HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ Δημήτρης Τσερές για το βιβλίο: «Το Θαύμα του Ορφέα»

Ο Δημήτρης Τσερές για το βιβλίο: «Το Θαύμα του Ορφέα»

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ Δ. ΦΑΤΟΥΡΟΥ
«Το θαύμα του «Ορφέα»- 1952 Οι απαρχές των «Γιορτών Λόγου και Τέχνης, Ιστόρηση και κατάθεση μαρτυριών»

Κυρίες και κύριοι

Είναι τιμή για μένα που οι οργανωτές της αποψινής εκδήλωσης μού ανέθεσαν να παρουσιάσω το βιβλίο του Δημήτρη Φατούρου – τους ευχαριστώ πολύ. Κυρίως όμως είναι χαρά μου αλλά, νομίζω, και χαρά όλων μας που έχουμε απόψε την καλή τύχη να υποδεχόμαστε αυτό το εξαιρετικά επιμελημένο, τεκμηριωμένο και καλοτυπωμένο βιβλίο, που έχει ως θέμα του ένα κομβικό ζήτημα της μεταπολεμικής λευκαδικής ιστορίας: Τη γέννηση των Γιορτών Λόγου και Τέχνης εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950• ένα βιβλίο, που αν και πολύ σημαντικό για τη μεταπολεμική ιστορία του τόπου, μάλλον άργησε να πάρει τον δρόμο προς το τυπογραφείο. Και η χαρά είναι μεγαλύτερη γιατί η έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την ίδρυση του «Ορφέα».

Θα μου επιτρέψετε κατ’ αρχάς να αρχίσω την παρουσίαση με κάπως δασκαλίστικο τρόπο: από τα απλά και βασικά, που όμως τα έχει τόση ανάγκη ο ακροατής.

Ξεκινάω με ελάχιστα βιογραφικά του συγγραφέα, που τα δανείζομαι από το «Σύντομο βιογραφικό» του βιβλίου: Ο Δημήτριος Φατούρος-Τζαβάρας γεννήθηκε το 1907 στην Εύγηρο της Λευκάδας. Είναι το μοναδικό από τα πέντε παιδιά του Πέτρου και της Θεοδώρας που καταφέρνει να επιβιώσει, θηλάζοντας σε άλλες γυναίκες του χωριού. Στα 15 του παντρεύεται με τη Μαρία, κόρη του άρχοντα της Ευγήρου Αριστείδη Φατούρου-Γεωργαλάκη. Στα 21 του είναι ήδη πατέρας τριών παιδιών. Τελειώνει αριστούχος το Ελληνικό Σχολείο Βασιλικής και το Γυμνάσιο Λευκάδας. Αντιδρά στην επιθυμία του πατέρα του να γίνει δάσκαλος. Δίνει εξετάσεις, πετυχαίνει και εγγράφεται στη Φιλοσοφική Αθηνών το 1927. Η Φιλοσοφική όμως απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, πράγμα αδύνατο για τον εικοσάχρονο οικογενειάρχη φοιτητή. Έτσι, το 1928 μεταγράφεται στη Νομική, μελετά στο χωριό και πηγαίνει στην Αθήνα μόνο για τις εξετάσεις. Το 1933 παίρνει το πτυχίο του και ορκίζεται δικηγόρος Λευκάδας. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου εγκαθίσταται οριστικά τη Λευκάδα, όπου αρχίζει η μακρά και επιτυχής επαγγελματική του σταδιοδρομία. Ενεργός πολίτης δημοκρατικών πεποιθήσεων μετέχει στα κοινά ως πρόεδρος και μέλος δεκάδων επαγγελματικών και πολιτιστικών σωματείων και πρωτίστως του «Ορφέα» και της «Φιλαρμονικής». Βαθύς γνώστης της ιστορίας και της πολιτικής, φιλότεχνος και φανατικός βιβλιόφιλος δημιουργεί στο σπίτι του μια βιβλιοθήκη με χιλιάδες βιβλία και ένα πλούσιο ιστορικό αρχείο. Συνταξιοδοτείται το 1975 και πεθαίνει το 1995 στα Γιάννενα στο σπίτι του γιου του Θρασύβουλου.

Το βιβλίο, που παρουσιάζουμε απόψε, αριθμεί 128 σελίδες, φέρει τον τίτλο Το θαύμα του «Ορφέα», 1952 – Οι απαρχές των «Γιορτών Λόγου και Τέχνης», Ιστόρηση και κατάθεση μαρτυριών, με επιμέλεια και Επιλεγόμενα του Τριαντάφυλλου Ε. Σκλαβενίτη, και είναι η αναδημοσίευση μιας ενότητας ένός μεγαλύτερου βιβλίου του συγγραφέα. Συγκεκριμένα: Το 1986 ο συνταξιούχος πλέον Δημήτρης Φατούρος είχε ετοιμάσει ένα δακτυλόγραφο βιβλίο με τίτλο Η ζωή μου (Βιογραφική ιστόρηση), 251 σελίδων, αποτελούμενο από 5 κεφάλαια, το περιεχόμενο του οποίου αποτυπώνεται με ενάργεια στον τίτλο. Το βιβλίο αυτό το παρέδωσε στα μέλη της οικογένειάς του και σε μερικούς φίλους. Αντίτυπο του κατέθεσε και στη Χαραμόγλειο Βιβλιοθήκη. Η 35η ενότητα αυτού το βιβλίου φέρει τον τίτλο Μουσικοφιλολογικός Όμιλος «Ορφεύς» Λευκάδος. Αυτή ακριβώς η ενότητα αναδημοσιεύεται εδώ και αποτελεί το βιβλίο που παρουσιάζουμε.

[Παρεκβατικά: την πρώτη επαφή με τα ιστορούμενα στο βιβλίο την είχα προ 30 ετών, όταν ως Προϊστάμενος του Ιστορικού Αρχείου Λευκάδας διάβασα τα 36 έγγραφα του φακέλου, που είχε καταθέσει στο Αρχείο από το 1959 ο Δ.Φ., και τα οποία αναφέρονταν στις ματαιωθείσες Γιορτές του 1952 – την εποχή εκείνη οι άνθρωποι πίστευαν ότι γράφουν ιστορία και γι’ αυτό κατέθεταν τα γραπτά τεκμήρια των πεπραγμένων τους στο Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας. Είχα σκεφτεί τότε: «Να υλικό για ένα σπουδαίο βιβλίο». Αλλά η ζήλεια μου μετριάζεται, αφού τη δόξα μού την έκλεψε αγαπημένος φίλος και συνοδοιπόρος παλαίπαλαι. Κλείνει η παρέκβαση].

Τα περιεχόμενα του βιβλίου τώρα:

Το προλογικό μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει: α)το συνοπτικό και πυκνό σημείωμα του εγγονού του συγγραφέα Δημήτρη Θ. Φατούρου «1952-2017: 65 χρόνια από το θαύμα του “Ορφέα”» για τις Γιορτές του 1952 β) ένα σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα γ) το (εκ μέρους όλων των παιδιών του συγγραφέα) σημείωμα της κόρης του Πετρούλας Φατούρου-Τσαμασφύρου, «Ο πατέρας μας Δημήτριος Π. Φατούρος», «γεμάτο αγάπη σεβασμό και θαυμασμό» για το έργο του πατέρα τους δ) το «Σημείωμα του επιμελητή του βιβλίου για τον αναγνώστη», ένα τρόπον τινά manual (όπως λέμε στη Νέα Ελληνική!) για τη διευκόλυνση του χρήστη του βιβλίου.

Ακολουθεί το κύριο σώμα του βιβλίου (σ. 33-66), στο οποίο ο Δ.Φ. με ημερολογιακή χρονική σειρά και συνεχή παράθεση τεκμηρίων εξιστορεί με ακρίβεια τα πεπραγμένα του ως Προέδρου ή σημαίνοντος ενεργού στελέχους του «Ορφέα». Τη λεόντεια μερίδα της εξιστόρησής του αποτελεί ο προγραμματισμός και η ματαίωση των «Γιορτών Λόγου και Τέχνης» του 1952. Ο συγγραφέας καταρτίζει τον φάκελο της υπόθεσης των ματαιωθεισών Γιορτών του 1952 με τη ζηλευτή ακρίβεια με την οποία ένας ευσυνείδητος θεράπων της Θέμιδας καταρτίζει τον φάκελο μιας σημαντικής υπόθεσης που θα καταθέσει στο δικαστήριο. Μόνο που αυτή τη φορά ο φάκελός του θα τεθεί ενώπιον ενός άλλου «δικαστηρίου».

Έπονται τα «Παραρτήματα», (σ. 67-93), όπου δημοσιεύονται πέντε επιλεγμένα τεκμήρια, τα οποία είχε συλλέξει στο αρχείο του ο συγγραφέας αλλά δεν τα είχε ενσωματώσει στο κείμενό του και κάποια από αυτά είχαν δημοσιευτεί στον Τύπο της Λευκάδας. Τα τέσσερα αφορούν τη σύγκρουση του 1952 (Επιστολή του Δ.Φ. στον Σωκράτη Καραντινό, ανακοίνωση του Δήμαχου Δημ. Γιανουλάτου, Ανακοίνωση του Δ.Σ. του «Ορφέα», Πρακτικό Γενικής Συνέλευσης του Ορφέα) και το πέμπτο είναι ο κατάλογος των 36 εγγράφων που κατέθεσε στο Ιστορικό Αρχείο Λευκάδας ο Δ.Φ. το 1959 «…διά την ιστορία του θέματος».

Μετά τα Παραρτήματα ακολουθούν τα μεστά Επιλεγόμενα του επιμελητή της έκδοσης με τον εύγλωττο τίτλο «Από τον Εμφύλιο, τον σεισμό και τα οικονομικοκοινωνικά αδιέξοδα στις απαρχές των “Γιορτών Λόγου και Τέχνης» 1952», από τα οποία θα πάρω κι εγώ στη συνέχεια αφορμές για να εκθέσω κάποιες σκέψεις.

Και στο τέλος παρατίθεται «Πίνακας κυρίων ονομάτων», όπως ταιριάζει σε ένα σοβαρό βιβλίο και όπως, δυστυχώς, σπανίως γίνεται, προφανώς γιατί θεωρείται περιττός σχολαστικισμός.

Τι είναι όμως αυτές οι προγραμματισμένες αλλά τελικά ματαιωθείσες «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» του 1952, που αποτελούν τον πυρήνα του βιβλίου;

Εντελώς συνοπτικά: Το Δ.Σ. του «Ορφέα» την 26.06.1952 αποφασίζει τη διοργάνωση των πρώτων «Γιορτών Λόγου και Τέχνης» στη Λευκάδα το τριήμερο 15, 16 και 17 Αυγούστου του ίδιου έτους. Πρώτη θέση στο πρόγραμμα έχει η «θεατρική παράσταση του έργου του εθνικού μας ποιητή Αριστοτέλους Βαλαωρίτη “Φωτεινός” εν υπαίθρω και δη εις την περιφέρεια των Σφακιωτών». Το έργο βέβαια, που θα ανέβαζαν, θα ήταν μια «διασκευή» τρόπον τινά του βαλαωριτικού έργου από τον Νίκο Γ. Κατηφόρη, δικηγόρο Αθηνών, λογοτέχνη αλλά και πολιτευτή της Αριστεράς (με τη «Δημοκρατική Παράταξη») στη Λευκάδα στις βουλευτικές εκλογές του 1950. Το σχέδιο είναι εξαιρετικά φιλόδοξο, οι άνθρωποι του «Ορφέα» δεν αρκούνται σε μια απλή παράσταση του οποιουδήποτε: Το έργο θα το ανέβαζε το Εθνικό Θέατρο με δικούς του ηθοποιούς σε σκηνοθεσία του Σωκράτη Καραντινού και μάλιστα αφιλοκερδώς! Ο «Ορφέας», πρωτοστατούντος του προέδρου του Δημητρίου Φατούρου, κηρύσσει πανστρατιά για την επιτυχία των Γιορτών, στην οποία συμμετέχουν και τα ανώτερα κλιμάκια της τοπικής εξουσίας, ο Δήμαρχος, ο Νομάρχης, ακόμα και ο Μητροπολίτης. Ζητάει επίσης από τον «εδώ τότε ευρισκόμενον Αντώνη Τζεβελέκη, επιδεικνύοντα δραστηριότητες εις τέτοιες εκδηλώσεις να βοηθήσει και αυτός στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του». Προσέξτε: Είμαστε τρία χρόνια πριν από την έναρξη του Φεστιβάλ της Επιδαύρου σε μια Λευκάδα με πενιχρά οικονομικά μέσα και στερημένη από κάθε υλικοτεχνική υποδομή για τη δεξίωση μεγάλων καλλιτεχνικών (και όχι μόνο) γεγονότων!

Το φιλόδοξο αυτό σχέδιο όμως, μέσα στο ταραγμένο και εύθραυστο πολιτικό κλίμα της εποχής, προκάλεσε αντιδράσεις, το βάρος των οποίων και τη δημόσια διατύπωσή τους ανέλαβε ο Κωσταντίνος Σερεπίσος, δικηγόρος, διακεκριμένο στέλεχος του Ορφέα, μετέπειτα για αρκετά χρόνια Νομάρχης σε διάφορους Νομούς και την τριετία 1974-1977 βουλευτής Λευκάδας με τη ΝΔ. Οι εκπεφρασμένες άντιδράσεις εστίαζαν στο ότι ο Νίκος Κατηφόρης ήταν γνωστό στέλεχος της Αριστεράς, που μόλις 2 χρόνια πριν είχε πολιτευτεί στη Λευκάδα με τη «Δημοκρατική Παράταξη» και ότι, ως εκ τούτου, ελλόχευε ο κίνδυνος να εμφιλοχωρήσουν στο έργο του στοιχεία προπαγάνδας φιλικής προς τον πολιτικό του χώρο. Το θέμα ανέβηκε ψηλά, προφανώς (αλλά όχι μαρτυρημένα) έφτασε σε κάποια κλιμάκια της κεντρικής εξουσίας, η αρχική πανστρατιά διασπάστηκε, καθώς οι δυνάμεις οι φιλικές ή εξαρτώμενες από τα ισχυρά κέντρα εξουσίας της πρωτεύουσας άρχισαν να φυλορροούν και το σχέδιο τελικά ναυάγησε: Την 06.08.1952 ο Νομάρχης Λευκάδας Κ. Μπλέρης αποφάσισε τη ματαίωση τους.

Οι Γιορτές του 1952 ναυάγησαν αλλά ο σπόρος δεν πήγε χαμένος. Η διοργάνωσή τους αποτελούσε πια ένα ώριμο αίτημα. Οι σεισμοί δεν επέτρεψαν την πραγματοποίησή τους το 1953 και 1954. Η έναρξή τους έγινε το 1955 και από τότε συνεχίζονται ανελλιπώς μέχρι σήμερα.

Τελειώσαμε με τα ρεάλια του βιβλίου. Πάμε τώρα στις κρίσεις και τις αξιολογήσεις.

Χωρίς περιφράσεις, το βιβλίο αυτό είναι πολύ σημαντικό για πολλούς λόγους. Και κατ’ αρχάς ας αποδώσουμε στον συγγραφέα και στον επιμελητή τα εύσημα που δικαιούνται.

Στον συγγραφέα ανήκει ο έπαινος, πρώτον γιατί η παδεία του και το ένστικτό του τον οδήγησαν να μας αφήσει μια μαρτυρία σημαντική όχι μόνο για την τοπική ιστορία αλλά μια μαρτυρία που ως ερμηνευτικό σχήμα έχει πανελλαδικό ενδιαφέρον• δεύτερον για τη σαφήνεια και τη λιτότητα της γραφής του αλλά και την, χαμένη στους χρόνους μας, «ευγένεια» που απαιτεί το ύφος του δημόσιου λόγου – απότοκα όλα της επαγγελματικής και της συνολικής του παιδείας • και τρίτον για την πνευματική του εντιμότητα: αν και βρίσκεται μέσα στην «εμπόλεμη ζώνη» και μάλιστα σε ρόλο πρωταγωνιστή θέλει να εκθέσει τα γεγονότα όσο πιο ψυχρά γίνεται και να ξεχωρίσει το γεγονός από τη δική του εκτίμηση.

Στον πολύπειρο επιμελητή ανήκει κατ’ αρχάς ο έπαινος για τον, αφανή στον αμύητο, κόπο που κατέβαλε σε συνάρτηση με τον σύντομο χρόνο, που είχε στη διάθεσή του για την επιτυχή πραγμάτωση του εγχειρήματος• δεύτερον και κυρίως για την «κατάστρωση» του βιβλίου με τρόπο που να είναι αναγνώσιμο από τον χρήστη του – ευεργετικό αποτέλεσμα μακρόχρονης εμπειρίας, γνώσης και ευσυνειδησίας• τρίτον για τα μεστά και εξανλητικώς τεκμηριωμένα επιλεγόμενά του, τα οποία, εκτός από την εξιστόρηση των γεγονότων, δίνουν ερμηνείες σε καίρια ζητήματα της εποχής εκείνης και επιτρέπουν στον αναγνώστη να εντάξει τα ιστορούμενα του βιβλίου στο γενικότερο λευκαδικό και πανελλήνιο πλαίσιο ή, όπως ο ίδιος λέει «σε μια σύγχρονη γενική θέαση των πραγμάτων και μιας κατάματης προσέγγισης των γεγονότων στις λεπτομέρειες και στην ολότητά τους». Για τον πίνακα κυρίων ονομάτων αναφέρθηκα ήδη.

Πέραν τούτων, όμως το βιβλίο, όπως πρέπει να κάνει κάθε βιβλίο άξιο του ονόματός του, ανοίγει τόσα παράθυρα προβληματισμού που δεν ξέρεις σε ποιο να σταθείς και ποιο ν’ αφήσεις.

ΠΡΩΤΟΝ:
Τι είναι η Λευκάδα του 1952 – λίγο πριν, λίγο μετά- μέσα στην οποία ζει και δρα ως σημαίνον πρόσωπο ο Δημήτρης Φατούρος και επιχειρείται το προαναφερθέν φιλόδοξο εγχείρημα των «Γιορτών Λόγου και τέχνης»;

Κατ’ αρχάς να δούμε το γενικό πλαίσιο αυτής της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας: Οι βιοτικές συνθήκες στη Λευκάδα είναι από τις πιο σκληρές, που γνωρίζουμε στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Το ίδιο σκληρό είναι και το γενικότερο κλίμα που επικρατεί στον μικρό μας τόπο. Βρισκόμαστε στα δύσκολα και επώδυνα μετεμφυλιακά χρόνια, τρία χρόνια μετά τη λήξη μιας τραγωδίας, κατά την οποία η Λευκάδα μάτωσε περισσότερο από τον μέσο όρο της ελληνικής επικράτειας. Οι άνθρωποι προσπαθούν να επουλώσουν τις βαθιές πληγές, που άνοιξε ο Εμφύλιος, στις οποίες είχαν προστεθεί οι μεγάλες καταστροφές του σεισμού του 1948, να επιβιώσουν, να ξεφύγουν από τη στέρηση, να βελτιώσουν το επίπεδο ζωής τους. Τα μέσα, που έχουν, είναι η σκληρή δουλειά και η μετανάστευση, εσωτερική ή εξωτερική.

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον με τη Λευκάδα της εποχής εκείνης είναι ότι παράλληλα με τον αγώνα της επιβίωσης πορεύεται και η πίστη στη χρησιμότητα των πολιτισμικών αξιών. Στα πιο ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας εδραιώνεται η πεποίθηση (και αυτή διαχέεται και στην υπόλοιπη κοινωνία) ότι ο πολιτισμός, εκτός από την καθαυτό αξία του, είναι το όχημα με το οποίο το νησί θα δραπετεύσει από τη στέρηση και τη μιζέρια. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα οι πνευματικοί άνθρωποι αγωνίζονται να υπερβούν, στο μέτρο του δυνατού, τον πρόσφατο διχασμό και να χαράξουν δρόμους συλλογικής δράσης παράλληλα ή και σε σύνδεση με την πραγμάτωση των πνευματικών τους αναζητήσεων. Ειδικά, οι ηττημένοι του Εμφυλίου, που είναι αρκετοί και σημαντικοί, αγωνίζονται να υπερβούν την απογοήτευση για την αποτυχία των ελπίδων τους και να βρούνε νέους δρόμους που θα συντηρούν την ελπίδα και θα δίνουν διέξοδο στις πνευματικές τους ανησυχίες. Και αποτελεί ευχάριστο δείγμα νεωτερικότητας η (προφανώς με στοχαστικές προσαρμογές κατακτημένη) συν-αντίληψη όλων αυτών για την αυτονομία του πολιτισμικού πεδίου έναντι του πολιτικού, παρόλο ότι πολλοί από τους πρωτεργάτες της πολιτιστικής κίνησης των χρόνων εκείνων είναι άνθρωποι με ιδεολογική συγκρότηση, πολιτικοποιημένοι και με έντονη πολιτική δράση σε όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος. Ίσως δεν είναι συμπτωματικό το ότι την ίδια εποχή σε πανελλαδικό επίπεδο η αντίληψη αυτή οδηγεί στην έκδοση περιοδικών όπως η Επιθεώρηση Τέχνης (1955-1976) και συγκρούεται με αντιλήψεις, εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους, εκ των οποίων οι μεν θεωρούν τον πολιτισμό ως δραστηριότητα εντελώς άσχετη με την πολιτική οι δε ως θεραπαινίδα της πολιτικής.

Η επτανησιακή πολιτισμική παράδοση της Λευκάδος είναι ένα κίνητρο, οι αρχειακές διαθεσιμότητες της ένα πολιτισμικό κεκτημένο, η ευρηματικότητα των ανθρώπων και η ομορφιά του τοπίου της εγγενή πλεονεκτήματα και τα οράματα της προηγούμενης ταραγμένης δεκαετίας δραστικός καταλύτης. Ειδικά, τα δύο πρώτα, και κυρίως τα επιτεύγματα των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων του τόπου, παλιών και σύγχρονων (με κορυφαίους τους μεγάλους ποιητές του νησιού, τον «μυθικό» Βαλαωρίτη και τον άρτι αποβιώσαντα Σικελιανό), τα ηγετικά αστικά στρώματα της πόλης τα συνειδητοποιούν και τα αξιολογούν ως ένα βαρύ ιστορικό παρελθόν, του οποίου οφείλουν να φανούν άξιοι συνεχιστές και που τους δίνει το δικαίωμα να πιστεύουν ότι ο τόπος τους αξίζει καλύτερης τύχης και μεγαλύτερης προσοχής από την κεντρική διοίκηση αλλά και προτίμησης από τους ξένους, την ώρα που έχει σημάνει η ώρα του τουρισμού και άλλοι ελληνικοί τόποι έχουν ήδη καρπωθεί τις θετικές οικονομικές του συνέπειες.

Μια άλλη βασική σταθερά της σκέψης όχι μόνο των μορφωμένων του νησιού είναι η πεποίθηση ότι ο δρόμος προς ένα καλύτερο αύριο περνάει υποχρεωτικά μέσα από την περιφερειακή ανάπτυξη, η οποία βέβαια συνεπάγεται υποχρεωτικά την καταπολέμηση του υδροκεφαλισμού της πρωτεύουσας. Ιδιαίτερα όλη η ορμή της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας, όπως εκφράζεται μέσα από τον «Ορφέα», τον Σύλλογο Λευκαδίων Αττικής, τις «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» και την εφημερίδα του «Ορφέα» Λευκαδίτικες Σελίδες, έχει αυτή την πίστη ως σταθερή παράμετρο και την επιδιώκει με ζήλο και ενθουσιασμό. Εξ αιτίας αυτής της πεποίθησης το αίτημα για την τόνωση της οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξη της ιδιαίτερης πατρίδας τους, που τη θεωρούν όρο sine qua non για το πέρασμα του γενέθλιου τόπου σε ένα καλύτερο επίπεδο ζωής, είναι διάχυτο στη σκέψη και τα γραπτά των τοπικών λογίων.

Σε επίπεδο ατόμων οι λόγιοι, που παρέμειναν στη γενέτειρα – ο Κωνσταντίνος Μαχαιράς, ο Πάνος Ροντογιάννης, ο Πανταζής Κοντομίχης και ο Δήμος Μαλακάσης- καθένας στη δική του πορεία και στο δικό του σκαλοπάτι, πορεύονται ενεργά στον δρόμο των προσωπικών τους αναζητήσεων.

Σε επίπεδο φορέων, δίπλα στη βασική πολιτισμική σταθερά της γηραιάς Φιλαρμονικής, ο «Ορφέας» (έτος ίδρυσης 1937), συσπειρώνοντας τις πιο αξιόλογες πνευματικές εγχώριες δυνάμεις ενσαρκώνει την επιθυμία για πνευματική και πολιτιστική άνθιση. Με κόπους και ιδρώτα, πρωτίστως του Πάνου Ροντογιάννη αλλά όχι μόνο, στήνεται η Δημόσια Βιβλιοθήκη και το Μουσείο Μεταβυζαντινών Εικόνων, οριστικά κεκτημένα πλέον του λευκαδικού πολιτισμικού τοπίου μέχρι σήμερα.

Αυτό λοιπόν είναι το κλίμα, μέσα στο οποίο οι εγχώριες, ατομικές και συλλογικές, αξιόλογες δυνάμεις, που προέρχονται από τα ηγετικά αστικά στρώματα της πόλης, με εμφανή προσπάθεια να υπερβούν τις νωπές τραυματικές αντιθέσεις, σχεδίασαν, υπό την ηγεσία του «Ορφέα», ήδη από το 1952 την οργάνωση των «Γιορτών Λόγου και Τέχνης» ως του οχήματος που θα βγάλει το νησί από τα δεινά που το ταλανίζουν και οι οποίες, όπως ήδη είπαμε, αναβλήθηκαν εξ αιτίας του υφιστάμενου πολιτικού χάσμαστος, το οποίο, παρά τις εμφανείς και γενναίες προσπάθειες υπέρβασής του από τις δυνάμεις του «Ορφέα», δεν κατέστη δυνατόν να γεφυρωθεί. Για τη συνέχεια των Γιορτών και το Φολκλόρ δεν είναι στα πλαίσια της αποψινής εντολής μου να μιλήσω.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Τώρα που ζουμάραμε στη μεγάλη εικόνα του λευκαδικού τοπίου, ας εστιάσουμε στον «Ορφέα», που αποτελεί βασικό κύτταρό του. Πώς εντάσσεται ο «Ορφέας» μέσα στο γενικό σχήμα που μόλις κατάρτισα; Θα προσπαθήσω να απαντήσω προσθέτοντας στα όσα έχω πει ανωτέρω τρεις συγκεκριμένες επισημάνσεις και αποφεύγοντας τις γνωστές αμήχανες γενικολογίες, που απαντούν στο ερώτημα προσπερνώντας το.

Επισήμανση πρώτη: Ο Ορφέας το 1952, επί προεδρίας Δ.Φ. και με τον ίδιο ως δικηγόρο, τροποποιεί το καταστατικό του και από «Μουσικός Όμιλος» γίνεται πλέον «Μουσικοφιλολογικός Όμιλος». Είναι προφανές ότι η αλλαγή αυτή εκπέμπει ευανάγνωστα σήματα – όχι μόνο για τότε αλλά και για σήμερα: Ο «Ορφέας» αισθάνεται στενό το ως τότε πλαίσιο των δραστηριοτήτων του και θέλει να το διευρύνει όσο περισσότερο μπορεί. Η λέξη «φιλολογικός», που προστίθεται στον τίτλο του, σήμερα μπορεί να μη λέει πολλά τότε όμως είχε μεγάλο σημασιολογικό εύρος, που μέσα του περιέκλειε την ενασχόληση με όλους τους τομείς των γραμμάτων και των τεχνών.

Ότι έτσι είχαν τα πράγματα το αποδεικνύουν τα μετέπειτα πεπραγμένα του: Δίπλα στις παραδοσιακές μουσικές του δραστηριότητες (η χορωδία και η μαντολινάτα λειτουργούν από τα προπολεμικά χρόνια), προστίθενται νέες: Η έκδοση το 1954 του κυοφορούμενου από το 1951 γνωστού λευκώματος του (Μουσικοφιλολογικός Όμιλος Ορφεύς Λευκάδος, Λευκάδα, Σύντομο φωτογραφικό και ιστορικό διάγραμμα της φυσιογνωμίας του νησιού, Αθήνα 1954), το οποίο το οποίο, παρά τα πενιχρά οικονομικά και τα ανύπαρκτα τεχνικά μέσα της εποχής, αποτελεί αξεπέραστο πρότυπο παρόμοιων εκδόσεων στον χώρο της Λευκάδας, γιατί οι συντάκτες του έχουν άποψη, σχέδιο και γνώση των δεδομένων, που χειρίζονται, και επί πλέον ερασιτεχνισμό υψηλού επιπέδου που σήμερα δεν υπάρχει• η έκδοση φιλόδοξης εφημερίδας το 1961 (Λευκαδίτικες σελίδες), στην οποία γράφουν τοπικοί λόγιοι μεγάλου διαμετρήματος• τμήμα παραδοσιακών χορών τον Ιούνιο του 1960• διαλέξεις, οι οποίες φιλοδοξούν να ενταχθούν σε μια προγραμματισμένη σειρά (με βασική δεξαμενή άντλησης ομιλητών το Γυμνάσιο Λευκάδος)• ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού (Μάρτης 1962)• εγχώριες θεατρικές παραστάσεις (Το 1953 το δίπρακτο του Γιάννη Αθηνιώτη γύρω από τη ζωή και το θάνατο του Υψηλάντη, την 25.03.1960 (3) εικόνες από την Κυρά Φροσύνη του Βαλαωρίτη, τον Οκτώβριο του 1960 το Αλβανικό έπος του Σπύρου Φίλιππα Πανάγου, την 2η Μαΐου 1961 η Ηλέκτρα του Σοφοκλή από το Γυμνάσιο Λευκάδος). Και βέβαια, πάνω απ’ όλα, η σύλληψη του φιλόδοξου εγχειρήματος των Γιορτών Λόγου και Τέχνης το 1952, το οποίο αποτελεί το θέμα του βιβλίου μας.

Επισήμανση δεύτερη: ο «Ορφέας» έχει καθαρό κοινωνικό στίγμα. Ας κάνουμε πιο λιανά αυτό που ήδη έχουμε πει: Μεσούντος του Μεσοπολέμου ήδη, αρχίζει να συγκροτείται στη Λευκάδα μια καινούργια αστική τάξη στο κενό που άφησε η κατάρρευση της λευκαδικής τσιβιλιτά, του αρχοντολογιού δηλαδή. Το κενό σπεύδουν ορμητικά να το καλύψουν άτομα από τα ως τότε «παρακατιανά» αστικά στρώματα της πόλης, που ασφυκτιούσαν κάτω από την κοινωνική και πολιτική κυριαρχία των αρχόντων. Αλλά τον ίδιο δρόμο ακολουθούν και άτομα από την ύπαιθρο με όχημα ανόδου τους τίτλους, που εξασφάλιζε η πρόσβασή τους στην εκπαίδευση. Όλοι αυτοί επιχειρούν να αναδειχθούν ως η νέα κοινωνική και πνευματική ελίτ του τόπου κομίζοντας μαζί με τη φιλοδοξία τους τον ενθουσιασμό και τον δυναμισμό, που διαχρονικά κομίζουν στις αποσκευές τους τα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα. Αυτή την κοινωνική κινητικότητα θα μας την πιστοποιήσει χωρίς εμβριθείς αναλύσεις η σύνθεση του Δ.Σ. του «Ορφέα» του 1952: Φατούρος Δημήτριος δικηγόρος από την Εύγηρο, Απόστολος Μέξης δικαστικός (δεν είναι λευκάδιος), Πάνος Ροντογιάννης καθηγητής φιλόλογος από τους Τσουκαλάδες, Πανταζής Κοντομίχης καθηγητής φιλόλογος από τον Κάβαλο, Ευστάθιος Μαυρομάτης (υφασματ)έμπορος από την πόλη, Γεράσιμος Περδικάρης επιπλοποιός από την πόλη και Σπυρίδων Περδικάρης υπάλληλος της ΕΤΕ. Όλοι 45 ετών και κάτω, αν δεν κάνω λάθος

Επισήμανση τρίτη: Το ΔΣ του «Ορφέα» αποτελείται από πρόσωπα, τα περισσότερα των οποίων διαθέτουν σημαντικό ειδικό βάρος και από πλευράς επαγγελματικών προσόντων και από πλευράς γενικότερης συγκρότησης – πέραν του ενθουσιασμού που προμνημονεύσαμε. Οι άνθρωποι αυτοί προφανώς και δεν αντιπροσωπεύουν τον μέσο όρο της κοινωνίας – είναι πιο πάνω. Και ειδικά στο συγκεκριμένο εγχείρημα του 1952, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και των διαθέσιμων οικονομικών και τεχνικών μέσων, νομίζω ότι υπερέβησαν και το δικό τους ταβάνι. Είναι από τις στιγμές που το ασκημένο μάτι βλέπει ότι η ομαλή, χωρίς εντυπωσιακές διακυμάνσεις, πορεία της ιστορίας διακόπτεται απότομα από ένα εντυπωσιακό πικ. Αυτά πρέπει να τα θυμόμαστε πάντα. Χωρίς αυτή τη θύμιση και την επακόλουθη σύγκριση, οι διάδοχες γενεές θα δυσκολευτούν να φανούν άξιοι συνεχιστές της σκυτάλης που παρέλαβαν. Είναι κάτι σαν νόμος που ισχύει διαχρονικά: οι μεταγενέστεροι, όταν έχουν ευκλεείς προγόνους, πρέπει να χρησιμοποιούν συχνά τη ζυγαριά.

Εδώ, για να μη χάνουμε το μέτρο, θα βάλω έναν αστερίσκο: η θετική αποτίμηση του έργου του Δ.Σ. του «Ορφέα» των χρόνων εκείνων (όπως και των επομένων) δεν μπορεί να οδηγεί στην αγιοποίηση των πάντων. Ανάμεσα στην υποτίμηση και τη αγιοποίηση υπάρχει η βασιλική οδός της μετά λόγου γνώσεως αποτίμησης. Αν η υποτίμηση έχει πίσω της την ασχετοσύνη και την αδιαφορία, η αγιοποίηση εκβάλλει στον τοπικό μικρομεγαλισμό, που είναι η άλλη όψη του αρχοντοχωριατισμού. Για να ισορροπήσουμε στο σωστό σημείο, καλό θα ήταν να ξεφυλλίσουμε πάλι τις Λευκαδίτικες Σελίδες (άλλο λαμπρό μα και παραμελημένο επίτευγμα του «Ορφέα») και να διαβάσουμε τα σχετικά σχόλια του Δήμου Μαλακάση στη στήλη «ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ». Εκεί ο Δ.Μ., εκ των πρωτεργατών των Γιορτών και θερμός υμνητής τους, μας θυμίζει π.χ. ότι οι χορευτές, για ν’ ανέβουν στο πατάρι, χρησιμοποιούσαν τις ψαροκασέλες του Βελέντζα!

ΤΡΙΤΟΝ: Από τα ήδη λεχθέντα προκύπτει επαγωγικά η μεγάλη σημασία του παρουσιαζόμενου βιβλίου για την τοπική ιστορία, καθώς κάνει προσιτό στο ευρύ κοινό και στις νεότερες ένα κομβικό ζήτημα της λευκαδικής πνευματικής και όχι μόνο ζωής, τη δύσκολη και επώδυνη κυοφορία των «Γιορτών Λόγου και Τέχνης». Αυτή η προσέγγιση είναι βασική προϋπόθεση για την κατάκτηση της αυτογνωσίας μας, η οποία σε τελική ανάλυση αποτελεί αφετηρία βελτίωσης. Γιατί, ό,τι, κι αν λένε, η ιστορία «διδάσκει». Όχι όμως με τον γνωστό κατηχητικού τύπου εύπεπτο φρονηματισμό, που έχει εξαντλήσει από καιρό τις όποιες δυνατότητές του, αλλά με την κατανόηση, που προκύπτει από τη μελέτη, των πεπραγμένων της. Το κάναμε ήδη χειροπιαστό επί του προκειμένου πως μπορεί να γίνει αυτό: βάζοντας στη ζυγαριά από τη μια τα πνευματικά αναστήματα και τα πεπραγμένα της γενιάς εκείνης και από την άλλη τα δικά μας.

ΤΕΤΑΡΤΟΝ: Το βιβλίο του Δ.Φ. – και αυτό είναι εξαιρετικά ελκυστικό για τον μελετητή – συγκροτεί ένα παραδειγματικό σχήμα όχι μόνο για την ερμηνεία μιας κρίσιμης εποχής του τοπικού παρελθόντος αλλά έχει εμβέλεια πανελλαδική. Παρόμοια με τα συμβάντα στη Λευκάδα το καλοκαίρι του 1952 συνέβησαν προφανώς και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τα ερμηνευτικά κλειδιά, που χάρισε σε μας η υποδειγματική καταγραφή του Δ. Φ., μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την ερμηνεία αυτών των συμβάντων εκεί που δεν υπήρξε τέτοιας πιστότητας καταγραφή και που μάλλον είναι η πληθώρα των περιπτώσεων.

Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να θίξω παρεμπιπτόντως δύο άλλα ζητήματα, στα οποία με ωθεί πιεστικά η ανάγνωση του βιβλίου.

Το πρώτο και πιο σημαντικό -το υπαινίχτηκα ήδη παραπάνω- είναι το πολύ υψηλό επίπεδο του δημόσιου διαλόγου των πρωταγωνιστών των επίμαχων γεγονότων. Ενώ είναι προφανές ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας σκληρής ιδεολογικής σύγκρουσης, ο δημόσιος λόγος τους διατηρεί μια ψυχραιμία και μια ευγένεια που εκπλήσσει. Είναι λόγος ευθύς, με σαφείς θέσεις, χωρίς υπονοούμενα και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, ένας λόγος που κινείται αποκλειστικά στη σφαίρα της αντιπαράθεσης ιδεών και απόψεων και δεν διαρρηγνύει τις προσωπικές τους σχέσεις. Είναι βέβαιο ότι ο σημερινός αναγνώστης, εθισμένος στον δημόσιο λόγο της εποχής μας, θα νιώσει ρίγος, όταν διαβάσει τα κείμενα αυτά – το ρίγος εκείνου που συνειδητοποιεί ότι δεν κατάφερε να διατηρήσει κάτι πολύ σπουδαίο που του το κληροδότησαν οι πρόγονοί του.

Το δεύτερο είναι η διαπίστωση ότι από τους ανθρώπους αυτούς, που έδειξαν ως τότε μια πραγματική σοφία στο θέμα των αναπόφευκτων συμβιβασμών, έλλειψε το κάτι παραπάνω που θα ισορροπούσε τα πράγματα την κρίσιμη στιγμή. Ο επιμελητής στα Επιλεγόμενά του το διατυπώνει καίρια: «Οι άνθρωποι του «Ορφέα», με τον ενθουσιασμό, τα ταλέντα τους και τον εθελοντισμό τους… κατεβάζουν ιδέες, σχεδιάζουν ερασιτεχνικά χωρίς πόρους, υποδομές και τεχνογνωσία για την οργάνωση μεγαλύτερων πολιτιστικών γεγονότων, πέραν του τοπικού και του στοιχειώδους. Τα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας και του κόσμου τα παρακολουθούν λιγότερο ή περισσότερο. Στο σύστημα είναι ενταγμένοι ή θέλουν να ενταχθούν και να ζήσουν, μακάρι και με αξιοπρέπεια. Τα στενά όρια που τους βάζει η εποχή τους και η επαρχία δεν τα γνωρίζουν καλά». Το αποτέλεσμα είναι το αναμενόμενο: η ήττα της «αδύνατης» πλευράς και η πύρρεια νίκη της «ισχυρής». Με την απόσταση του χρόνου εμείς όλα αυτά τα βλέπουμε καθαρά. Αφαιρώντας όμως αυτή την απόσταση και μπαίνοντας νοητά μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα του τότε, βλέπεις ότι εκτυλίσσεται το χρονικό μιας προαναγγελθείσας αλλά και συγχρόνως αναπόφευκτης σύγκρουσης! Και, αν το δει κανείς από την άποψη αυτή, δεν θα είχε άδικο αν έλεγε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τυπικό ελληνικό «δράμα», από τα πολλά εκείνα που οδήγησαν τη λαϊκή πείρα αιώνων να διατυπώσει τη γνωστή παροιμία με την καρδάρα και το γάλα. Με διαφορετικά λόγια, η ιστόρηση των γεγονότων του 1952 από τον Δ.Φ. μας κληροδοτεί μια εμπειρία χρήσιμη για την υπέρβαση παρόμοιων καταστάσεων.

Η πραγματικότητα βέβαια απόδειξε ότι τελικά η κρίση του 1952 ευτυχώς δεν πλήγωσε ανήκεστα την ανορθωτική προσπάθεια του «Ορφέα» και όλων των δυνάμεων που στοιχίζονταν στην ίδια πορεία. Η ικανότητα των προωθητικών συμβιβασμών και των συνεργασιών επέζησε της κρίσης. Και οι «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» έγιναν γρήγορα πραγματικότητα, που συνεχίζεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα. Έτσι ο ο Δ.Φ. μπορούσε να νιώσει δικαιωμένος για τα πεπραγμένα του 1952 και το 1986 να γράφει στο βιβλίο του «Η ζωή μου», τακτοποιώντας τα «όλα επιγραμματικά σε ένα γενικά παραδεκτό ιδεολογικό σχήμα», κατά την επί λέξει εύστοχη διατύπωση του επιμελητή του βιβλίου:

Οι Γιορτές του «Ορφέα» 29, 30 και 31 Αυγούστου, που ματαιώθηκαν […] αφήσανε τη σφραγίδα αυτού του μεγαλεπήβολου οράματος των Γιορτών Λόγου και Τέχνης […] όπως και οι Γιορτές Λόγου και Τέχνης Λευκάδος από το 1955 και ύστερα από τις Γιορτές του «Ορφέα» του 1952 πήραν την έμπνευση. Από αυτές τις Γιορτές του «Ορφέα» δεχτήκανε την επιτυχία τους, που δημιούργησαν το απρόβλεπτο εκείνο θαύμα, όπως χαρακτηρίστηκε, της προβολής του νησιού μας στο Πανελλήνιο και Διεθνώς. Ο «Ορφέας» λοιπόν έχει την πατρότητα […] των Γιορτών Λόγου και Τέχνης 1955 και ύστερα μέχρι σήμερα. Η τιμή ανήκει στον «Ορφέα», σ’ όλους εκείνους επώνυμους και ανώνυμους, που δούλεψαν για τις Γιορτές του 1952.

Κυρίες και κύριοι

Τα ζητήματα, που μας ανοίγει το βιβλίο του Δ. Φατούρου, δεν έχουν τελειωμό αλλά η κλεψύδρα τελείωσε.
Κλείνοντας, ας εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στον συγγραφέα του βιβλίου, που μας άφησε αυτή τη σπουδαία μαρτυρία για την ιστορία του τόπου μας. Ας αποδώσουμε τα εύσημα στον επιμελητή του βιβλίου, που έκανε το βιβλίο του Φατούρου εύχρηστο ανάγνωσμα σε κάθε φιλομαθή αναγνώστη και πολύτιμο εργαλείο για τη γνώση της τοπικής ιστορίας. Και ας ευχηθούμε χρόνια πολλά στον εορτάζοντα τα 80χρονά του «Ορφέα» δίνοντάς του την υπόσχεση ότι εν ευθέτω χρόνω θα του ετοιμάσουμε μια νέα επαυξημένη και βελτιωμένη έκδοση της Ιστορίας του!

Προηγουμενο αρθρο
Ανήλικοι χτύπησαν ηλικιωμένο για 60 ευρώ στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Ιδιωτικοποιήθηκε το νερό;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *