HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ Πανταζής Κοντομίχης ως μεταφραστής κλασσικών κειμένων

Ο Πανταζής Κοντομίχης ως μεταφραστής κλασσικών κειμένων

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

[Απόσπασμα από την ομιλία του Δημήτρη Τσερέ «Πανταζής Κοντομίχης, Ο εκπαιδευτικός, ο ιστορικός, ο φιλόλογος», που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Λευκάδας την 11.04.2004 και δημοσιεύτηκε στην Επετηρίδα Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, τ. Ι΄ (2004-2005), Αθήνα 2006, σ.279-290].
………………………………………………………………………………………………………..
10Απομένει ένα άλλο σημαντικότατο τμήμα του συγγραφικού μόχθου του αποψινού μας τιμώμενου, το φιλολογικό. Αποτελείται από αρκετές φιλολογικές μελέτες που αφορούν τους λευκάδιους λογοτέχνες και ιδιαιτέρως, όπως είναι φυσικό, τον Βαλαωρίτη και τον Σικελιανό. Μελέτες που εντάσσονται στο γενικότερο πλέγμα των ερευνητικών του αναζητήσεων, δηλαδή στις πολλαπλές σχέσεις των μελετωμένων ποιητών με το γενέθλιο τόπο, και όχι μόνο. Αλλά είναι, κυρίως, το φιλόδοξο μεταφραστικό του εγχείρημα της αρχαίας επικής ποίησης, του Ομήρου και του Ησιόδου.

Ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1950 αρχίζει να καταπιάνεται με την μετάφραση του Ομήρου και αργότερα με την μετάφραση του Ησιόδου. Στο δεύτερο τεύχος του βραχύβιου μαθητικού περιοδικού Μαθητικός Κόσμος (15-5-1952) δημοσιεύει έμμετρη μετάφραση αποσπάσματος του π της Οδύσσειας και συνεχίζει σε όλη αυτή τη δεκαετία να δημοσιεύει αποσπάσματα της μετάφρασης που συνεχώς δουλεύει άλλοτε σε διάφορα λευκαδίτικα έντυπα (Λευκάς, Λευκαδίτκες Σελίδες, Λευκαδίτικη Εστία), άλλοτε σε επτανησιακά (Επτανησιακή Πρωτοχρονιά), άλλοτε σε Ηπειρωτικά ( Ηπειρωτικές Σελίδες, Ηπειρωτική Εστία). Η μετάφραση όλης της Οδύσσειας εκδίδεται σε βιβλίο το 1972 και της Ιλιάδος το 1976 – από τις εκδόσεις Γρηγόρη και οι δύο. Το εγχείρημα ολοκληρώνεται με την έκδοση της μετάφρασης του Ησιόδου το 1980 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

Η μετάφραση των αρχαίων κειμένων, κατ’ εξοχήν των ποιητικών, ήταν πάντα ένα δυσκολότατο εγχείρημα: Ο μεταφραστής θα υποστεί πλήγματα ούτως ή άλλως – το θέμα είναι αν το τελικό ισοζύγιο θα έχει πρόσημο θετικό. Αναλαμβάνει επομένως ένα ρίσκο που απαιτεί ικανοποιητική γνώση του κειμένου, γενναιότητα ψυχής, μόχθο πνευματικό αλλά και κατοχή επαρκών μέσων που θα κάνουν πράξη την πρόθεση. Ο Κοντομίχης έχει πίσω του τις μεταφράσεις του Πολυλά, του Εφταλιώτη, του Πάλλη, του Σιδέρη και των Καζαντζάκη-Κακριδή, όταν αναλαμβάνει να δώσει τη δική του μεταφραστική εκδοχή των ομηρικών επών. Του μεν Πολυλά η μετάφραση ήταν και είναι μια μετάφραση δύσκαμπτη σε μια γλώσσα, που αλληθωρίζει προς μια μια αποχυμωμένη καθαρεύουσα – δύσκολο μέσα απ’ αυτή να βρεις δίοδο προς το ομηρικό κείμενο. Του Εφταλιώτη και του Πάλλη οι αξιοσημείωτες, και θετικά αποδεκτές στον καιρό τους, ομηρικές μεταφράσεις γεννιόνται στην εποχή της όξυνσης του γλωσσικού ζητήματος, δηλαδή στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και, αναγκαστικά, φέρουν ευδιάκριτο το στίγμα της προσπάθειας των δημιουργών τους να υποδηλώσουν τη γλωσσική τους τοποθέτηση και να την υπερασπίσουν προκαλώντας όμως έτσι παρενέργειες εμφανείς πλέον, όταν η εποχή και τα ιδεολογήματα της ανήκουν στο παρελθόν. Των Καζαντζάκη-Κακριδή η κατάφορτη από φιλολογική και γλωσσική σοφία μετάφραση, σε ένα στίχο (δεκαεφτασύλλαβο) ξένο στην ακουστική αισθητική του Νεοέλληνα και με σύνταξη περίπλοκη, είναι δύσκολα προσεγγίσιμη συγκινησιακά και διανοητικά. Υπάρχουν λοιπόν πεδία μεταφραστικά ακάλυπτα, που προκαλούν τον επόμενο μεταφραστή και ο Κοντομίχης ακούει την πρόσκληση και καταθέτει τη δική του συνεισφορά.

Στο εγχείρημα αυτό τα όπλα του δικού μας μεταφραστή είναι η καλή του αρχαιομάθεια, η σε βάθος γνώση της Νέας Ελληνικής – γνώση που την επαυξάνει και τη χρωματίζει η σπουδή της εγχώριας ντοπιολαλιάς και οι βαλαωριτικοί και σικελιανικοί απόηχοι και η πρωτογενής σχέση του με τους ρυθμούς και το ήθος του δημοτικού τραγουδιού σε όλες τις εκδοχές του από παραλογές μέχρι μοιρολόγια και κυρίως με το όχημα αυτών των ρυθμών, τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Με άλλα λόγια, επειδή όταν μεταφράζεις πρώτα-πρώτα πρέπει να επιλέξεις μεταφραστική οδό, ο Κοντομίχης επιλέγει την ούτως ή άλλως κυρίαρχη άποψη ότι, για να βρεις αξιόπιστο δρόμο προς το έπος, πρέπει να κολυμπήσεις στο ρεύμα εκείνης της παράδοσης που περικλείει όλες τις ζωντανές εκφάνσεις του νεοελληνικού πνευματικού βίου, με κύριες αιχμές μια ισορροπημένη νεοελληνική γλώσσα και το δημοτικό τραγούδι – με όσα υπέρ και κατά συνεπάγεται αυτή η επιλογή.

Αυτή επομένως είναι η βασική του έγνοια: Να διοχετεύσει στη μετάφραση το μέγιστο δυνατό της συγκίνησης και της γοητείας του πρωτοτύπου, του επικού τόνου προπάντων, που είναι ο πυρήνας της ομηρικής ποίησης είτε πρόκειται για τη γοητευτική, σχεδόν ονειρική, διαδρομή του οδυσσειακού νόστου είτε για τους παράφορους ηρωϊσμούς της Ιλιάδος – πάντα μέσα στον προκλητικό περιορισμό του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου και του εύκολα αναγνωρίσιμου ποιητικού του ρυθμού. Τα μέσα, που ήδη αναφέραμε, οι λέξεις – και θα τονίσω, ειδικά, τη καίρια χρήση του έμφορτου συναισθήματος και βιώματος επιθέτου – οι στίχοι, το μέτρο θα αναλάβουν να κάνουν την έγνοια πράξη. Και, χωρίς να θέλω να φανώ υπερβολικός, θεωρώ ότι ο Κοντομίχης δικαιούται να περηφανεύεται ότι σ’ αυτή τη μάχη έχει να επιδείξει πολλές νίκες: Δεν προδίδει το κείμενο – το σέβεται, οι αριθμοί των στίχων του είναι ισάριθμοι με του πρωτοτύπου-, δεν βιάζει τη γλώσσα – η γλώσσα του είναι εύηχη-, δεν μπερδεύει τον αναγνώστη- είναι εύληπτος-, δεν τον αποξενώνει- η συγκίνηση περνάει. Δεν είναι και λίγα.

Αλλά θα αποτιμήσουμε καλύτερα το μεταφραστικό επίτευγμα του Κοντομίχη αν το συγκρίνουμε με το μεταγενέστερο ανάλογο εγχείρημα του Δημήτρη Μαρωνίτη (συστηματικού μεταφραστή της Οδύσσειας και περιστασιακού της Ιλιάδας), καθηγητή της κλασσικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, διαπρεπούς ομηριστή και, επί πλέον, επαρκέστατου γνώστη και μελετητή και της Ν.Ε. ποίησης – επομένως κατά τεκμήριο αρμόδιου μεταφραστή των ομηρικών επών. Θα διαλέξω τρία έξοχα αποσπάσματα: το πρώτο είναι από το λ της Οδύσσειας (στ. 488-503), τη Νέκυια: Ο Οδυσσέας έχει κατέβει στον κόσμο των νεκρών και εκεί, εκτός των άλλων, συναντάει την ψυχή του Αχιλλέα και προσπαθεί να την παρηγορήσει λέγοντας ότι και στον κάτω κόσμο είναι άρχοντας και βασιλιάς όπως ήταν και στον επάνω:

Ακούστε πως αγωνίζονται οι δύο μεταφραστές να μεταγράψουν στη γλώσσα μας τον καημό του πρόωρα χαμένου παλληκαριού, το πάθος του για τη ζωή και τις ομορφιές της:

Οδυσσείας λ 488-503
Μαρωνίτης (1)

Σ’ αυτά τα λόγια μου εκείνος αμέσως ανταπάντησε μιλώντας:
«Μη θες να με παρηγορήσεις για το θάνατο μου, Οδυσσέα γενναίε
θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον
άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιός,
παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.
Αλλά αυτά ας τα αφήσουμε, και πες μου κάτι για τον ακριβό μου γιο
μπήκε στον πόλεμο; πρώτος στους πρώτους; μήπως όχι;
Μίλα μου όμως και για τον ευγενικό Πηλέα, αν ξέρεις κάτι κι έμαθες
κρατεί ακόμα την τιμή στους τόσους Μυρμιδόνες;
ή μήπως ατιμάζεται στη Φθία και την Ελλάδα,
καθώς τα γηρατειά τον τσάκισαν και του ‘κοψαν τα πόδια;
Γιατί δεν είμαι εγώ κοντά να του παρασταθώ αφού δεν βλέπω
πια το φως του ήλιου τέτοιος και όπως κάποτε, στης Τροίας τον κάμπο,
σκότωνα σωρηδόν γενναίους πολεμιστές, να σώσω τους Αργείους.
Αν, όπως ήμουν, έστω λίγο, ανέβαινα στο πατρικό μου σπίτι,
κάποιοι, έτσι κι αλλιώς, θα ‘νοιωθαν φρίκη με το μένος μου,
τα ανίκητά μου χέρια, όσοι εκείνοι τώρα τον κρατούν
και βίαια του στερούν τη νόμιμη τιμή.

Κοντομίχης(2)

Παρηγοριά για θάνατο, Οδυσσέα, μη μου δίνεις.
Νάμουνα κάλλιο δουλευτής και να ξενοδουλεύω
σ’ αμπελοχώραφα φτωχού, πόχει το λίγο βιος του,
παρά εδώ σ’ όλους τους νεκρούς, τάχα, κυβέρνιο νάχω.
Μόνο, τι ξέρεις, λέγε μου για το λεβεντογιό μου.
Βγήκε κι αυτός στο πόλεμο να πάει μπροστά ή όχι;
Πές που και για τον άψογο Πηλέα, αν ξέρεις κάτι
να βασιλεύει στους πολλούς ακόμα Μυρμιδόνες,
ή τάχα τον καταφρονούν στη Φθία και στην Ελλάδα,
τώρα που τα γεράματα του πιάσαν χέρια πόδια;
Έ, και να του παράστεκα, μεσ’ του ηλιού το φέγγος,
και νάμουν όπως μια φορά μεσ’ τη πλατειά την Τροία,
που αντρειωμένους θέριζα, βοηθώντας τους Αργίτες!
Έτσι αν βρισκόμουν μια στιγμή στο σπίτι του γονιού μου,
τη δύναμη μου θάτρεμαν και τα’ άπιαστα μου χέρια
εκείνοι που τον μάχονται και τις τιμές του παίρνουν.

Το άλλο απόσπασμα είναι από το ν (στ. 70-95) της Οδύσσειας: Οι Φαίακες με το καράβι τους οδηγούν τον πολύπαθο Οδυσσέα στη γενέθλια γη. Το πλοίο πετάει πάνω στα κύματα μέσα στη γλυκιά νύχτα, ο Οδυσσέας κοιμάται έναν ύπνο, βαθύ σαν τον θάνατο, που σβήνει όλες τις οδυνηρές μνήμες της δεκάχρονης περιπλάνησης και το χάραμα τούς βρίσκει να δένουν στην Ιθάκη, στον κόλπο του Φόρκυνα.

Οδύσσειας ν 70-95
Μαρωνίτης (3)

Κι όταν στο πλοίο και στη θάλασσα, όλα τα πήραν
και τα βόλεψαν οι τιμημένοι συνοδοί στο βαθουλό καράβι
βρώση και πόση
μετά στρώνουν του Οδυσσέα σκέπασμα και σεντόνι
στο κοίλο πλοίο, πάνω στης πρύμνης τη κουβέρτα,
να κοιμηθεί ύπνο βαθύ, σάμπως αξύπνητο.
Ανέβηκε τότε κι εκείνος και πλαγιάζει αμίλητος.
Οπότε οι άλλοι κάθονται στα κουπιά, καθένας τους με τάξη,
έλυσαν τη πρυμάτσα απ’ το τρυπητό λιθάρι,
και το κορμί τους αναγέρνοντας χτυπούσαν το κουπί στο κύμα.
Αμέσως στου Οδυσσέα τα βλέφαρα έπεσε ο ύπνος-
ηδονικός, γλυκύτατος, αξύπνητος, λες κι ήταν θάνατος.
Πως, στον κάμπο πέρα, άλογα τέσσερα, ζεμένα στον ένα τους ζυγό,
όλα μαζί κινούν, στον χτύπο υπάκουα της μάστιγας,
κι ορθώνουν τα πόδια τους ψηλά, για να τελειώσουν
γρήγορα το δρόμο τους
Παρόμοια ορθώνονταν κι η καραβίσια πρύμνη, ενώ το κύμα,
πορφυρό και μέγα, φούσκωνε πίσω την αφρισμένη θάλασσα,
Έτρεχε το καράβι σταθερό και σίγουρο Μήτε γεράκι,
το γοργότερο πετούμενο, δεν θα μπορούσε να το φτάσει
Σαν το γεράκι και το πλοίο πετώντας έσχιζε το θαλάσσιο κύμα,
τον άντρα ταξιδεύοντας που η στόχασή του έμοιαζε θεού-
ένας που τόσα πάθη πόνεσε η γενναία ψυχή του,
που πέρασε ανδρείους πολέμους, άγρια κύματα της θάλασσας,
τώρα ατάραχος κοιμόταν, λησμονώντας τ’ αμέτρητα παθήματα του.
Κι όταν το πιο περίλαμπρο άστρο πρόβαλε ψηλά,
που πρώτο αγγέλλει της εωθινής Αυγής το φως,
ποντοπορώντας το καράβι στο νησί ακουμπούσε.

Κοντομίχης(4)

Κι ως το καράβι εφτάσανε και στ’ ακρογιάλι κάτω
ευθύς στο κοίλο τ’ άρμενο πήραν και τ’ απιθώσαν
οι ευγενικοί ακόλουθοι, ψωμί, κρασί ό,τ’ είχαν.
Ντρεμίδι εστρώσαν ύστερα, σεντόνι λιναρίσιο
στου κουφωτού του καραβιού απάνω την κουβέρτα,
για να χαρεί ύπνο βαθύ, κατάπλωρα ο Δυσσέας.
Κι ανέβη αυτός και πλάγιασε δίχως μιλιά να βγάλει.
Κάτσαν κι οι ναύτες στους σκαρμούς, αραδιαστά με τάξη,
και την πρυμάτσα έλυσαν από την τρύπια πέτρα.
Κι ως, πίσω γέρνοντας αυτοί, τη θάλασσα ανεμίζαν
με τις παλάμες των κουπιών, ύπνος βαρύς κατέβη,
ύπνος βαρύς κι ολόγλυκος στα βλέφαρά του, όμοιος
με θάνατο. Πως άλογα στον κάμπο πηλαλάνε,
τέσσαρα αντάμα στο ζυγό, κι όλα μαζί χυμάνε,
στου καμουτσιού το χτύπημα, κι ως τρέχουν στον αέρα
παίρνουν το δρόμο ολόγοργα, όμοια ψηλά κι η πλώρη
επήδαε του καραβιού, και πίσω πορφυρένιο
κύμα τρανό εμάνιζε, κι ανέμποδα δρομούσε.
Μήτε γεράκι εδύνονταν, ακόμα, να το φτάσει,
το πιο γοργό πετούμενο. Τόσο γοργά πετώντας
κι αυτό, το κύμα του πελάου έσκιζε, κι έφερνε άντρα
όμοιο στο νου με τους θεούς, και που η ψυχή του ως τότε
πλήθια τυράγνια εγνώρισε, μεσ’ σε βαριούς πολέμους,
και στα πελάη τ’ ανήμερα Μα τώρα λησμονώντας
τις πίκρες, επλάγιαζε ήσυχα. Σύντας τ’ αστέρι εβγήκε
τ’ ολόλαμπρο, που ολόπρωτο το φέγγος προμηνάει
της πρωϊγέννητης αυγής, εζύγωσε το πλοίο
το ποντοπόρο στο νησί.

Το τρίτο είναι από το Ζ της Ιλιάδος (στ.447-465), είναι η Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία: Ο Έκτορας απαντά στα παρακάλια της Ανδρομάχης να μη βγει άλλο στη μάχη λέγοντας ότι δεν μπορεί να φανεί δειλός. Θα πολεμήσει, λοιπόν, ως το τέλος σαν παλληκάρι, αν και προαισθάνεται καθαρά ότι το τέλος πλησιάζει και γι’ αυτόν και για την Τροία. Ακούστε την γενναιόφρονη εγκαρτέρηση του αδάμαστου πολεμιστή αλλά και τρυφερού συζύγου:

Ιλιάδος Ζ 447-465
Μαρωνίτης (5)

Ωστόσο τώρα το βλέπω καθαρά, το προαισθάνεται ψυχή και νους
έρχεται η μέρα που θα χαθεί η άγια Τροία,
ο Πρίαμος και ο λαός του εμπειροπόλεμου Πριάμου.
Κι όμως δεν με πονεί τόσο η τύχη που θα βρει τους Τρώες,
μήτε τη μάννα μου Εκάβη, τον Πρίαμο τον ίδιο
που τώρα βασιλεύει, μήτε τ’ αδέλφια μου, γενναία και πολλά,
όταν θα κυλιστούν στη σκόνη απ’ τον εχθρό μας σκοτωμένα•
όσο πονώ για σένα, που κάποιος χαλκοντυμένος
Αχαιός μαζί του θα σε σέρνει δακρυσμένη, που θα σε κάνει
σκλάβα, μια ελεύθερη.
Κι ίσως βρεθείς στο Άργος τότε, υφαίνοντας ιστό μιας ξένης,
μπορεί να κουβανάς νερό από τη Μεσσηίδα ή από την Υπερεία,
να μη το θες κι όμως να το υποφέρεις,
αφού θα το επιβάλλει βαριά η ανάγκη.
Και κάποιος τότε, βλέποντας να χύνεις μαύρο δάκρυ, θα πει:
« Δείτε, είναι του Έκτορα η γυναίκα αυτή, που πάντα αρίστευε
στη μάχη ανάμεσα στους Τρώες, εκείνους που ήξεραν πώς να δαμάζουν
τα άλογά τους, πολεμώντας για την τειχισμένη Τροία».
Τόσα κάποιος θα πεί, και σένα θ’αφορμίζει,
θα περισσεύει ο πόνος σου, γιατί θα έχεις στερηθεί τον άντρα σου,
που δεν θα σ’ άφηνε να δεις μέρα σκλαβιάς.
Καλύτερα τότε κι εγώ νεκρός, παραχωμένος στης γης το χώμα,
να μην ακούω το βογκητό σου, να μην γνωρίσω
τον διασυρμό σου».

Κοντομίχης (6)

Τι εγώ το ξέρω αυτό στο νου και στη καρδιά μου,
που θάρθει η μέρα κι η στιγμή που κάποτε θα σβήσει
το ιερό το Ίλιο κι ο αντρειωμένος ρήγας
ο Πρίαμος, κι αντάμα του ο άξιος ο λαός του.
Δεν μου ραγίζει την καρδιά ωστόσο τόσο η μοίρα,
που θάρθει δίχως άργητα να πέσει απά’ στους Τρώες,
ουδέ του ρήγα Πρίαμου, μαθές, και της Εκάβης
η μοίρα, ουδέ το ριζικό των αδελφιών μου τώρα,
που πλήθιοι κι’ αντρειωμένοι αυτοί θα σωριαστούν στη σκόνη
κάτω απ’ τα χέρια των εχθρών, όσο η δική σου η μοίρα,
όταν κάποιος αντίμαχος μαζί του θα σε πάρει,
χαλκοντυμένος Αχαιός, πνιγμένη μεσ’ το δάκρυ,
και θα σου αρπάξει τη γλυκειά τη λευτεριά σου εσένα!
Μεσ’ στ’ Άργος γι’ άλλη αρχόντισσα στον αργαλειό θα υφαίνεις
κι’ απ’ τη Μεσσηίδα νερό ή την Υπέρεια τότε
θα κουβαλάς αθέλητα, τι θα σε τυραγνάει
και θα σε σπρώχνει η ανήλεη, μεσ’ τη σκλαβιά σου, ανάγκη.
Κι ίσως πει κάποιος, σα σε δει δακρύβρεχτη, καλή μου:
Δες τη γυναίκα του Έκτορα, που αταίριαστος λογιόταν,
ο πρώτος κι ο καλύτερος ένα καιρό στις μάχες
των Τρώων των ιπποδαμαστών, όταν στην Τροία γύρω
ξεχύνονταν οι Αχαιοί.»Έτσι θα πει για σένα
κάποιος θνητός κάποια φορά και νιός καημός βαθειά σου
θα πλημμυράει τα σπλάχνα σου, τι θα σου λείπει ο άξιος
ο άντρας σου που θάδιωχνε τη μέρα της σκλαβιάς σου.
Κι άμποτε πεθαμένο εμέ η γη να με σκεπάσει,
πριν τη πικρή σου εγώ φωνή, τη πονεμένη ακούσω
και πριν σε ιδώ για σκλάβα τους να σε τραβούν μια μέρα».

Σχόλια δεν θα κάμω-θα κάμω μόνο μία διαπίστωση: Είναι φανερό ότι εδώ παρατίθενται δύο διαφορετικές εκδοχές για το πώς πρέπει να αποδοθεί η ομηρική ποίηση στη νέα ελληνική. Την εκδοχή του Κοντομίχη την εξηγήσαμε προηγουμένως. Η εκδοχή του Μαρωνίτη διαφέρει ριζικά: Ο μεταφραστής εδώ κολυμπάει στο ρεύμα μιας άλλης παράδοσης, παράλληλης, που υποβαθμίζει τον ρόλο του δημοτικού τραγουδιού ως μεσάζοντα, αρνείται την πρόκληση του δεκαπεντασύλλαβου και του ρυθμού του θεωρώντας τον εξωτερικό και αταίριαστο, φείδεται της χρήσης της φορτισμένης συναισθηματικά λέξης (του επιθέτου κυρίως), έλκεται από τον ελεύθερο στίχο, ψάχνει ρυθμούς εσωτερικούς αλλά μη εμφανείς, που, εκ πρώτης όψεως, γίνονται αντιληπτοί ως πεζολογία και αλλάζει δραματικά τους επικούς τόνους: Οι απόηχοι της σεφερικής ποίησης είναι παραπάνω από εμφανείς. Ο αναγνώστης, λοιπόν, καλείται να επιλέξει ανάμεσα από δύο διαφορετικές αναγνώσεις του Ομήρου. Και ο καθένας θα κάνει την επιλογή του ανάλογα με το αν η προσωπική του πνευματική και ψυχική σκευή είναι συμβατή με την μια ή την άλλη εκδοχή. Η δική μας θεωρώ ότι είναι περισσότερο συμβατή με την εκδοχή του τιμωμένου μας χωρίς με αυτό να υποτιμάμε την σοφία και την ευαισθησία της άλλης.
Κυρίες και κύριοι

Η κλεψύδρα του χρόνου, δυστυχώς, τελείωσε. Δεν μας συγχωρεί να προχωρήσουμε άλλο, κι ας αδικούμε έτσι τον τιμώμενο της αποψινής βραδυάς. Και θα κλείσω την ομιλία μου όχι με τις συνηθισμένες ευχαριστίες και ευχές προς αυτόν-αυτές ήδη δηλώθηκαν έργω( ανδρών αγαθών έργω γιγνομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς) αλλά με ένα λιτό ερώτημα: Γιατί τιμάμε απόψε τον Πανταζή Κοντομίχη; Εθιμοτυπικά απλώς ή γιατί πιστεύουμε ότι αυτή η στάση ζωής και αυτό το έργο που μας καταθέτει και ο τομέας, στον οποίο αφιερώθηκε, μας λένε κάτι και σε ατομικό και σε τοπικό και σε εθνικό αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ξέρω πόσο δύσκολη είναι η απάντηση από μια κοινωνία που η υποκρισία της είναι από τα αγαθά εν επαρκεία. Ξέρω όμως επίσης ότι, όσο υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Πανταζή Κοντομίχη, δεν θα μπορεί να υποκρίνεται ότι αγνοεί τη πρόκληση του ερωτήματος. Και είναι κι αυτή η διαρκής υπόμνηση μια ανεκτίμητη προσφορά, παρακαταθήκη του Πανταζή Κοντομίχη, μαζί με το corpus του έργου του, στους χρόνους που έρχονται.

line1

1) Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία λ, μετάφραση-επιλεγόμενα Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα , Στιγμή, 1994.
2)Πανταζή Κοντομίχη Ομήρου Οδύσσεια Α-Ω. Έμμετρη μετάφραση, Αθήνα, Γρηγόρη, 1972
3) Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ν, Μετάφραση-επιλεγόμενα Δ. Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα , εκδ. Στιγμή.
4) Πανταζή Κοντομίχη, ό.π.
5) Δ. Ν. Μαρωνίτης, Έκτορος και Ανδρομάχης Ομιλία, Διάττων, Αθήνα 1994.
6)Πανταζή Κοντομίχη, Ομήρου Ιλιάδα Α-Ω. Έμμετρη μετάφραση, Αθήνα, Γρηγόρη, 1976.

Προηγουμενο αρθρο
Λευκάδα – Της Σοφίας Κοψιδά - Γαληνού
Επομενο αρθρο
Περίπατοι στην όμορφη Λευκάδα. Μέρος 2ο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *