του για το διήγημα.

……………………………………………………………………………………………………
Τι ενδιαφέρει, λοιπόν, περισσότερο την ΑΦ-Χ; Όπως επανειλημμένα αναφέραμε, την ενδιαφέρει εξαιρετικά να εκφράσει λογοτεχνικά την πτώση της λευκαδικής τσιβιλιτάς στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, που η ίδια την έχει βιώσει όχι ως ουδέτερος τρίτος αλλά ως μεροληπτικός συμμέτοχος, καθώς κοινωνικά ανήκει στα μεσαία και ανώτερα αστικά στρώματα. Το έργο της λοιπόν έχει σαφέστατη κοινωνική αναφορά και από την αναφορά αυτή ξεκινώντας προχωρά στην ψυχογράφηση των ηρώων της. Τι «βλέπει», λοιπόν, η ΑΦ-Χ, μέσω των λογοτεχνικών ηρώων της, από αυτή την κοσμογονική, για τα εγχώρια μέτρα, κοινωνική μεταβολή; Βλέπει την άλλη πλευρά του φεγγαριού, αυτήν που είναι σχεδόν αθέατη από τους πλείστους των ομοτέχνων της, προγενέστερους, σύγχρονους αλλά και μεταγενέστερους: ότι η κοινωνική άνοδος του πολυπληθούς στρώματος των «παρακατιανών», αυτός ο θρίαμβος του Διαφωτισμού και των κοινωνικών ανατροπών που υπέθαλψε, συνεπάγεται και την σκοτεινή του πλευρά, δηλαδή την έκπτωση των αυθεντικών αξιών του παρελθόντος, που ακολούθησε τη συντριβή του κοινωνικού υποκειμένου που τις παρήγαγε, και την επικράτηση των ευτελών αξιών του κοινωνικού μορφώματος που προσφάτως ανέβηκε στο προσκήνιο του ιστορικού γίγνεσθαι. Αυτού που εμφανίζεται κυρίως στον «Γιεπ», τη «Σιόρα Ρονκολίνα» και το «Τριτσέντο». Στο «Τριτσέντο», στη σκηνή της πλατείας, όπου οι τρεις ηρωίδες συναγελάζονται αναγκαστικά με το πόπολο, υπάρχει η πιο ρητή έκφραση της αποστροφής των εκπροσώπων του απερχόμενου κόσμου για την κοινωνική ανέλιξη των παρακατιανών, του ρεμεσιέρη, του γυρολόγου, του λατονιέρη, που κατακλύζουν ένα χώρο που ήταν άβατος γι’ αυτούς επί αιώνες.

Έχουμε ήδη εξηγήσει ότι η τεχνική, με την οποία επιλέγει να πετύχει το σκοπό της, είναι η κατασκευή μιας ακραίας εικόνας, που περιλαμβάνει τα ξεφτίδια της απερχόμενης «αρχοντιάς» από τη μια και ένα περιθωριακό πόπολο από την άλλη. Δεν μας εξαγγέλλει όμως την πρόθεσή της ως πολιτικός καθοδηγητής, πράγμα λογοτεχνικώς καταστροφικό, αλλά τη μεταποιεί με τον μόνο επιτρεπτό στη λογοτεχνία τρόπο, δηλαδή με την σχεδιασμό και το χειρισμό υποθέσεων, που γίνονται «ιστορίες» λογοτεχνικά αυθύπαρκτες και λειτουργούν δραστικά στην ευαισθησία μας, χωρίς να τους χρειάζονται εξωλογοτεχνικά στηρίγματα. Έτσι θα προκύψουν «Η Σιόρα Ρονκολίνα», «Το Τριτσέντο», και προπαντός «Ο Γιεπ». Στο τελευταίο το «φτύσιμο» είναι χωρίς προηγούμενο: Ο Σπύρος ο Σφακισάνος, πραγματικό παλικάρι, μεγάλη ψυχή και ήρωας της αντίστασης κατά των Άγγλων, πέφτει από το Κάστρο και αυτοκτονεί μαζί με τη σημαία, που ο ίδιος είχε υψώσει την ημέρα της Ένωσης, μονολογώντας ότι είναι κρίμα ένα τόσο ωραίο νησί να κατοικείται από ένα τόσο μικρόψυχο λαό. Και η ex contrario συμβολική επινόηση: στον Σπύρο το Σφακισάνο αντιπαραθέτει το άκρως αντίθετό του σωματικά και ψυχικά, σύμβολο του popolo cattivo, τον Πρεζούλια. Ανατρεπτικά πράγματα, απολύτως ανατρεπτικά για μια κοινωνία που έχει εθισθεί να βλέπει τα «εθνικά θέματα» από εντελώς διαφορετική οπτική.

Η ΑΦ-Χ, λοιπόν, ανατρέπει το στερεότυπο, που κυριαρχούσε και εξακολούθησε να κυριαρχεί, σύμφωνα με το οποίο ο «καλός λαός», φορέας ιδανικών και ηθικών αξιών, αντιδιαστέλλεται από το «κακό αρχοντολόϊ» και γενικά τα ηγετικά κοινωνικά στρώματα, που είναι φορείς αρνητικών αξιών και ήθους επίμεμπτου. Το ανατρέπει όμως εν μέρει. Πρώτον γιατί η αφήγησή της δεν αποφαίνεται ρητά και αναλυτικά για τα προτερήματα της παρακμάζουσας αρχοντιάς αλλά εξαντλείται στην νοσταλγία των θλιβερών υπολειμμάτων της για την απώλεια των «παλιών καλών χρόνων», που ήταν βέβαια τα χρόνια της νεότητάς τους και, κυρίως, γιατί δεν βάζει στο ίδιο τσουβάλι «χωριάτες» και αστικό πόπολο. Ο Σπύρος ο Σφακισάνος π.χ., ο ευγενέστερος από τους ήρωές της, είναι «χωριάτης» και έχει απέναντί του το αστικό πόπολο, η χαμέρπεια του οποίου τον οδηγεί στην αυτοκτονία. Άρα, η απαξία, που εκφράζεται στον λόγο της ΑΦ-Χ, έχει στόχο μόνο αυτό το πόπολο, που αποτελεί μόνο ένα τμήμα του «λαού» -εδώ υπάρχει μια δεύτερη λογοτεχνική ανατροπή, καθώς είναι πασίγνωστο πόσο περιφρονούσαν και υποτιμούσαν οι αστοί της Λευκάδας τους «χωριάτες». Ίσως εδώ να βρισκόμαστε μπροστά σε μια απροσδόκητη επιβίωση αξιών από το οικογενειακό αγροτικό παρελθόν της αστής ΑΦ-Χ. Εξάλλου η ΑΦ-Χ διατηρούσε πάντα τη σχέση με το χωριό της: Το καλοκαίρι του 1913 το περνάει στον Δρυμώνα κάνοντας θεραπεία για τη φυματίωση, από την οποία είχε προσβληθεί.

Ακόμα κι αν κάποιος μεταναστεύσει κοινωνικά από το πόπολο προς τα άνω, διατηρεί τα ελαττώματα της καταγωγής του, όπως η Μαριώ του Παχούμιου («Η βαρδαλώνα»), που διακατέχεται από την υπερτροφική οίηση της νεόπλουτης, είναι κουτσομπόλα, γλωσσού, φόβος και τρόμος της γειτονιάς και, το αποκορύφωμα, εκδηλώνει την περιφρόνησή της προς την κοινωνική της μήτρα με μια γλώσσα αυθάδικη και αλλαζονική («φρόκαλα» τους αποκαλεί).

Για να εκτιμήσουμε την τόλμη του εγχειρήματος, πρέπει να θυμίσουμε πόσο ισχυρό ήταν το στερεότυπο την εποχή που δημοσιεύει η ΑΦ-Χ, εποχή που στην ελληνική κοινωνία (και στη λογοτεχνία) εισβάλλουν ορμητικά απόψεις και θεωρίες που αναγορεύουν το «λαό» σε υποκείμενο της επικείμενης ριζικής κοινωνικής αλλαγής. Και επίσης ότι στον γενέθλιο της επτανησιακό χώρο το πρώτο σκέλος αυτού του στερεότυπου το είχαν ενσωματώσει στην ποιητική ηθική τους (επιτρέποντάς μας να συμπεράνουμε εμμέσως ότι δεν αποδοκιμάζουν ρητά το δεύτερο) ακόμα και ποιητές με αριστοκρατική καταγωγή: Ο Σολωμός είχε μιλήσει, γενικώς και αδιακρίτως, για τον «αγαπημένο του λαό, τον ευκολοπίστευτο και πάντα προδομένο» και ο Βαλαωρίτης σχεδόν σε όλα τα ποιήματά του και κυρίως στον «Φωτεινό» του ανάγει το «λαό» σε κυρίαρχη αξία-τον «αγροτικό λαό» πρέπει να εξηγήσουμε, γιατί στο ποιητικό σύμπαν του Βαλαωρίτη η πόλη είναι παντελώς απούσα. Νομίζω ότι δεν είναι πολλές οι περιπτώσεις στη λογοτεχνία μας που το στερεότυπο ανατρέπεται τόσο απροφάσιστα.
Μπορεί να ξενίζει, να ενοχλεί ή να πονάει η διατύπωση μιας άποψης ανατρεπτικής της παραδεδομένης και μη υποκείμενης σε αμφισβήτηση «ιδεολογίας». Αλλά η ανατρεπτικότητα είναι, άνευ ετέρου, στα υπέρ της λογοτεχνίας.

Και μια και μπήκαμε στο χώρο των ανατροπών: πόσες φορές έχει ακουστεί από στόμα λογοτεχνικού ήρωα, που ο συγγραφέας τον σημαίνει με ισχυρό θετικό πρόσημο, φράση που εξυμνεί τον κατακτητή της πατρίδας του, γιατί εξ αιτίας ορισμένων απροσδόκητων συνεπειών αυτής της κατάκτησης ευοδώθηκε ο μεγάλος του έρωτας; Δυο φορές στο «Γιεπ» ο Σπύρος ο Σφακισάνος, τη στιγμή που νοιώθει απέραντα ευτυχισμένος, γιατί κέρδισε την αγάπη της Ζαχαρούλας, αναφωνεί: …Ευλογημένοι οι Άγγλοι και η τυραννία τους. Στην ιεραρχία των αξιών του πρωτοπαλίκαρου της αντίσταση κατά των κατακτητών ο έρωτας προηγείται και η πατρίδα ακολουθεί. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια «ανίερη» ανατροπή κρυμμένη κάτω από αυτές τις λίγες και κοινότατες λέξεις…

Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση υποψηφιότητας Μαρίας Φέτση
Επομενο αρθρο
Από την Καρυά ξεκίνησε η ανάπτυξη!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *