HomeΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑΟ Λευκαδίτης Λάκης Σάντας και η επέτειος της υποστολής της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη

Ο Λευκαδίτης Λάκης Σάντας και η επέτειος της υποστολής της ναζιστικής σημαίας από την Ακρόπολη

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Σήμερα συμπληρώνονται 76 χρόνια από την νύχτα της 30ης προς 31η Μαϊου του 1941, όταν δύο παιδιά, φοιτητές, ο Λάκης Σάντας και ο Μανώλης Γλέζος, αγνοώντας τους κινδύνους και ρισκάροντας τη ζωή τους, με μια παράτολμη ενέργεια, κατέβασαν από τον ιστό της τη φασιστική σβάστικα, την πολεμική σημαία της ναζιστικής Γερμανίας, πραγματοποιώντας την πρώτη πράξη αντίστασης στην Ελλάδα και επιφέροντας ισχυρό πλήγμα στο κύρος των Γερμανών κατακτητών.

Εμείς οι Λευκαδίτες έχουμε να περηφανευόμαστε για τις ηρωικές πράξεις πολλών συμπατριωτών μας, αλλά γι΄ αυτή ειδικότερα, νιώθουμε μεγάλη τιμή. Ο ένας από τους δυο αυτούς ήρωες, είναι Λευκαδίτης. Ο λόγος βέβαια για τον Απόστολο (Λάκη) Σάντα, που ο πατέρας του κατάγεται από το ορεινό παραδοσιακό χωριό, με σημαντική συμμετοχή στο έπος της Εθνικής Αντίστασης, τους Πηγαδισάνους.

Η πλατεία Λάκη Σάντα στην πόλη της Λευκάδας

Ο ίδιος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1922, καθώς ο πατέρας του υπηρετούσε εκεί ως δασάρχης. Τα πρώτα χρόνια της ζωή του, η οικογένεια έζησε σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, λόγω των μεταθέσεων του πατέρα του, υπαλλήλου του υπουργείου Γεωργίας. Το 1934 η οικογένεια εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα και το 1939 ο Λ. Σάντας εισάγεται στη Νομική Σχολή.

Ήδη ο φασιστικός άξονας είχε αρχίσει να απλώνει τα πλοκάμια του σε Ανατολή και Δύση. Τέλος Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα και υψώνουν τον αγκυλωτό σταυρό στο Βράχο της Ακρόπολης. Το χιτλερικό σύμβολο προκαλούσε την ελληνική υπερηφάνεια. Ένα μήνα αργότερα (29 Μαΐου), τελειώνει η μάχη της Κρήτης και το νησί έρχεται κι αυτό στα χέρια των κατακτητών. Η θλίψη και η αγανάκτηση μεγαλώνει, κι έτσι κατασταλάζει μέσα στους 19χρονους φοιτητές η παράτολμη αυτή ιδέα.

«Οκτώβρης 1941. Στο βράχο της Ακρόπολης, εκτός από τη γερμανική σημαία, αναρτάται και η ιταλική, αν και σε υποδεέστερο σημείο…» Αρχείο Λ. Σάντα

Εξιστορώντας το εγχείρημα υποστολής της χιτλερικής σημαίας από τον βράχο της Ακρόπολης στον Ηλία Πετρόπουλο, ο Λάκης Σάντας είχε πει:

«Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κοιτούσαμε. Και τότε… το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρουμε. Να την γκρεμίσουμε και να την ξεσχίσουμε και να πλύνουμε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ’ αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας».

«Οι δύο συναγωνιστές κάτω από την Ακρόπολη, 1985». Αρχείο Λ. Σάντα.

Και στρώθηκαν στη δουλειά για να το υλοποιήσουν. Πήγαν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και διάβασαν ό,τι σχετικό υπήρχε με τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης. Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Το βράδυ της 30ης Μαϊου, στις 9:30, κατευθύνθηκαν προς την Ακρόπολη. Η μικρή φρουρά βρίσκονταν στα Προπύλαια. Ο Γλέζος και ο Σάντας πηδούν τα σύρματα, σέρνονται ως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και χρησιμοποιούν τις σκαλωσιές των αρχαιολόγων προκειμένου να ανεβούν. Σε αφήγηση των γεγονότων εκείνης της νύχτας, ο Α. Σάντας θα πει: «Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα». Σκαρφαλώνουν και προχωρούν συρτά με την κοιλιά προς τον ιστό της σημαίας. Για καλή τους τύχη εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει κανένας φρουρός που θα μπορούσε να τους ανακαλύψει. Με γρήγορες κινήσεις κατεβάζουν το σύμβολο του Γ’ Ράιχ το οποίο μάλιστα ήταν τεραστίων διαστάσεων (4μ. μήκος επί 2μ.πλάτος).

Και ο Α.. Σάντας στην εξιστόρησή του συνεχίζει:

«Κατεβήκαμε απ’ το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας (τη σημαία) ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε».

Με έκπληξη η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό. Οι γερμανοί εξέδωσαν την παρακάτω ανακοίνωση: «Κατά την νύκτα της 30ής προς 31ην Μαΐου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθούν διά της ποινής του θανάτου».

Μόλις στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό. Σάντας και Γλέζος καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

«Ανάρτηση καινούργιας σημαίας στην Ακρόπολη, αλλά όχι πολεμικής αυτή τη φορά…» Αρχείο Λ. Σάντα.

Το περιστατικό έγινε γνωστό μέσα από δύο ταυτόχρονες δηλώσεις του Μανώλη Γλέζου στον «Ριζοσπάστη» και του Λάκη Σάντα στην «Ελευθερία» στις 5 Μαρτίου του 1945. Ο εμφύλιος και οι πολλαπλές πολιτικές εκτροπές που ακολούθησαν, σκόρπισαν τη στάχτη της λησμονιάς στην ηρωική αυτή πράξη. Έπρεπε να περάσουν δεκαετίες για να υπάρξει υπόμνηση του γεγονότος μέσα, και πάλι, από δηλώσεις των πρωταγωνιστών.

Γεμάτη ενθουσιασμό η Μελίνα Μερκούρη, που ήταν τότε υπουργός Πολιτισμού, ζήτησε αμέσως από την Α’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ακροπόλεως να διενεργηθεί ανασκαφική έρευνα στο Πανδρόσειο, στη σπηλιά – βάραθρο, ώστε να βρεθεί η σημαία – λάφυρο. Όμως η ίδια η μορφή του σπηλαίου, αλλά και το υλικό του που κατολίσθαινε, δεν επέτρεψαν να ολοκληρωθούν οι ανασκαφές αυτές, αφού αποτελούσαν κίνδυνο για τη ζωή των εργαζομένων. Έτσι η γερμανική σημαία δεν ανασύρθηκε ποτέ και παραμένει ακόμα και σήμερα στο βάθος του πηγαδιού του Εριχθόνιου.

«Εντοιχισμός αναθηματικής πλάκας στην Ακρόπολη (30.05.1982). Μελίνα Μερκούρη, Λάκης Σάντας, Μανόλης Γλέζος, Μανόλης Ανδρόνικος.» Αρχείο Λ. Σάντα

Ο Λάκης Σάντας, μετά την παράτολμη αυτή πράξη, θα εξακολουθήσει να κινείται στις τάξεις της Εθνικής Αντίστασης. Το 1942 εντάσσεται στο ΕΑΜ και λίγο αργότερα στην ΕΠΟΝ. Το 1943 βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και το 1944 τραυματίστηκε. Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία. Το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια, απ’ όπου το 1948 στέλνεται στη Μακρόνησο. Θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962.

Ο Α. Σάντας υπήρξε πάντα ένας σεμνός αγωνιστής, που ανήκε στο χώρο της αριστεράς, αλλά πάντα κινούνταν έξω από κόμματα και εξουσίες.

«Φυλακή Ψυτάλλειας, 1948». Αρχείο Λ. Σάντα.
«1949. Ο ναύτης (δεξιά) Λάκης Σάντας στη Μακρόνησο». Αρχείο Λ. Σάντα.
Στο αντάρτικο.»Περίχωρα της ‘Αμφισσας. Περικλής, Ρήγας, Σάντας.» Αρχείο Λ. Σάντα.

Το 1956 που μετανάστευσε για τον Καναδά, άφησε πίσω του μια σημαία, τη γερμανική, βαθιά στο ξεροπήγαδο του Εριχθόνιου και έναν αγώνα που είχε πιστέψει, τους φίλους του και συντρόφους του.

Σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή», στον Τ. Καμπύλη, το Μάιο του 2010 θα πει:

«Εγώ, τότε που αποφάσισα να πάμε στον Καναδά, είχα μια βαθιά οργή μέσα μου. Διότι ο αγώνας που έζησα στα ελληνικά βουνά χάθηκε, το λαϊκό κίνημα υπέστη μεγάλη ήττα δυστυχώς και με ευθύνες της δικής μας ηγεσίας. Πολλά λάθη. Όταν πήγα στην Αμερική, το 1956, δεν θέλησα να οργανωθώ ξανά, δεν αναζήτησα εκεί κομματικές επαφές και πυρήνες. Εκεί γνώρισα σοβαρούς ανθρώπους. Δεν πίστευαν αυτά που τους έλεγα ότι συνέβαιναν στην Ελλάδα, τους φαίνονταν τόσο αδιανόητα και εξωπραγματικά… Δεν πίστευαν ούτε για τη Μακρόνησο ούτε για άλλα. Τότε αποφάσισα να μην ξαναμιλήσω. Και δεν ξαναμίλησα».

Ξεφόρτωσε καράβια ως λιμενεργάτης, έκανε δουλειές του ποδαριού, τελικά βρήκε μια καλή θέση λογιστή στον Καναδά. Αλλά έπειτα από εξίμισι χρόνια (1963) επιστρέφει πίσω. Στην Ελλάδα του Κυπριακού και του Ανένδοτου. Και μετά, της Χούντας. Επιμένει στη δύσκολη ισορροπία του πολίτη που θέλει να είναι ενεργός αλλά κομματικά ανένταχτος. Σήμερα είναι εύκολο, τότε δεν ήταν.

Αριστ. «Απελευθέρωση, Ακρόπολη : ο ιστός της σημαίας τσακισμένος». Δεξ., «O Λάκης Σάντας στην Ακρόπολη». Αρχείο Λ. Σάντα.

Ο Α. Σάντας πέθανε στις 30 Απριλίου το 2011 στην Αθήνα, σε ηλικία 89 ετών.

Σε άρθρο τους στην εφημερίδα efsyn.gr, 28/4/2016, με αφορμή την συμπλήρωση πέντε χρόνων από το θάνατό του, οι κόρες του, Αλεξάνδρα και Γεωργία Σάντα θα πουν για εκείνον:

«Ο Απόστολος Σάντας ήταν ένας πραγματικός ιδεολόγος, άνθρωπος ανιδιοτελής, γενναιόδωρος και κυρίως ουμανιστής. Αυτό που μας έλεγε ο πατέρας μας ήταν ότι το τραγικότερο που μπορεί να συμβεί σε ένα έθνος, σε ένα κράτος, σε μία χώρα, σε έναν λαό, είναι ο εμφύλιος πόλεμος – αδελφός να σκοτώνει αδελφό• δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο, εκτός από τον γενικότερο παραλογισμό της ύπαρξης των ίδιων των πολέμων, όπου αντί να ακολουθούν οι άνθρωποι τη φυσική ροή της ζωής, δηλαδή τα παιδιά να θάβουν τους γονείς, συμβαίνει το συγκλονιστικό και αδιανόητο γεγονός, οι γονείς να θάβουν τα παιδιά τους. Και μας συμβούλευε: να υπερασπίζεστε πάντα την άποψή σας σύμφωνα με τις δικές σας αρχές και αξίες απέναντι σε οποιαδήποτε ηγεσία ή αρχή, γιατί είστε ελεύθεροι άνθρωποι».

Αριστ. «Με τη μετέπειτα γυναίκα του Κλεοπάτρα, παλαιό Φάληρο (28.04.1946)». Δεξ., «Η οικογένεια Σάντα, από Ιταλία στον Καναδά, Νοέμβριος 1956, υπερωκεάνιο Saturnia». Αρχείο Λ. Σάντα.

Τον επίλογό του όμως, τον έχει καταθέσει ο ίδιος στο βιβλίο του. Σεμνό κι αυτό, μόλις 160 σελίδες, με τίτλο «Μια νύχτα στην Ακρόπολη»:

«… Αυτά, λοιπόν. Τώρα εγώ μαζί με τους υπόλοιπους που ζουν ακόμα, συναγωνιστές μου, απλά γερασμένα παλικάρια, φθάσαμε στο τέλος. Ζήσαμε όμως μεγάλες και ωραίες στιγμές. Εσείς να δούμε».

Πηγές:
-Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
-efsyn.gr
-Aromalefkadas
-Βικιπαίδεια
-Εφημερίδα Δρυμώνας Λευκάδας – αρ. φύλλου 61

Προηγουμενο αρθρο
Απεργία των γερόντων συνταξιούχων
Επομενο αρθρο
Ανανέωση συνεργασίας του Νίκου Δουβίτσα με την Νίκη Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *