HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Παραδοσιακός Γάμος στο Δρυμώνα

Ο Παραδοσιακός Γάμος στο Δρυμώνα

Της Πηνελόπης Κοψιδά

Η ιστορία του κάθε τόπου, οι παραδόσεις, οι μνήμες, τα ήθη και τα έθιμα της προγενέστερης εποχής, είναι αυτά που αποτελούν την κληρονομιά μας, την πολιτιστική μας ταυτότητα. Από εκεί αντλούμε τη φυσιογνωμία της ύπαρξής μας, αφού καθένας από εμάς μεταφέρει στο κύτταρό του κομμάτια του τόπου του, όπως τα διαιωνίζει η συλλογική μνήμη από γενιά σε γενιά. Και όσο πιο πίσω γυρνάμε, τόσο πιο βαθιές, στέρεες και ισχυρές γίνονται οι ρίζες μας.

Τα έθιμα του γάμου διαφέρουν στην κάθε περιοχή της πατρίδας μας, αλλά παντού κατέχουν πολύ σημαντική θέση στη λαϊκή μας παράδοση. Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στον παραδοσιακό γάμο, όπως αυτός γίνονταν στο Δρυμώνα, μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα. Το τελετουργικό αυτό, κατά πάσα πιθανότητα ήταν παρόμοιο σε όλα τα χωριά της ευρύτερης περιοχής, όμως αναφέρομαι στο Δρυμώνα, επειδή οι πληροφορίες αντλήθηκαν από φύλλα της εφημερίδας «Δρυμώνας» και συγκεκριμένα από άρθρα τριών διαφορετικών προσώπων, όπως τα είχαν στη μνήμη τους όταν τα κατέγραφαν.

Ο γάμος εκείνη την εποχή πολύ απείχε από τη σημερινή σύντομη τελετή. Πάντα ξεκινούσε με την προξενήτρα που στέλνονταν, με την συγκατάθεση του πατέρα του γαμπρού, στον πατέρα της νύφης. Αν το προξενιό γίνονταν δεκτό, ο πατέρας της νύφης ετοίμαζε το «ληγατοχάρτι», στο οποίο καταγράφονταν αναλυτικά το σύνολο της κινητής και της ακίνητης περιουσίας που δίνονταν ως προίκα στη νύφη, το «ληγάτο». Αυτό το μετέφεραν οχτώ άνδρες (ή δύο άντρες κατά άλλη εκδοχή)* στο σπίτι του γαμπρού, και αφού γίνονταν δεκτό από τον γαμπρό και τον πατέρα του, τελείωνε το συνοικέσιο και ορίζονταν οι αρραβώνες.

Σε προικοσύμφωνο με ημ/νια 5 Μαΐου 1923, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρυμώνας» (αρ. φύλλου 28- 1999, σελ.7), στο σημείο που καταγράφονται τα προικιά της νύφης διαβάζουμε:

Δύο στρώματα αμφότερα γεμάτα μαλιά εξ ων το εν μάλινον το δε άλλο δηπλαρένιο.

Δύο προσκεφαλάδες δηπλαρένιαις, τέσσερα προσκέφαλα στάμπινα, γεμάτα μαλιά με ταις ντεμέλαις των ως και αι προσκεφαλάδαις γεμάταις μαλλιά.

Δύο καρπέταις πλεκταίς του νέου σηστήματος. Δύο Απλάδια λογιαστά και εν έτερον πλεκτόν. Τρεις Μαντανίαις μία πλεκτοί και δύο της σαήτας. Εν έτερον απλάδιον σκέτω και μία μαντανία βαμβακερή. Εν εφάπλωμα, το ύφασμα στάμπινο.

Τέσσερα σενδόνια ψηλά εντόπια με φύλλα πέντε έκαστον. Δύο κουβέρταις εντόπιαις, δύο μαλινοσέντονα, δύο χονδροσέντονα, δύο φλοκάταις με μεταξοτά χάρτζα με διπλή σαϊτανοδά.

Οίκοσι εξ υποκάμισα εξ ων τα εξ αυτών ανδρίκια. Οκτώ φορέματα όλα Αγοραστά και χαρτζιοτά. Οκτώ μισωφούστανα διαφόρων ιδών, μια τουβάγια, εν μεσάλιον δώδεκα τουβαγέλια και οκτώ πετσέταις, ένα γύρο, οκτώ ποδιές στάμπιναις, οκτώ μανδίλια, τέσσερα γελέκια και δύο σακούλια.

Εν ζεύγος μπόκολες, δύο παραμάνες, εν δακτηλίδιον και μια καρδιά άπαντα χρησά.

Μία κασέλα πρώτη και δεκαπέντε λίτρες χάλκωτα και μια φορεσιά του Γαμβρού.[…]

Επίσης παρέδωσαν (………..) αντί ακινίτων πρεικόων κτημάτων μετρητά δραχμάς επτά χιλιάδας (7.000) εις τρόπων ώστε το σύνολον της αξίας της παρούσης πρεικώς κηνιτών ηδών και μετριτών δραχμών συνίσταται εις δραχμάς ένδεκα χηλιάδας(11.000).

Τούτον ένεκεν υπόσχονται άπανταις το κύρος και την ησχήν του εγγράφου τούτου το οπίον θέλη ησχίοι ως να ήταν Συμβολεογραφικόν έγγραφον υποσχομένου δε του παραλαβόντος μελονίμφου την κατά τον νόμον εξασφάλισην και αποζημίωσην κατά τον νόμον προς τους ετέρους συμβαλομένους και παραδόσαντας.[…]

Κατά την περίοδο του αρραβώνα το ζευγάρι δεν επιτρέπονταν να μένει μόνο του, χωρίς την παρουσία τρίτου προσώπου. Ένα μήνα πριν το γάμο, οι συμπέθεροι έπαιρναν τα μαλλιά, που αποτελούσε μέρος της προίκας, για να τα ζεματίσουν σε μια μεγάλη κάδη στο σπίτι της νύφης. Στη συνέχεια ακολουθούσε γλέντι. Το σόι της νύφης έφτιαχνε λαδόπιτα και την τοποθετούσε σε κοφίνι, στολισμένο με κόκκινο μαντήλι. Τη λαδόπιτα αυτή την πρόσφεραν, τόσο κατά την διάρκεια του ζεματίσματος των μαλλιών, όσο και κατά το πλύσιμο, που γίνονταν την επόμενη μέρα.

Η νύφη στολισμένη καβάλα στο άλογο πήγαινε στη βρύση όπου θα πλένονταν τα μαλλιά. Μαζί της είχε το στολισμένο κοφίνι με τη λαδόπιτα, την οποία πρόσφερε σε όσους βοηθούσαν στο πλύσιμο, αλλά και στους περαστικούς.

Όταν έφτανε η εβδομάδα του γάμου, οι προετοιμασίες ξεκινούσαν από την Τρίτη. Όλοι οι καλεσμένοι πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, καθένας με το αλεύρι, το λάδι και τα γλυκά του. Αφού μαζεύονταν όλοι, στήνονταν το σκαφίδι και άρχιζε το κοσκίνισμα του αλευριού. Οι γυναίκες φορούσαν ανδρικά καπέλα και στη μέση είχαν κόκκινο μαντήλι και ένα μαχαίρι. Ανάπιαναν το προζύμι και όταν τελείωνε το ζύμωμα, το σκέπαζαν με καθαρό τραπεζομάντιλο ή άλλο ρούχο και επάνω του τοποθετούσαν μια σήτα. Μέσα είχε γλυκά, ξερά σύκα, αμύγδαλα και καρύδια.

Δίπλα τοποθετούσαν μια καρέκλα, στην οποία κάθονταν όλοι, ένας-ένας με τη σειρά, αρχίζοντας από το γαμπρό. Οι υπόλοιποι τραγουδούσαν, σε αυτοσχέδιο στίχο, που ταίριαζε σε αυτόν που κάθονταν κάθε φορά. Στην καρέκλα κάθονταν όλοι, έτρωγαν αμύγδαλα και γλυκά και έριχναν χρήματα, ασημώνοντας τα προζύμια. Κατόπιν σηκώνονταν για να καθίσει ο επόμενος. Όλη αυτή η διαδικασία συνοδεύονταν από γλέντι, χορό και τραγούδι.

Την επόμενη μέρα, Τετάρτη, ασήμωναν τα προζύμια στο σπίτι της νύφης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με γλέντι και χορό. Την Τετάρτη και την Πέμπτη το πρωί αντίστοιχα, στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης, ψήνονταν τα κουλούρια και τα τραγούδια συνεχίζονταν. Το απόγευμα της Πέμπτης το σόι της νύφης καλούσε το σόι του γαμπρού και γέμιζαν τα στρώματα και τα μαξιλάρια με τα μαλλιά που είχαν πλύνει.

Την Παρασκευή (ή την Πέμπτη, σύμφωνα με άλλη διήγηση) καλούσαν πάλι το σόι του γαμπρού στο σπίτι της νύφης και γίνονταν τα «καρφώματα». Όλα τα ρούχα απλώνονταν στα τραπέζια και στο πάτωμα και ο γαμπρός μαζί με την πεθερά τα εξέταζαν, για να διαπιστωθεί αν ήταν αυτά που έγραφε το «ληγατοχάρτι» (προικοσύμφωνο). Στη συνέχεια οι γυναίκες του χωριού με βελόνα και κόκκινη κλωστή, έβαζαν μια βελονιά, «πονταρισιά», στο κάθε ρούχο. Στο τέλος περνούσαν και μια κόκκινη κλωστή η μια στο μανίκι της άλλης, σαν ένδειξη συμμετοχής στα «καρφώματα». Μετά τα τοποθετούσαν μέσα σε υφάσματα και τα έδεναν σε κόμπο, για να μπορούν να μεταφερθούν στο σπίτι του γαμπρού.

Σύμφωνα με μια μαρτυρία, το σόι του γαμπρού, τα παλιότερα χρόνια, πήγαινε στα «καρφώματα» και με Νοδάρο (συμβολαιογράφο), και εκεί κατέγραφαν τα ρούχα και έφτιαχναν επίσημα το προικοσύμφωνο.

Στη συνέχεια τα ρούχα φορτώνονταν σε τρία άσπρα συνήθως άλογα. Τα τοποθετούσαν με τέτοιο τρόπο, ώστε, όταν στο τέλος τα σκέπαζαν με λευκό πανί, βάζοντας και δυο μαξιλάρια επάνω του, αναπαριστούσαν το νυφικό κρεβάτι. Οι καλεσμένοι, με ευχές και τραγούδια, έριχναν ρύζι και ράντιζαν την προίκα με νερό. Τρεις άντρες από το σόι του γαμπρού την παραλάμβαναν και φεύγοντας από το σπίτι της νύφης, τους προσφέρονταν από τη μητέρα της ένα κουλούρι, το οποίο κρεμούσαν στο λουρί της μέσης τους.

Το Σάββατο και στα δύο σπίτια γίνονταν οι ετοιμασίες για την αυριανή μέρα. Όλοι οι συγγενείς και από τα γύρω χωριά, επισκέπτονταν τα σπίτια των μελλονύμφων και έφερναν το «κανίσκι». Δηλαδή έρχονταν με ζώα φορτωμένα με κρέας, κρασί, κουλούρια και ότι άλλο χρειαζόταν το γλέντι του γάμου. Κανίσκι έπρεπε να φέρουν όλοι οι συγγενείς, όσο φτωχοί κι αν ήταν, γι΄ αυτό κάποιες φορές αναγκάζονταν να δανειστούν για να μην έρθουν με άδεια χέρια.

Και αφού είχαν συγκεντρωθεί όλοι και είχαν έρθει και τα βιολιά, το απόγευμα του Σαββάτου άρχιζε το γλέντι, χωριστά στο κάθε σπίτι, με φαγοπότι και χορό, που κρατούσε μέχρι αργά.

Την Κυριακή το πρωί στολίζονταν η νύφη και πήγαινε στην εκκλησία. Τελειώνοντας η λειτουργία, ακολουθούσε το στεφάνωμα, που προπολεμικά, γίνονταν πάντα στο σπίτι της νύφης, ενώ τα μεταγενέστερα χρόνια, άρχισε να γίνεται στην εκκλησία. Μετά τα στέφανα στο σπίτι της νύφης, ακολουθούσε μικρό γλέντι και στη συνέχεια ξεκινούσαν για το σπίτι του γαμπρού. Ήταν μια γραφική πορεία, καβάλα στα άλογα, στην κεφαλή της οποίας ήταν ο παπάς. Τα ζώα ήταν στολισμένα και η ράχη τους σκεπασμένη με ντρεμίδια (χοντρά υφαντά ρούχα), ενώ οι καλεσμένοι είχαν στη μέση του κρεμασμένο ένα κουλούρι, δώρο από το σπίτι της νύφης. Απαραίτητη βέβαια ήταν η συνοδεία των οργάνων.

Όταν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού, τα πεθερικά έδιναν στη νύφη ένα κουλούρι, αμύγδαλα, καρύδια και νερό. Η νύφη τα πετούσε πίσω της και όλοι προσπαθούσαν να πιάσουν κάτι, αν το πετύχαιναν ήταν δήγμα καλής τύχης. Στο κατώφλι του σπιτιού η πεθερά τάιζε συμβολικά τη νύφη ζάχαρη για το καλωσόρισμα και ακολουθούσε το γλέντι.

Στο φαγοπότι οι καλεσμένοι κάθονταν καταγής, αφού τόσες καρέκλες δεν υπήρχαν. Στρώνονταν τα μεσάλια (υφαντά τραπεζομάντιλα) στο πάτωμα και επάνω τους οι γυναίκες τοποθετούσαν τα φαγητά τραγουδώντας. Στα πόδια τους, για πετσέτα, οι καλεσμένοι έστρωναν το πεσκέρι ή μπισκίρι. Αυτό ήταν ένα υφαντό που είχε πλάτος μισό μέτρο, ενώ το μήκος ήταν πολύ μεγάλο. Με αυτό σκεπάζονταν όλοι στη σειρά, συμβολίζοντας έτσι την ενότητα των συνδαιτυμόνων. Συχνά, επειδή αυτό το ύφασμα δεν υπήρχε σε κάθε σπίτι, το δανείζονταν και το επέστρεφαν πλυμένο.

Ο παπάς ευλογούσε το τραπέζι και ξεκινούσε το φαγοπότι, που διαρκούσε πολλές ώρες, ανάμεσα σε τραγούδια, γέλια και ευχές. Το απόγευμα οι συγγενείς της νύφης επισκέπτονταν το σπίτι του γαμπρού και συνέχιζαν μαζί το γλέντι και το χορό. Μετά το φαγητό «σήκωναν το γιομάτο». Το «γιομάτο» ήταν η συνήθεια οι οργανοπαίχτες να λένε από ένα τραγούδι, κατά την επιθυμία του κάθε συμπεθέρου, κι εκείνος να προσφέρει χρήματα στα όργανα.

Ο γάμος στο Δρυμώνα διαρκούσε τρεις μέρες με γλέντι και φαγοπότι. Τελείωνε την Τρίτη, αλλά πολλές φορές τύχαινε να ξεκινάει εκείνη την ημέρα η προετοιμασία για άλλο γάμο, κι έτσι συνεχίζονταν η γιορταστική ατμόσφαιρα, για να κορυφωθεί πάλι την Κυριακή.

Στα έθιμα που συνόδευαν τον χωριάτικο λευκαδίτικο γάμο, καταγράφονται άριστα οι συνθήκες εκείνης της εποχής. Αναφερόμαστε στα χρόνια που οι άνθρωποι είχαν στενές, προσωπικές σχέσεις. Σχέσεις που δημιουργούσε η καθημερινή συναναστροφή, που συχνά επέβαλλε η ανάγκη, αλλά επίσης συχνά σφράγιζε η αλληλεγγύη και η αγάπη. Πως αλλιώς να επιβιώσεις σε αυτές τις σκληρές , μαύρες εποχές της ανέχειας και της διαρκούς προσπάθειας;

Ο γάμος, συμβολική πράξη ένωσης δυο ανθρώπων, με σκοπό την δημιουργία οικογένειας, δημιουργεί και υλικές ανάγκες, στις οποίες όλοι καλούνται να βοηθήσουν, πρωτίστως όμως η οικογένεια της νύφης.

Το προικοσύμφωνο, κατάλοιπο της από αιώνες βαθιά ριζωμένης αντίληψης ότι η γυναίκα αποτελεί εκ φύσεως ανθρώπινο είδος κατώτερο του άνδρα, ήταν απαραίτητο για την τέλεση του γάμου και συχνά τον καθιστούσε ψυχρή οικονομική συνδιαλλαγή. Η νύφη για να γίνει αποδεκτή, έπρεπε να συνοδεύεται από υλικά αγαθά, και η υπόσχεσή τους καταγράφονταν σε χαρτί που είχε ισχύ συμβολαίου. Αυτή η ταπεινωτική για τη γυναίκα συνήθεια, ήταν θηλιά στο λαιμό για τις φτωχές οικογένειες, που αδυνατούσαν να προικίσουν τις κόρες τους που κινδύνευαν «να μείνουν στο ράφι». Ωστόσο, μελετώντας κάποια προικοσύμφωνα που σώζονται έως και σήμερα, και αναφέρονται στα δικά μας φτωχά χωριά, όπως αυτό που αναφέρεται παραπάνω, καταλαβαίνουμε την ανάγκη που τα επέβαλλε. Σήμερα μειδιούμε από τη λεπτομερή καταγραφή αντικειμένων που η αξία τους τώρα, αλλά και τότε, ήταν μηδαμινή. Αυτό όμως δεν είναι παρά η ένδειξη της απόλυτης φτώχειας που υπήρχε. Χωρίς αυτά τα ελάχιστα πως θα ξεκινούσε ένα νοικοκυριό; Ωστόσο η τήρηση του εθίμου που ήταν επιβεβλημένη, δεν απέκλειε την ύπαρξη καλών σχέσεων, ανθρωπιάς και ειλικρινών αισθημάτων ανάμεσα στο ζευγάρι.

Κατάλοιπο της ίδιας νοοτροπίας είναι και η δημοσιοποίηση της αγνότητας της νύφης μετά την πρώτη νύχτα του γάμου της. Ένα έθιμο περισσότερο ταπεινωτικό από το προικοσύμφωνο, αφού έτσι κι αλλιώς παραβίαζε κατάφορα το σεβασμό στην ιδιωτική ζωή. Το βάρβαρο αυτό έθιμο καταργήθηκε γρηγορότερα και ευκολότερα από το προικοσύμφωνο, αφού δεν είχε κάποια πρακτική σημασία και αξία.

Η οριστική κατάργηση της προίκας έγινε το 1983 με την ισχύ του νόμου 1329/83 που όριζε ότι και οι δύο σύζυγοι υποχρεώνονται να συμβάλλουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, στο πλαίσιο της ισότητας, καταργώντας τη προίκα και εκσυγχρονίζοντας έτσι το οικογενειακό δίκαιο.

Βλέπουμε ότι στην τελετή του γάμου συμμετείχαν ενεργά όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Βοηθούσαν στις πολυήμερες ετοιμασίες, αλλά πρόσφεραν και οι ίδιοι, πιθανά κι από το υστέρημά τους, χρήματα, δώρα, τρόφιμα για το γλέντι. Αξιοσημείωτη είναι η μαρτυρία του υπερήλικα τότε Πάνου Βερύκιου, ότι πολλοί δανείζονταν τρόφιμα για να συνεισφέρουν στο τραπέζι του γάμου.

Ο γάμος όμως, όντας η σημαντικότερη εκδήλωση της κοινωνικής ζωής του χωριού, είχε για τους χωριανούς και μια άλλη σημαντική διάσταση. Ήταν η ψυχαγωγία τους, η ευκαιρία να συναντηθούν όλοι μαζί μέσα σε μια ατμόσφαιρα γιορταστική, να χορέψουν και να τραγουδήσουν, να αστειευτούν, να χαρούν. Ο γάμος ήταν χαρά για όλους.

Μελετώντας αναλυτικά τα ήθη και τα έθιμα του χωριάτικου γάμου στη Λευκάδα, όπως αυτά έχουν καταγραφεί από μελετητές και λαογράφους του τόπου μας, μπορεί κάποιος να διακρίνει πόσο ωραία και με ποιους συμβολισμούς δίνονται τα κυρίαρχα συναισθήματα. Τραγούδια, τελετουργίες και συνήθειες δίνουν σε βάθος το συναίσθημα του αποχωρισμού της νύφης από τους γονείς, της προσμονής, της χαράς και του έρωτα.

Η πιο πάνω περιγραφή των εθίμων του γάμου στο Δρυμώνα, βασίστηκε σε δημοσιεύσεις που έγιναν στην εφημερίδα του χωριού, ανάμεσά τους και αυτή του Πάνου Χ. Βερύκιου.

Ο Πάνος Χρ. Βερύκιος- Φρύδας, που, αν και σε προχωρημένη ηλικία, συχνά έστελνε γράμματα στην συντακτική επιτροπή, καταγράφοντας μνήμες, πληροφορίες, καθώς και ήθη και έθιμα παλιότερων εποχών, σήμερα δεν βρίσκεται στη ζωή. Μείνανε όμως τα γραπτά του να μας θυμίζουν τον ευγενικό, αρχοντικό και λιγομίλητο εκείνο γέροντα. Η δημοσίευση της αφήγησής του για το γάμο στο Δρυμώνα, συνοδεύονταν από την εξής καταληκτική παράγραφο:

«Εγώ γράμματα λίγα ξέρω κι από το γράψιμο τρέμουνε τα χέρια μου, γιατί τα χρόνια μου είναι πολλά και η βλέψη μου εκόντινε κι αν δεν τα καταλαβαίνετε γράψτε μου να μην σας ματαγράψω. Σας χαιρετώ όλους σας».

Η συντακτική επιτροπή του απάντησε κάτω από το άρθρο, ότι με πολύ χαρά παραλαμβάνουν και δημοσιεύουν τα γραπτά του και τον ευχαρίστησαν πολύ για την συμμετοχή του. Αυτό όμως ήταν και το τελευταίο του, καθώς λίγο αργότερα ο θάνατος αφαίρεσε την πένα από το γεροντικό του χέρι. Οπότε ο χαιρετισμός του αποδείχτηκε οριστικός.

*οι μικρές διαφορές στις περιγραφές πιθανόν οφείλονται στο γεγονός ότι οι συντάκτες ήταν διαφορετικής ηλικίας και άρα οι μνήμες τους δεν αναφέρονταν στην ίδια χρονική περίοδο.

Πληροφορίες:
Εφημερίδα «Δρυμώνας», αρ. φύλλου 2, 1980 (άρθρο Βασίλη Γ. Βερυκίου)
Εφημερίδα «Δρυμώνας», αρ. φύλλου 28, 1999 (άρθρο Πάνου Χ. Βερυκίου – Φρύδα και Σπυριδούλας Γ. Φέτση)
Aromalefkadas

Προηγουμενο αρθρο
Χριστουγεννιάτικο αφιέρωμα της Λέσχης ανάγνωσης και στοχασμού
Επομενο αρθρο
Έχουμε χάσει τη μπάλα: (ο γιατρός στο Μεγανήσι και το Περιφερειακό συνέδριο)

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *