HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΟ Ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Ο Ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος

(ένα βιβλίο του Θεοδόση Βολκώφ)

Αν ακούγομαι υπερενθουσιώδης ως προς την εκτίμησή μου,[…]
ο ενθουσιασμός αυτός είναι απολύτως ειλικρινής
– και δεν ντρέπομαι γι’ αυτόν.[…]
Οι ποιητές, φαντάζομαι, αποδίδουν καλύτερα
όταν κινητοποιούνται από την αποδοχή,
όχι όταν αποθαρρύνονται από την αδιαφορία.[…]
Είναι ντροπή για το ανθρώπινο γένος
που το κλωνάρι της δάφνης στολίζει τόσο συχνά νεκρά μέτωπα.
Αυτό που θα λένε οι άνθρωποι […] σε εκατό χρόνια,
εγώ επιθυμώ να το πω τώρα,
παρά τη στάση των ζηλόφθονων,
των μικρόψυχων και των τυφλών.

Τζορτζ Στέρλινγκ

«Το ανά χείρας βιβλίο απαρτίζουν δύο κείμενα. Το μεν πρώτο είναι ένα μελέτημα πάνω στην ποίηση και στην ποιητική του Δημήτρη Σολδάτου, ενώ το δεύτερο μια βιβλιοκρισία για το έργο του «Λευκαδίτικα διηγήματα».
Στόχος του παρόντος είναι να θιγούν πτυχές ενός συγγραφικού σώματος πραγματικά πρωτότυπου, ειδολογικά πλούσιου και θεματολογικά ευρύτατου, με αδιάλειπτη παρουσία και ουσιαστική συμβολή στα ελληνικά γράμματα κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Ο Δημήτρης Σολδάτος, μία από τις αυθεντικότερες και ισχυρότερες συγγραφικές δυνάμεις του καιρού μας, έχει καταθέσει όχι απλώς ποιητικό στίγμα αλλά ποιητικό έργο και αυτό επιχειρούμε να ψηλαφήσουμε».

(απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

* * *

Ένα βιβλίο γραμμένο από έναν ποιητή για έναν ποιητή – ειδικά αν αυτός ο ποιητής βρίσκεται εν ζωή και δεν είναι πασίγνωστος ήδη – αποτελεί κάτι σπάνιο, αν όχι πρωτόγνωρο, στην ιστορία της ελληνικής και ίσως της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Θεοδόσης Βολκώφ το επιχειρεί, μ’ ένα κείμενο συναρπαστικό από την πρώτη έως την τελευταία γραμμή του. Λόγος ζωντανός, συγκινητικός, μεστός, εμβριθής, διαυγής, με πλείστες διαφωτιστικές υποσημειώσεις, παραπομπές, αποσπάσματα στίχων, μα και παραθέσεις ολόκληρων ποιημάτων, που εισαγάγουν ακόμα και τον αμύητο αναγνώστη, κιόλας από «το πρώτο σκαλί, στην Ιδεών την χώρα».

Διαβάζουμε στο «Αντί προλόγου», με υπότιτλο στην «Στην έρημο του παρόντος»:

«Ειδικά στη σημερινή Ελλάδα τα δύο τούτα άκρα παρουσιάζονται με ασυνήθιστη ευκρίνεια: από τη μία η γενική περιφρόνηση του πνεύματος και από την άλλη η επίδειξη “πνεύματος” ως σημείο και στοιχείο υπεροχής έναντι της μάζας. Φιλισταϊσμός και λογιωτατισμός, οι δύο κυρίαρχες και εντέλει δυναστευτικές τούτες τάσεις, συνθέτουν το ξηρό και άνυδρο, το σχεδόν ερημικό τοπίο που αντιστρατεύεται κάθε έννοια συνοχής και συνέχειας, και ακυρώνει κάθε υπόνοια παράδοσης και προόδου. Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το έδαφος στο οποίο καλούνται να γεννηθούν, να ανδρωθούν και να ευδοκιμήσουν σήμερα τα γράμματα και οι τέχνες. Γι’ αυτό εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες κάθε σημαίνουσα πνευματική έκφανση είναι καταδικασμένη να εκδηλώνεται ως εξαίρεση, ως ζωή τρόπον τινά παράνομη και κάποτε σχεδόν παρά φύσιν, μια και “φύση” έχει γίνει πλέον, ύστερα από μακροχρόνιες διεργασίες, το αφύσικο».

Οι ενότητες έχουν ως εξής:

Εισαγωγικό σημείωμα

Α. Ο ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Ι. Αντί προλόγου: Στην έρημο του παρόντος
ΙΙ. Από τον βίο του ποιητή
ΙΙΙ. Ο λυρικός
ΙV. O σατιρικός
V. Ο μεταφραστής
VI. Αντί επιλόγου: Ανάμεσα στο χθες και στο αύριο

Β. Ένας σύγχρονος διηγηματογράφος

Αν μη τι άλλο, χρειαζόταν τόλμη ο Βολκώφ για να επιλέξει, να παρουσιάσει έναν σχετικά άγνωστο ποιητή και να επιχειρηματολογήσει με διάχυτο ενθουσιασμό επί 200 σχεδόν σελίδες για την ορθότητα της επιλογής του, ειδικά αν ο ποιητής αυτός με το σατιρικό βιτριόλι του – η λέξη «μελάνι» δεν φαίνεται επαρκής εδώ – έχει κυριολεκτικά περιλούσει το πρόσωπο αυτού που φιλάρεσκα αυτοαποκαλείται «νεοελληνική ποίηση».

Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.

Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει –
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.

Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στην ζούγκλα του εαυτού μας.

Τώρα μια ποίηση για… γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ’μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας!

[«Απομυθο-ποίηση», Νobel λόγω ατεχνίας]

Φυσικά και η ίδια η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Λευκάδα, δεν θα ξέφευγε την μέχρι τελικής πτώσεως σάτιρα. Μότο του παρακάτω ποιήματος ένα εύγλωττο δίστιχο: «Άλλα μου έφερε ο καιρός, κι άλλα μου πήρε ο Χρόνος. / Διπλά, πατρίδα, σ’αγαπώ και σε μισώ συγχρόνως!»

Υπάρχουν, Λευκαδίτη, δυο Λευκάδες:
η μια στον χάρτη κι η άλλη στην ψυχή σου.
Η μια που δημαρχαίοι και βουλευτάδες
την σύρανε ως το χείλος της αβύσσου

κι η άλλη όλο ποίηση και καντάδες –
μια απόμακρη φωνή που λέει: «Θυμήσου!»
Μα εσύ ξεχνάς! Και γλείφεις τους χαλκάδες
που οι «ξύπνιοι» σου περάσανε. Κοιμήσου…

Του Ονείρου η Λευκάδα αντιχτυπιέται
βαθιά μέσα στο αίμα μου μ’ εκείνη
που για πραγματικότητα περνιέται.

Ο φάρος των καιρών σκοτάδι χύνει…
Μα πίσω απ’ την μαυρίλα η Σελήνη
με την Σαπφώ, κρυφά, γλυκοφιλιέται.

[«Διπλή πατρίδα», Σαν-τα Μαύρα ή Μούσα Λευκα(η)δία]

«Ο ποιητής-πολίτης είναι ξένος στον τόπο του, ένας δύσμοιρος νοικάρης που ζει μέσα σε άθλιες συνθήκες χάρη στην ανοχή όλων εκείνων που λυμαίνονται τη χώρα θεωρώντας την ιδιοκτησία τους. Πώς αλλιώς, αφού τους ανήκουν τα πάντα, ενώ στον ένοικό της δεν ανήκει ουσιαστικά τίποτα απολύτως. Ζει στο έλεος μιας κυβερνώσας τάξης ληστρικής και αδηφάγας χωρίς ίχνος εθνικής συνείδησης, πληρώνοντας για παροχές ανύπαρκτες, καθώς το κόστος της ζωής προσαυξάνεται διαρκώς, με μοναδικό του σύντροφο μιαν άγρια μοναξιά. Κι είναι παράδοξο που το σπίτι ετούτο, αχούρι σωστό, δεν έχει ήδη πέσει, έτσι όπως στέκεται σε θεμέλια ολότελα σαθρά. Στην ξεδιάντροπη ψευτιά και στην απάτη των κυβερνώντων το μόνο που έχει να αντιτάξει είναι ένα ηρωικό πείσμα. Το ετοιμόρροπο κτίσμα στηρίζουν ακόμη, όσο αντέχουν, όλοι οι αφανείς ήρωες της ιλαροτραγικής νεοελληνικής ιστορίας».

Ζω σ’ ένα σπίτι με συγκάτοικο ένα φίδι,
την μοναξιά, λες κι είμαι ανθρώπινο σκουπίδι.
Το φως πότε έρχεται και πότε είναι κομμένο.
Τρέχει απ’ την βρύση μου νερό σκουληκιασμένο.

Ζω σ’ ένα σπίτι σαν καλύβα ενός φυλάρχου
της Αφρικής, που αχυρανθρώποι το ’χουν φκιάσει.
Οι Ποιητές κάδρα γινήκαν του δημάρχου –
να ’πεφτε ένα το κεφάλι να του σπάσει!

Ζω σ’ ένα σπίτι με κακούς ιδιοκτήτες,
που με νομίζουν σαν τα μούτρα τους, οι αλήτες!
Έχουν δυο κόρες: την Ψευτιά και την Απάτη.
Κι εγώ δυο γιους: το Πείσμα μου και το Γινάτι.

Ζω σ’ ένα σπίτι με παράθυρα μεγάλα.
Κι εισβάλλουν έτσι από κείθε στην ζωή μου
αυτοί που έρχονται κρατώντας μια κουτάλα
μέσ’ απ’ το πιάτο για να κλέψουν το φαΐ μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι σκέτο αχούρι, σκέτη φρίκη,
που κάθε μήνα προσαυξάνεται το νοίκι,
μα η στέγη μπάζει από παντού, βρέχει δεν βρέχει,
κι όλο πληρώνω παροχές που δεν παρέχει.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’ναι κατεδαφιστέο
κι υποστυλώνεται μονάχα απ’ την ψυχή μου.
Σκόνη κι απάσβεστα που πέφτουν αναπνέω
καθώς ραγίζει σαν κολόνα η αντοχή μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’χει κύμα γύρα γύρα.
Σεισμοί, λοιμοί, κατακλυσμοί – πανάρχαια μοίρα
το περιζώνει από παντού. Με τρυφεράδα
σκύβω, φιλώ το μαύρο χάλι σου, Λευκάδα!

[«Κατεδαφιστέο», Σαν-τα Μαύρα ή Μούσα Λευκα(η)δία]

«Η κοινωνία της Λευκάδας δεν είναι παρά μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας του 21ου αιώνα».

Πρώην Νησί των Ποιητών
και τώρα γη των μεσιτών,
του χρήματος, του κρίματος
και της τσαπατσουλιάς,
του ανόσιου, του δημόσιου,
της αλλαξοκωλιάς –
μπασταρδεμένη ράτσα!
Πατρίδα αίματος ζουρλού
κι ατέλειωτου κουτσομπολιού:
«Τα ’μαθες, μωρή τσάτσα;»

Νησί μπουρδέλο του νομάρχη
και χέστρα του περιφερειάρχη.
Του βουλευτή ένα τσιφλίκι
μπας και χτυπήσει υπουργιλίκι
και του δημάρχου μια ευκαιρία
ν’ ανέβει στην ιεραρχία.
Κι αντί ν’ αρπάξει ο κόσμος βίτσες,
κάνει μπροστά τους κορδοφίτσες.

Αχ, Φωτεινέ, που ᾿χες αφέντρα
στο χέρι μόνο την βουκέντρα!

Εδώ είν’ η γη των φεστιβάλ,
πατρίδα του άρπα-κόλλα,
δίνει η μπαρούφα ρεσιτάλ
κι ο γιος του πάρτα όλα.
Εδώ είναι γη συναυλιών
και ρεζιλίκι των σκυλιών:
στο εμετικό το Κάστρο
γαβ, γαβ, το κάθε άστρο.

Α, ρε, Αντώνη Τζεβελέκη,
ρίξε μας ένα αστροπελέκι!

Εδώ είν’ η γη των μελετών
και των διανοουμένων,
των μορφωμένων λεχριτών
κι εγκέφαλων καμένων.

Α, ρε, Γεράσιμε Γρηγόρη,
όλοι γινήκανε λεκτόροι!

Εδώ είν’ η γη της μπρανελιάς,
για μπούτζαρα μονάχα,
κι ονειρεμένης παντρειάς
για κάθε φτωχοβλάχα.

Βόν’τσα, Πλαγιά, Μοναστηράκι,
θέλουν… σουβλί πέρ’ απ’ τ’ Αυλάκι.
Α, μωρή, λιάρα προβατίνα,
π’ αγάπη βάφτισες την πείνα!

Εδώ απαυτώνονται οι θειες
και «αγκαστρώνονται οι λιθιές».
Εδώ γλεντούν οι μούλοι
στον γάμο του Κουτρούλη.

Μέχρι να πέσουνε σε κώμα,
μπουζουκοκλάρινο και πιόμα!

Εδώ είναι η γη της πουτανιάς,
του φθόνου και της ρουφιανιάς
και του αρχοντοχωριάτη:
εκείνου που παινεύεται,
προσβάλλει και δεν σέβεται
και που κακό έχει μάτι
και γλώσσα πέντε πήχες.
Εδώ μιλάς για τρίχες,
μετράς αν έχεις Πόρσε
κι άμα δεν έχεις… όρσε!

Όρτσα, ξερόγκαζο, ρε μάγκα,
στου Καραγκιόζη την παράγκα!

Εδώ κανένας για να ζει
πρέπει να κάψει το μπουζί
σπινθήρα να μην δίνει.
Πρέπει τ’ αυτιά του με κερί
να τα σφαλίσει αν μπορεί,
τα μάτια του να κλείνει.
Να ’χει τα πόδια του ανοιχτά
και μέση λαστιχένια,
να λέει χαβιάρι τα σκατά
κι υγεία την ασθένεια.
Να ’χει την κρίση του θολή,
να ’χει μυαλό ένα σβώλο –
να σκέφτεται με την ψωλή,
να κρένει με τον κώλο.
Να είναι γιος της προστυχιάς
και τεμπελοκοπρίτης,
να ’χει το δόντι της οχιάς,
την μπάκα σαν λουρίτης.

Εδώ δεν είν’ Επτάνησος,
εδώ είναι πουτάνησος
και κωλοκοινωνία.
Εδώ είναι νησιωτική
Αιτωλοακαρνανία
και παροικία αλβανική.

Εδώ παντρεύεται η φκαρίδα
και παίρνει την σκλημανταρίδα –
στον τόπο αυτήνο της ζουρλάδας!
Ετούτη εδώ η πατρίδα,
μικρογραφία μιας Ελλάδας
που πια δεν έχει ελπίδα.

[«Νησιωτική Αιτωλοακαρνανία», Σαν-τα Μαύρα ή Μούσα Λευκα(η)δία]

«Τι μένει απ’ όλα ετούτα; Τι μένει από τον λυσσώδη αγώνα με μόνη εξάρτυση τις λέξεις ενάντια στην κοινωνία και στο πνεύμα της εποχής; Αυτό που μένει πάντα, αν μένει κάτι: η ποίηση. Γιατί ασφαλώς η πείρα μάς έχει διδάξει πως δεν αλλάζει έτσι ο κόσμος, δεν διορθώνει τα στρεβλά του ήθη επειδή κάποιος συγγραφέας θέλησε να του τα δείξει σε όλη τους την ωμότητα. Στο καταληκτικό τετράστιχο του προτελευταίου ποιήματος της συλλογής, ύστερα από τη ζωηρή απεικόνιση της ζωής ενός κοσμοπολίτικου νεοελληνικού θερέτρου κατά τους μήνες της καλοκαιρινής σεζόν, ο ποιητής ομολογεί με συγκινητικό αυτοσαρκασμό»:

κι εγώ, δεν έχω άλλη ασχολία
απ’ το να σχολιάζω ό,τι με πνίγει,
με χλεύη περισσή κι έμπνευση λίγη –
γελοίος κι εγώ πολύ μες στα γελοία!

[«Παντοπωλείον η μιζέρια», Σαν-τα Μαύρα ή Μούσα Λευκα(η)δία]

«Μέσα στην αιώνια “κωμωδία και αθλιότητα” της ανθρώπινης συνθήκης, στην ερημία των τόπων και των χρόνων, βλασταίνει κάποτε και σχεδόν πάντα απόμερα, σε πείσμα όλων, η ποίηση. Ένας άλλος χρόνος μέσα στον χρόνο, ένας άλλος κόσμος μέσα στον κόσμο. Ας το επαναλάβουμε. Η επιμένουσα ποίηση είναι τελικά και το μόνο που μένει· η ποίηση και κάτι ακόμα – η ηθική ορθοστασία. Συχνότατα, σχεδόν πάντα, αφανείς και οι δύο αλλά υπαρκτές. “Ποιος μιλά για νίκες”, έγραψε ο Ρίλκε. “Το παν είναι ν’ αντέξουμε”».

«Τα “Λευκαδίτικα διηγήματα” δεν είναι διηγήματα ποιητή αλλά διηγήματα διηγηματογράφου… Το ότι τα διηγήματα αυτά αποβαίνουν –χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποτελεί και αυτοσκοπό– και μια ιδιότυπη κιβωτός λέξεων που τείνουν να εκλείψουν είναι κάτι που προσγράφεται στα πολλά θετικά στοιχεία τούτης της γραφής. Μας θυμίζει επιπλέον τι μπορεί να επιτευχθεί όταν αντλείται υλικό από το πλούσιο υπέδαφος μιας πολυστρώματης γλώσσας• τι κατορθώνεται όταν ο δημιουργός ενωτίζεται τη ζώσα λαλιά του περιβάλλοντός του και αφομοιώνει δημιουργικά τη διδαχή αιώνων.

Ρυθμολογία και λεκτικό δημιουργούν από κοινού ένα προσωπικό ύφος που διαπνέει όλα τα διηγήματα. Υφολογική ενότητα από τη μια και θεματολογική πολυμέρεια από την άλλη συνθέτουν ένα μικρό, συνεκτικό σύμπαν κλεισμένο σ’ ένα βιβλίο. Και όπως το φυσικό σύμπαν δεν έχει κέντρο ή, πράγμα που είναι το ίδιο, οποιοδήποτε σημείο του μπορεί να θεωρηθεί ως κέντρο έτσι κι εδώ το κέντρο βρίσκεται παντού. Ο αναγνώστης μπορεί να αρχίσει την περιδιάβαση του από οπουδήποτε, καθώς ακόμα και τα συντομότερα διηγήματα της συλλογής ή και αυτά που έχουν χαρακτήρα πιο παιγνιώδη και ανάλαφρο μπορούν να ιδωθούν ως σημεία εκκίνησης, ως προσφυείς αφετηρίες για την προσπέλαση του όλου.

Η λαμπρή αυτή τεχνική, τα άρτια δουλεμένα μέσα, θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε ένα καλογραμμένο βιβλίο, όχι σε ένα ζωντανό βιβλίο όπως αυτό που μας δώρισε ο Δημήτρης Σολδάτος, αν δεν υπήρχε πάνω και πίσω απ’ όλα το οξύ και συνάμα τρυφερό βλέμμα που βυθίζεται στο μυστήριο της ζωής αντλώντας από αυτήν τους πιο βαθείς και μυστικούς της τόνους. Κάθε ήρωας των διηγημάτων αναδίδει τη δική του, μοναδική και αξέχαστη, μουσική την οποία ο συγγραφέας μεταφράζει σε λόγο, παρατηρώντας, ανατέμνοντας και συμπάσχοντας.

Κάτι από την υψηλή αυτή μαστορική και το βαθύ βλέμμα, απτά εξάλλου σε όλο το βιβλίο, φαίνονται στα ακόλουθα αποσπάσματα. Οξυδέρκεια και στοχασμός πάνω στη συνθήκη του ναυτικού βίου, μια ματιά όλο κατανόηση και ενσυναίσθηση. Γρήγορες, αδρές πινελιές, ένα δριμύ στακάτο που εκθέτει μέσα σε λίγες προτάσεις όλο το δράμα και τους αγιάτρευτους καημούς της ναυτικής ζωής».

Ο θαλασσινός έρχεται σαν σίφουνας στο νησί: φέρνει λεφτά, τακτοποιεί λογαριασμούς, σπέρνει παιδιά… Ξαναμπαρκάρει με τα καράβια του Μαστροβασίλη και του Μπαχατέλα, θαλασσοπνίγεται και ξαναγυρίζει. Βρίσκει τα παιδιά ξεπεταγμένα, δεν τον γνωρίζουν για πατέρα τους και κλαίνε. Τα γλυκαίνει με παιγνίδια. Θέλουν τα παιγνίδια του, εκείνον όχι. Άλλη γυναίκα άφησε, άλλη αγκαλιάζει. Δεν γνωρίζει τα χάδια του το κορμί της. Την γλυκαίνει με δώρα. Θέλει τα δώρα του, εκείνον όχι. Άφησε τους γονιούς του στο κρεβάτι, τους βρίσκει στον τάφο. Γλυκαίνει το πόνο του με μνημόσυνα, με ωραία μνήματα. Τον θαυμάζουν οι χωριανοί, εκείνος όχι. Δεν ήθελε να βουλώσει τα στόματα του κόσμου, ήθελε να κλείσει του πατέρα του τα μάτια.

[«Πέτρες ριγμένες στο πέλαγος», σ. 10]

«Εν συνεχεία παραθέτουμε δύο αποσπάσματα όπου καταφαίνεται η λαμπρή χρήση της αντίστιξης».

Τώρα, όμως, όλα είχαν χαθεί μέσα στο σούρουπο, λες και της Γης η κιβωτός μπατάρισε ξαφνικά στο μαύρο πέλαγος που την κατάπιε. Κι απέμειναν μονάχα ο Γούπας με την γαϊδούρα του, να βαδίζουν πάνω στα κύματα του σκοταδιού, σαν να ’ταν οι τελευταίοι επιζήσαντες του κατακλυσμού. […] Ξάφνου, οι σκιές αναμέρισαν τρομαγμένες, όπως οι δαιμόνοι στην Δευτέρα Παρουσία… Έλαμψε η πλάση! Κι έμοιαζαν τώρα, ο Γούπας και η γαϊδούρα του, λες κι ήταν τα πρώτα πλάσματα του Θεού στην χαραυγή του κόσμου.

[«Ο Γούπας», σσ. 55-56]

«Σε ένα άλλο σημείο, με ελάχιστες υποβλητικές προτάσεις, σκιαγραφείται η μυστικοπαθής ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού που μεγαλώνοντας θα ακολουθήσει το μοναστικό στάδιο».

Κεριά και λιβάνια ήταν τα παιγνίδια του. Οι Γραφές, τα βιβλία του. Οι άγριες μορφές των ασκητών, δάσκαλοί του. Οι φιγούρες των Αγίων και των αγγέλων, οι φίλοι του. Ψωμί του, ο Άρτος και το Πρόσφορο. Όταν θέλει να τραγουδήσει, ψάλλει. Κι όταν ψάλλει, κλαίει…

[«Μοναχός Νικηφόρος», σ. 132]

«Οι διάλογοι, ένα από τα δυσκολότερα σημεία της πρόζας, έχουν πάντα φυσικότητα. Ακόμη και στα σημεία όπου ο τόνος λόγω του θέματος γίνεται πιο ηρωικός δεν φαίνονται ποτέ ψεύτικοι. Στην ακόλουθη σκηνή, με φόντο το εκτελεστικό απόσπασμα, συναντώνται δύο παλιοί γνώριμοι, αθλητές αμφότεροι, με δεδομένη την αμοιβαία εκτίμηση. Η μοίρα τούς έχει θέσει σε αντίπαλα στρατόπεδα. Αξιωματικός της Γκεστάπο ο ένας, Έλληνας αντιστασιακός ο άλλος. Η στιχομυθία, η σκηνοθεσία, ο τρόπος με τον οποίο συγκρούονται οι δύο αντίμαχες αντιλήψεις σε μιαν οριακή στιγμή όπου κρίνονται τα πάντα –ζωές και συνειδήσεις– απηχούν Ουγκώ. Ανασαίνουμε για λίγο την ήρεμη δύναμη που αποπνέουν οι αληθινά γενναίοι».

Ο αξιωματικός παίρνει βαθιά ανάσα. Μιλάει αποφασιστικά:
«Μπορώ να σε σώσω, Ηλία! Δεν υπάρχει λόγος να πεθάνεις εσύ».
Εκείνος χαμογελάει.
«Θες να πεις πως υπάρχει λόγος να πεθάνουν αυτοί;» λέει, δείχνοντας τους υπόλοιπους πατριώτες.
«Δεν μπορώ να τους σώσω όλους, κατάλαβέ με», απολογείται ο Γερμανός.
«Δεν μπορώ να ζήσω εγώ και να πεθάνουν αυτοί, κατάλαβέ με», απαντά ο Βεργίνης.
«Είναι κι άλλοι πάνω από μένα, Ηλία, δεν δύναμαι…»
Το ελληνόπουλο τού κάνει νόημα να σωπάσει.
«Είναι κι άλλοι πάνω από μένα, Έμιλ, δεν δύναμαι να τους αγνοήσω κι εγώ. Αιωρούνται γύρω μας, τους βλέπεις; Μου δίνουν προσταγές, τους ακούς; Είν’ εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια νεκροί!»
Ο Γερμανός ανατριχιάζει σύγκορμος. Κι ασυναίσθητα σηκώνει το βλέμμα ψηλά, λες και βλέπει τις λεγεώνες των πεθαμένων να εφορμούν απ’ τα σύννεφα.
«Το καθήκον μου όμως…» ψελλίζει.
Ο Βεργίνης τον διακόπτει:
«Κάμε εσύ το καθήκον σου να κάμω κι εγώ το δικό μου. Είσαι σπουδαίος αθλητής, σε θαυμάζω! Τώρα, όμως, είμαστε αντίπαλοι και πρέπει ν’ αγωνιστούμε…»
«Δεν είναι αγώνας, Ηλία, είναι πόλεμος! Αν χάσεις σήμερα, δεν θα ξαναγωνιστείς ποτέ!»
«Αν σώσω τον εαυτό μου, θα έχω προδώσει αυτούς! Θα ήθελες γι’ αντίπαλο έναν προδότη, Έμιλ;»


[«Ο σφαιροβόλος», σσ. 189-190]

«Αν τα ελληνικά γράμματα επιβιώσουν στα χρόνια που έρχονται και αν τη σημερινή γενικευμένη σύγχυση διαδεχθεί μια κάποια ευθυκρισία –κι είναι δύο πολύ μεγάλα “αν” αυτά–, είμαι βέβαιος πως οι μελλούμενοι καιροί θα κοιτάζουν το βιβλίο αυτό σαν να ήταν από πάντα “εκεί”, αποπνέοντας την αύρα αυτού που τόσο λείπει στις μέρες μας – την αύρα του κλασικού».

«Η ιστορία καλπάζει δαιμονισμένα. Τα πάντα δείχνουν να απαρχαιώνονται τάχιστα. Το μέλλον, που είναι πλέον εδώ, ρίχνει τη θανάσιμη σκιά του στο τώρα, εκτοπίζοντας επικράτειες ολόκληρες στις παρυφές της λήθης – και πέρα. Το χθες έχει ήδη μακρύνει απαγορευτικά, το προχθές ανήκει κιόλας στην προϊστορία. Ο καιρός μας παρέρχεται πριν καν έρθει, ενώ τα άστρα του πνεύματος ανατέλλουν με κόπο στο στερέωμα για να δύσουν σχεδόν αμέσως – με μια διπλή ταυτόχρονη κίνηση. Θνησιγενείς αστραπές μέσα στο απέραντο κοσμικό σκότος που δεν τους μέλλεται καμία αιώνια ζωή…

Όλο και λιγοστεύουν εκείνοι που έχουν τη διάθεση και τα κουράγια να σκύψουν πάνω από το μεγάλο ποτάμι του χρόνου και να περισυλλέξουν επιμελώς όσα οι φρενήρεις καιροί μας ξεβράζουν στις όχθες του…

Από τη θέση του έστω αποδεκατισμένου μας παρόντος ωστόσο, τη μόνη που μας ορίστηκε και δικαιούμαστε να αποκαλούμε δική μας –γιατί της ανήκουμε εξολοκλήρου–, μπορούμε να πούμε το εξής και να κλείσουμε με αυτό, αναλαμβάνοντας στο ακέραιο την ευθύνη της κρίσης μας. Το μόνο βέβαιο λοιπόν είναι ότι ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος δεν λιποψύχησε ούτε έθαψε φιλάργυρα το τάλαντό του στη γη. Απεναντίας, το αξιοποίησε και το απέδωσε στους συνανθρώπους του πολλαπλάσιο. Χτυπήθηκε με τα πράγματα, τα πρόσωπα και τη γλώσσα στα ίσα. Έδωσε τη δική του απόκριση κατά τρόπο αυθεντικό σε όσα ζητήματα όρθωσαν ενώπιόν του η εποχή και η συνείδησή του. Βρήκε τη φωνή του, τη σμίλεψε, την ακόνισε κι έδωσε στην κραυγή του αιχμή. Συνεισέφερε ως τίμιος στρατιώτης του στίχου τη δική του γραφή στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου. Κι αυτό είναι από μόνο του κάτι πολύ και η μόνη ίσως δικαίωση στην οποία μπορεί να ελπίζει ένας ποιητής».

_____

Εκδότης: ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε.
Συγγραφέας: ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ
ISBN: 9789605834197
Διαστάσεις: 14 x 20,5
Σελίδες: 178
Έτος έκδοσης: 2018

Κεντρική διάθεση:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε.
Τηλ.: 210 3306880

Λευκάδα:
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΣΙΡΙΜΠΑΣΗ
Τηλ.: 26450 22329

_____

Ο Θεοδόσης Βολκώφ γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα.
Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα έξι ποιητικές συλλογές.

2016 Σονέτα, Γαβριηλίδης
2015 Sexus, Γαβριηλίδης
2013 Ο Pietro Aretino εν έτει 2013
2012 Missa Brevis, Παρισιάνου
2012 Γιουβενάλης, Παρισιάνου
2004 Τα τραγούδια της ψυχής και της κόρης, Γαβριηλίδης

Προηγουμενο αρθρο
Ν Ε ΣΥΡΙΖΑ Λευκάδας: δίκαιη πολιτική με κοινωνικό πρόσημο
Επομενο αρθρο
Χριστουγεννιάτικες εικόνες και δράσεις από την πόλη της Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *