HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΟ Επτανησιακός πολιτισμός ως στοιχείο της περιφερειακής ανάπτυξης και συνοχής

Ο Επτανησιακός πολιτισμός ως στοιχείο της περιφερειακής ανάπτυξης και συνοχής

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Ο Επτανησιακός πολιτισμός ως στοιχείο της περιφερειακής ανάπτυξης και συνοχής

Α. Ορισμοί και περιορισμοί

10-14Απ’ τις τρεις έννοιες του τίτλου (Επτανησιακός πολιτισμός, περιφερειακή ανάπτυξη, συνοχή), προβλήματα ορισμού έχουν όχι μόνο οι δύο τελευταίες αλλά και η πρώτη. Χωρίς στοιχειώδη όμως ορισμό της καθίσταται δύσκολη η περαιτέρω ανάλυση και η σχέση της με τις δύο επόμενες. Ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά.

Στη βάση κάθε πολιτισμού κανονικά υπόκειται η ύπαρξη ενός συλλογικού σώματος, που τον παράγει, και η ύπαρξη μιας θεσμικής ή διοικητικής-κρατικής οντότητας εντός των ορίων της οποίας το συλλογικό αυτό σώμα δρα. Εντός του κοινού πολιτισμικού γενικού πλαισίου αυτονόητη είναι η ύπαρξη των ετεροτήτων. Στην περίπτωση του «Επτανησιακού πολιτισμού» το συλλογικό σώμα είναι ένα τμήμα της Ελληνικής κοινωνίας, το οποίο κάτω από τον κυρίαρχο έχει τη δική του κοινοτική οργάνωση και κάποια μέλη του, κυρίως της ανώτερης τάξης, μετέχουν ως αξιωματούχοι στη διοικητική-κρατική οργάνωση των κυριάρχων. Και η κρατική-διοικητική οντότητα είναι μια ενότητα που την επέβαλαν οι ξένοι κυρίαρχοι και που αρχικά μεν ήταν αρκετά χαλαρή αλλά πάντως δημιούργησε στις κοινωνίες των επτά νησιών ιστό εσωτερικής οργάνωσης που ενίσχυσε την ανάδυση της συνείδησης μιας νησιωτικής ενότητας: αυτή η συνείδηση αποτέλεσε μοχλό για τη μετάβαση στη μορφή ενιαίου κράτους στο χρονικό διάστημα 1800-1864.

Ο «Επτανησιακός πολιτισμός», λοιπόν, είναι ένα πραγματικό αποτέλεσμα στα πλαίσια μιας διοικητικής ενότητας, που επέβαλαν εκ των άνω οι ξένοι κυρίαρχοι, η οποία παύει να υφίσταται με την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στον εθνικό κορμό και ανασυντίθεται τα τελευταία χρόνια, μέσα σε πολύ διαφορετικές συνθήκες πια, με την μορφή της διοικητικής περιφέρειας.

Η κατάργηση της επτανησιακής κρατικής οντότητας όμως δεν έσβησε τη συνείδηση της ενότητας, βασικά της πολιτισμικής. Οι αδράνειες του παρελθόντος συνεχίζουν: αν και με φθίνουσα τάση, το πολιτιστικό μόρφωμα των Επτανήσων αντιστάθηκε και επεβίωσε ανανεούμενο ως η δυτική συνιστώσα του Νεοελληνικού πολιτισμού που δεν την αποσύνθεσαν ούτε οι τοπικές ετερότητες ούτε η κεντρική τάση για ομοιομορφία. Και αυτό συνέβη όχι μόνο στον προνομιακό (για τις αδράνειες) χώρο του πολιτισμού (π. χ. της τέχνης)∙ και στον χώρο του «πραγματικού», π. χ. της οικονομίας (κίνηση εμπορευμάτων, θαλάσσιοι δρόμοι, κλπ) οι ιδιοτυπίες συνεχίστηκαν.

Εδώ να διευκρινίσουμε ότι η παρούσα χρήση της έννοιας «πολιτισμός» (της οποίας θα εξετάσουμε τις επιπτώσεις στην περιφερειακή ανάπτυξη και τη συνοχή) δεν είναι η επιστημονική (δεν περιλαμβάνει δηλαδή σύμπαντα τα επιτεύγματα μιας κοινωνίας)∙ είναι η συνήθης: εντάσσομε σ’ αυτήν τα δημιουργήματα ορισμένων τομέων της ανθρώπινης ζωής, του «πνευματικού», του «καλλιτεχνικού», του «επιστημονικού» και του «λαϊκού πολιτισμού». Και στην περίπτωση μας η χρήση αυτή είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα: η κοινότητα του επτανησιακού πολιτισμού είναι πιο έντονη και διακριτή στα πολιτιστικά μορφώματα, στα οποία έφθασαν οι νησιώτικες κοινωνίες, κυρίως οι κοινωνίες των πόλεων.

Υπό τον περιορισμό της ανωτέρω παρατήρησης οι κύριοι επί μέρους τομείς του «Επτανησιακού πολιτισμού», που συνιστούν αφ’ ενός την δική του εσωτερική ενότητα και αφ’ ετέρου την ιδιαιτερότητα του – σε σχέση με το εθνικό κέντρο- και θα αποτελέσουν τη βάση του προβληματισμού μας στην παρούσα περίπτωση είναι:

• Η Ζωγραφική και η Μουσική: και στις δύο έχουν υιοθετηθεί οι ομόλογες δυτικές επιδράσεις που τις διαφοροποιούν καθαρά από τις αντίστοιχες του Ελλαδικού χώρου.
• Η Λογοτεχνία: η Επτανησιακή Σχολή είναι αυτοφυές δημιούργημα του ιονίου χώρου, διαποτισμένη από το Σολωμικό παράδειγμα που της δίνει το ενοποιό στοιχείο και τη διαφορά από το εθνικό κέντρο και στο θεματικό πεδίο και στο γλωσσικό. Η Σχολή έχει πρόδρομο της την προσωλομική παράδοση και συνέχεια της, μέχρι την 3η δεκαετία του 20ού αιώνα, την Κερκυραϊκή Σχολή με τον Ντίνο Θεοτόκη τελευταίο σημαντικό εκπρόσωπο. Στο ζακυθινό δίδυμο Σολωμού- Κάλβου η Λευκάδα έχει να παρουσιάσει τον Βαλαωρίτη και τον Σικελιανό.
• Η Γλώσσα που είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ιδιαιτερότητας του Επτανησιακού πολιτισμού -όχι μόνο στη λογοτεχνική της εκδοχή, που την αντιδιαστέλλει από την αντίστοιχη του ελλαδικού χώρου, αλλά σε όλες τις εκφάνσεις της.
• Η Εκπαίδευση, που είναι προσανατολισμένη στη Δύση και η οποία διαμορφώνει τις τοπικές κοινωνικές και πολιτικές elites. Πρώτος ο ιόνιος χώρος αποπειράται τη δημιουργία ενιαίου εκπαιδευτικού συστήματος από τα πρώτα χρόνια της Αγγλικής Προστασίας.
• Η λίγο-πολύ κοινή σε όλα τα νησιά Αρχιτεκτονική
• Τα δρώμενα του λαϊκού πολιτισμού, περισσότερο του αστικού αλλά και του αγροτικού.

Ο ιστορικός, βέβαια, πρέπει να καθορίζει την χρονικότητα των δημιουργημάτων των ανωτέρω τομέων πολιτισμού και να μην τα προσλαμβάνει σε μια ορισμένη στιγμή μόνο-συνήθως στη φάση της αποκρυστάλλωσης. Αλλά στην «πολιτική διαχείριση» του πολιτιστικού προϊόντος ο εκάστοτε διαχειριστής δεν είναι υποχρεωμένος να προβαίνει σε όλες αυτές τις λεπτές διακρίσεις. Χρειάζεται στερεότερα μορφώματα. Από την άλλη αυτό δεν μπορεί να οδηγεί στην αυθαιρεσία και στον κακό ερασιτεχνισμό. Απαιτείται γνώση των βασικών παραμέτρων του θέματος και υπευθυνότητα. Και εδώ ανοίγει το άλλο κεφάλαιο: Συνεργασία πολιτικής και διανόησης.

Β. Στην υπηρεσία της περιφερειακής ανάπτυξης και συνοχής

Από τη στιγμή που καταλήγουμε σε έναν ορισμό της έννοιας «Επτανησιακός πολιτισμός», τίθενται τα ζητήματα που διατυπώνονται στον τίτλο: αν και, κυρίως, πως αυτό το πολιτιστικό μόρφωμα μπορεί να συνεισφέρει στην περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή. Προφανώς, αυτή η οπτική δεν είναι η μοναδική από την οποία μπορεί να ιδωθεί το πολιτιστικό δημιούργημα που ούτως ή άλλως έχει την αυταξία του ως τεχνουργημένο αποκρυστάλλωμα της μακράς διάρκειας και επιτελεί και άλλου τύπου λειτουργίες πέραν αυτών που θα εξετάσουμε.

Όσον αφορά στο πρώτο ζητούμενο, αν δηλαδή μπορεί ο «Επτανησιακός πολιτισμός» να βοηθήσει στην περιφερειακή ανάπτυξη, κατ’ ουσίαν δηλαδή, στην οικονομική, η απάντηση στο ερώτημα έχει τη γενική της διάσταση, που αφορά κάθε τοπική κοινωνία: αποφέρει οικονομικά οφέλη με την κατάλληλη διαχείριση-η οποία προϋποθέτει γνώση του θέματος από τους διαχειριστές του, δηλαδή αυτονόητα κατακτημένα από την ιθύνουσα πολιτικά τάξη και από την κοινωνία μιας χώρας ευρωπαϊκής. Στο νου μας έρχεται πρώτα ο τουρισμός, η προσέλκυση δηλαδή επισκεπτών που δεν επιθυμούν μόνο τα γνωστά τυποποιημένα πακέτα υπηρεσιών αλλά διακατέχονται και από άλλες ανησυχίες και ψάχνουν να γνωρίσουν την ιδιοσυστασία του τόπου που επισκέπτονται: τη φύση του, τους αρχαιολογικούς του χώρους, τα καλλιτεχνικά του δημιουργήματα, τη μουσική του, τα ήθη και έθιμα των ανθρώπων του. Και εικάζουμε βάσιμα ότι ο τουρισμός αυτού του τύπου είναι οικονομικά-και ευρύτερα αναπτυξιακά- πιο επωφελής από τον τουρισμό της τρέχουσας διαχείρισης.

Δεν υπάρχει όμως μόνο ο τουρισμός και η ευθέως οικονομική οπτική. Θα μετακινηθώ στον καλούμενο πνευματικό τομέα-στοχεύοντας στην ειδική διάσταση του θέματος, την Επτανησιακή: δραστηριότητες που ριζώνουν στον χώρο και έχουν προοπτική αξιοποίησης, μπορούμε να τις θέτουμε στην υπηρεσία της ανάπτυξης. Π. χ. η ύπαρξη των επτανησιακών αρχείων δικαιολογεί τη διεκδίκηση και την ανάπτυξη δραστηριοτήτων και κατευθύνσεων εκπαιδευτικών που συνάδουν μ’ αυτή την πραγματικότητα. Το ίδιο μπορεί να υποστηριχθεί για την Επτανησιακή Λογοτεχνία, τη Μουσική και τη Ζωγραφική. Στον χώρο της Αρχιτεκτονικής και της κατασκευής οικοδομημάτων τα ίδια. Και έχουν γίνει βήματα πολλά προς την κατεύθυνση αυτή. Η διαπαιδαγώγηση της κοινωνίας στο να αναγνωρίζει και να χαίρεται τα κοινά πολιτιστικά στοιχεία της επτανησιακής παράδοσης μπορεί να οδηγήσει στον σεβασμό των μνημείων της και των εκφράσεων της, τα οποία ανιχνεύει ο ξένος «καταναλωτής».

Οι γενικά διαγραφόμενες αυτές προτάσεις για να είναι αναπτυξιακές, δεν πρέπει να περιορίζονται στη στόχευση του ιδεολογήματος που κατά κόρον ονομάζουμε «διάσωση της ταυτότητας». Αναδεικνύονται παράγοντες ανάπτυξης όταν -χωρίς να υποβαθμίζουν την ποιότητα- δημιουργούν παράλληλα ένα ιστό παράπλευρων δραστηριοτήτων. Η ανάπτυξη αυτή, πέραν της γενικότερης συμβολής της, μπορεί να ανατροφοδοτήσει, με τους οικονομικούς πόρους, που προσελκύει, το πεδίο των πολιτισμικών δραστηριοτήτων δίνοντας λύσεις στο ακανθώδες πρόβλημα της χρηματοδότησης του πεδίου αυτού. Και είναι σημαντικό να μπορέσει να θέσει κανείς σε κίνηση τέτοιες διαδικασίες σε μια εποχή που επιζεί το κλασσικό στερεότυπο ότι η ανάπτυξη έρχεται από άλλους πιο πεζούς, γνωστούς δρόμους και σε μια χώρα και μια περιφέρεια που ή δεν διαθέτουν αυτούς τους «δρόμους» ή τους έχουν αχρηστέψει.

Ως προς το δεύτερο ζητούμενο: εδώ το σχήμα παρουσιάζεται αντεστραμμένο: το πολιτιστικό μόρφωμα, που γεννήθηκε μέσα στα όρια μιας διοικητικής ενότητας και συνεπώς της οφείλει πολλά, καλείται να υπηρετήσει τη συνοχή του ίδιου χώρου σε χρόνους που άλλες παράμετροι, συντελεστικές της ενότητας ενός χώρου (π. χ. οικονομικές σχέσεις, συγκοινωνίες και δρόμοι του εμπορίου αλλά και του τουρισμού) δρουν φυγόκεντρα και απειλητικά για την ενότητα των Ιονίων Νήσων.

Θεωρούμε ότι και στην ειδική περίπτωση της περιφέρειας των Ιονίων έχει ισχύ η βασική αρχή ότι η κοινότητα πολιτισμού ενός λαού ή μιας κοινωνίας αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα για την συγκρότηση της ταυτότητας του λαού αυτού, που με τη σειρά της αποτελεί τον βασικό συνεκτικό παράγοντα της κρατικής οντότητας του.

Η επίτευξη της συνοχής, βέβαια, δεν μπορεί να έρθει μόνο μέσω της ιδεολογικής, ή και σωφρονιστικής, χρήσης του πολιτισμικού παράγοντα αλλά κυρίως μέσω της συμβολής του στην περιφερειακή ανάπτυξη όπως την προκαθορίσαμε ανωτέρω – αυτή θα υφάνει τον ιστό των πραγματικών δραστηριοτήτων που θα δημιουργήσουν το «υλικό» υπόστρωμα αυτής της συνοχής.

Όλα αυτά ισχύουν δυνάμει, υπό προϋποθέσεις και με ερωτηματικά ως προς την έκταση της επιτυχίας του εγχειρήματος. Και απαιτούν χάραξη και εφαρμογή πολιτικών. Και όχι πολιτικών τρέχουσας διαχείρισης αλλά πολιτικών που έχουν και προγραμματισμό και συνέπεια και κάποιο όραμα, δηλαδή πολιτικών δυσκολότερων από τις συνήθεις. Άρα αποτελούν πρόκληση. Που πρέπει να γίνεται αντιληπτή από όλο και περισσότερους.
Ξαναμπαίνει πάλι το πρόβλημα: Πως η πολιτική εξουσία -είτε κεντρική είτε περιφερειακή- χαράζει και εφαρμόζει αποτελεσματική πολιτική στον τομέα του πολιτισμού. Και πως μια κοινωνία αποκτά δυνάμεις που πιέζουν και συνεπικουρούν συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση. Η πίστη στον επιδιωκόμενο στόχο και το ξεκίνημα, αν συνδυαστούν με αντίστοιχες ξένες εμπειρίες και δημιουργήσουν προσδοκίες επιτυχίας, μπορεί ίσως να δώσουν τη λύση στα αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν από χρόνιες καθυστερήσεις αλλά και καταστροφές εξ αιτίας των άναρχων και κάποτε καταστρεπτικών για το τοπίο και τα μνημεία επιθετικών τουριστικών πολιτικών.

Είναι φανερό ότι αυτό που υποστηρίζουμε για το σύνολο του ιονίου χώρου, έχει την εφαρμογή του σε κάθε νησί. Οι τοπικοί πολιτικοί φορείς πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν. Αυτό σημαίνει ότι σε θέματα τοπικής εμβέλειας θα χαράζουν πολιτιστική πολιτική, που θα κινείται εντός του προαναφερθέντος πλαισίου, και σε θέματα πανιόνιας εμβέλειας θα παρεμβαίνουν, κατά το μέτρο των αρμοδιοτήτων τους, ούτως ώστε οι λαμβανόμενες αποφάσεις να ευθυγραμμίζονται με τους βασικούς άξονες του.

Αν τώρα θελήσουμε να επιχειρήσουμε μια μικρή εξειδίκευση στα δικά μας, θα μπορούσαμε να δώσουμε, εν τάχει, δυο δείγματα πολιτιστικής πολιτικής, προσέχοντας οι προτάσεις να μην είναι γενικόλογες- έχουν χορτάσει όλοι από δαύτες!- αλλά να είναι εφικτές, τεχνικά και οικονομικά, και να εντάσσονται με σαφήνεια στο αναπτυξιακό σχέδιο που περιγράψαμε.

Το πρώτο είναι η αξιοποίηση του κάστρου της Αγίας Μαύρας, της εμπροσθοφυλακής του νησιού, ως χώρου επισκέψιμου και ως χώρου εκδηλώσεων πολιτισμού. Δεν συνιστούν βάσιμη αντίρρηση οι αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος, που πολλοί επικαλούνται, ούτε το επιχείρημα ότι αρμόδια για το χώρο είναι η αρχαιολογική υπηρεσία – δεν ζούμε σε φεουδαρχικό σύστημα.

Το δεύτερο: μέσα στο ιβάρι μπορεί με μια ήπια παρέμβαση να ανοίξει πάλι ο δρόμος του τούρκικου υδραγωγείου, με τις 360 καμάρες του, ως δρόμος περιπάτου. Δρόμους με άσφαλτο έχει και η Λευκάδα και όλη η Ελλάδα. Ένας τέτοιος δρόμος όμως θα δίνει ευδιάκριτο το στίγμα της Λευκάδας γιατί θα είναι ριζωμένος βαθιά στο ιστορικό της υπέδαφος.

Οι προκλήσεις είναι πολλές. Χαρακτηριστική επί παραδείγματι η πρόκληση για σωστή διαχείριση της θεωρίας του W. Dοrpeld. Και πολλές άλλες. Αλλά το ζητούμενο δεν είναι η ύπαρξη δυνατοτήτων και ευκαιριών – αυτές υπάρχουν. Το ζητούμενο είναι πρωτίστως πως οι τοπικές εξουσίες θα τις εντάξουν στο σχεδιασμό τους και ύστερα πως η πλειοψηφία της κοινωνίας –ή, τουλάχιστον, κάποια δυναμικά τμήματά της- θα επικροτούν και θα ωθούν συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση. Και, αν θέλουμε να έχουμε πιθανότητες επιτυχίας, πρέπει να ομολογήσουμε ότι και το δικό μας επίπεδο δεν βρίσκεται μακριά από τον ελληνικό μέσο όρο, δηλαδή δεν «πιάνει» τα στάνταρ που προαναφέραμε και, συνεπώς, πρέπει να το βελτιώσουμε.

[ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ-01.07.2015]

Προηγουμενο αρθρο
Ο Ανδρέας Παντζιαράς νέος προπονητής του Τηλυκράτη
Επομενο αρθρο
Κίτρινη αναρριχώμενη τριανταφυλλιά

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *