HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΟ ποιητής και οι λέξεις του

Ο ποιητής και οι λέξεις του

Γράφει η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού

Λένε πως η περιουσία των ποιητών είναι οι λέξεις. Αυτό λένε και οι ίδιοι οι ποιητές. Και τις μιλούν με τη δική τους ποιητική ιδιόλεκτο, με τη δική του ο καθένας ελευθερία και τη δική του χρωματικότητα, τη δική του θέρμη, το δικό του νόημα, αποσπασμένες από την ακρίβεια και τη διαύγεια των λεξικών και της καθημερινής, οικείας σε όλους, γραφής ή ομιλίας. Οι λέξεις στην κοινή τους χρήση δεν συνιστούν «γεγονότα». Είναι αναμενόμενες, είναι μονοδιάστατες, είναι χωρίς φαντασία. Είναι καμωμένες για να λένε «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Να μην ονειρεύονται, να μην αποδιδράσκουν από το όριό τους, να μην πειραματίζονται, να μην ζωντανεύουν. Κι αν τολμήσουν κάτι από τα παραπάνω, τότε τα λεξικά, όπως και οι συνομιλητές, θα σημειώσουν ηχηρά «λάθος»…

Στην ποίηση όμως οι λέξεις είναι διαφορετικές. Είναι ένζωες και αλλάζουν ζωές χωρίς να παίρνουν άδεια παρά μόνο από τον ποιητή τους. Στην ποίηση οι λέξεις είναι ευφάνταστες, οραματίζονται, το σκάνε από τα όριά τους, κατασκευάζουν παράξενες συντροφίες, δεν λένε «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»… Δεν είναι αναμενόμενες. Δεν πειθαρχούν, δεν υποτάσσονται- παρά μόνο στον «δαμαστή» τους. Τον δικό της «δαμαστή» η καθεμιά. Γι’αυτό παράγουν γεγονότα. «Κατά κάποιον τρόπο το κεντρικό γεγονός της ζωής μου αποτέλεσε η ύπαρξη των λέξεων και η δυνατότητα να υφαίνω αυτές τις λέξεις σε ποίηση», θα πει ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες.
Οι λέξεις είναι λοιπόν το πρώτο απτό υλικό που θα πάρει στα χέρια του ο ποιητής για να το μεταμορφώσει σε «μύθο» και τον μύθο σε ποίημα. Να το μεταπλάσει σε μιαν άλλη, προσωπική, ζώσα οντότητα, πολύσημη, αινιγματική, ευαίσθητη, μυστηριώδη, απρόσμενη… Έτσι κατασκευάζει την έκπληξη ο ποιητής.

Αλλά πώς λειτουργεί η σκέψη του ποιητή; Όταν αγγίζει τις συνηθισμένες λέξεις-όπως οι νεράιδες των παραμυθιών ή οι αλαφροΐσκιωτοι- και τους δίνει άλλη μορφή, άλλο νόημα; Πώς ακτινογραφείται η μαγική πράξη της ποιητικής μεταμόρφωσης, όπως κυοφορείται μέσα στο κεφάλι του ποιητή; Νομίζω πως η υπερρεαλιστική στη σύλληψή της ποιητική μυθοπλασία του Μίλτου Σαχτούρη, καθώς ηλεκτρίζει τη φυσική πράξη μετατρέποντάς την σε μεταφυσική, εικονοποιεί αυτή την ιδιαίτερη λειτουργία της ποιητικής κατασκευής:

Έκοψα το κεφάλι μου/ το’ βαλα σ’ ένα πιάτο/ και το πήγα στο γιατρό μου/ -Δεν έχει τίποτα, μου είπε/ είναι απλώς πυρακτωμένο/ ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα δούμε/ Το ’ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους/ τότε είναι που χάλασε τον κόσμο/ άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια/ να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει/ Το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου/ γύριζα έξαλλος στους δρόμους/ με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή.
(Το κεφάλι του ποιητή).

Κανένα εγκεφαλογράφημα, καμιά μαγνητική τομογραφία δεν πιστεύω πως θα μπορέσει ποτέ να εικονίσει τη δια-ταραχή της ποιητικής διεργασίας, όπως ο ποιητής το πράττει με τη θαυμαστή -και θαυματουργή- αυτοεξέτασή του.

Και ποιες είναι οι λέξεις που επιλέγουν οι ποιητές για να χτίσουν το οικοδόμημα; Μπορεί να γίνουν ειδικά ποιητικά λεξιλόγια; Ανθολογήσεις λέξεων; Κι αν ναι, ίδια για τον κάθε ποιητή; Είμαστε σίγουροι πως θ’ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες του κάθε ποιητή ή πως όλοι θα έντυναν με το ίδιο νόημα τη λέξη που θ’αποσπούσαν από τα λεξιλογικά μας ανθολόγια; Υπάρχουν πάλι εποχές στην ποιητική ζωή της κάθε λέξης; Υπάρχει δηλαδή «ιστορικότητα» των ποιητικών λέξεων; Υπάρχει η κοινωνιολογία των ποιητικών λέξεων και η ανθρωπολογία τους; Ή μήπως υπάρχει η «ποιητική βιολογία» τους πάνω απ’όλα;

Θα είχε πραγματικά ενδιαφέρον μια ανθολόγηση των προσφιλέστερων λέξεων κάθε ποιητή. Και παραπέρα, η εξέταση της ιδιαίτερης χρήσης τους στο περιβάλλον των συμφραζόμενων και η παραγωγή νοήματος. Τότε θα ανακαλύπταμε το πλούσιο διαχρονικά «βιογραφικό» των λέξεων, τους μετασχηματισμούς, τις μεταμορφώσεις, το άπειρο των νοηματικών τους αποχρώσεων, τις κυριολεξίες και κυρίως τις μεταφορικές χρήσεις τους, το έλλογο και το παράλογό τους, τη νόηση και το συναίσθημά τους, την ιδιαίτερη σχέση που δομούν με το υποκείμενο που τις χειρίζεται για να επικοινωνήσει με τον άλλο άνθρωπο, τον αποδέκτη της ποιητικής χρήσης τους. Θα διαπιστώναμε πως στην ποίηση οι λέξεις χωρίς περιορισμούς και ιεραρχήσεις, συγκατοικούν μεταξύ τους και φιλιώνουν τους χρόνους, τους τόπους, τις εποχές, τις κοινωνικές τάξεις και όλους τους ετεροπροσδιορισμούς της συνύπαρξης των ανθρώπων. Η προσευχή συναντιέται με τη βλασφημία στο στόμα του βλάσφημου, ο όρκος με την ψυχή του επίορκου, ο ίδιος ο ποιητής συναντιέται με τους χωροφυλάκους, το λουλούδι με το χέρι που το κόβει από τη ρίζα του. Κι ενώ στη ζωή έχουν όλα αυτά μια τάξη και πειθαρχούν αναντίρρητα σ’αυτήν, στην ποίηση έρχεται το ξάφνιασμα, η ανατροπή και το άπλωμα: όπου τα πάντα χωρούν, τα πάντα έχουν το νόημά τους, οι αντιθέσεις και το παράλογο κατασκευάζουν τη δική τους υπέροχα άτακτη «λογικότητα», στην οποία κυοφορείται και προτείνεται μια άλλη, περιούσια ανθρωπιά. Σίγουρα, η ελευθερία ως μια βιωμένη κατάσταση της συνείδησης κατακτάται μέσω της ελεύθερης, προσωπικής νοηματοδότησης της ποιητικής γλώσσας. Γι’αυτό και στην ποίηση οι λογαριασμοί με την αριθμητική είναι εντελώς διαφορετικοί: Ρωτούν την ποίηση/πόσα κάνουν δύο και δύο;/ Και η ποίηση/μετρώντας τα δάχτυλά της/ Αποκρίνεται πέντε/ Η ποίηση δεν πάει σχολείο/-έτσι αποφαίνεται ο Αργεντινός ποιητής Juan Carlos Mores.

Είναι ωστόσο όλες οι λέξεις περιουσία του ποιητή; Ή μήπως υπάρχουν ποιητικές και αντιποιητικές λέξεις; Λέξεις καθημερινές, λέξεις δημοσιογραφικές, λέξεις αδιάφορες, λέξεις γραφειοκρατικές… Ο Hermann Hesse μιλάει για τις ευκαιριακές, τις δύσκολες, τις επίπλαστες και κατασκευασμένες λέξεις. Τις λέξεις που μας εξυπηρετούν στις συνήθεις πρακτικές συναλλαγές μας, που κατασκευάζονται μέσα σε αίθουσες σύνταξης, σε γραφεία, σε διοικητικά κέντρα, σε βιομηχανικά καρτέλ… Δύσκολες, μεγάλες, επιτηδευμένες λέξεις, με ημερομηνία λήξης… Aυτές δεν είναι λέξεις της ποίησης, υποστηρίζει. Γιατί δεν έχουν βαθιές ρίζες, στη φύση, στην ιστορία, στον άνθρωπο. «Δεν προέρχονται από κάτω, από τη γη. Ενώ οι λέξεις πατέρας, μάνα, πρόγονοι, γη, δέντρο, βουνό, κοιλάδα είναι λέξεις παλιές, αυθεντικές, πολύτιμες, γερές λέξεις, λέξεις με σημασία. Κάθε μια απ’αυτές μιλάει εξ ίσου στον αμόρφωτο νεαρό βοσκό όπως και σ’έναν καθηγητή. Μιλάει στο μυαλό και στις αισθήσεις μας, ξυπνάει σκέψεις και συναισθήματα, θυμίζει το αιώνιο, το αναπόφευκτο, αυτό που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε». Όπως ακριβώς η λέξη ψωμί, θα γράψει στη συνέχεια ο ίδιος συγγραφέας. Μια ακατάβλητη ροή εικόνων από το πατρικό σπίτι, την οικογενειακή συγκέντρωση, το άρωμα και την αίσθηση της γλυκειάς γεύσης του, τα πρόσωπα που συνθέτουν το οικογενειακό περιβάλλον και ενορχηστρώνουν τα συναισθήματά μας.

Όμως υπάρχουν εποχές της ποίησης. Και αντίστοιχα είδη. Και διαφορετικοί ποιητές που δημιουργούν μέσα στο περίβλημα της δικής του ο καθένας εποχής και μέσα στο δικό του ο καθένας κοινωνικό και ενδοψυχικό περιβάλλον, που υλοποιείται σε ένα, ιδιαίτερο επίσης, γλωσσικό περιβάλλον. Είδαμε επομένως τη γλώσσα στην εποχή της νεωτερικότητας ν’αποδεσμεύει δυνατότητες και δυνάμεις, να τις αποσπά από τα καθημερινά, αντιποιητικά περιβάλλοντα, να τις μετακινεί στον καμβά μιας καταλυτικής ποιητικότητας και να τις μεταμορφώνει σε τόπους ποιητικής ευτοπίας. Λέξεις που μετακινούνταν από την αγορά, το λιμάνι, τη διασκέδαση, το καταγώγιο, που κατέβαιναν από τα χωριά στις πόλεις, και συναντιούνταν με άλλες λέξεις-παρέες και αιχμαλωτίζονταν σε καινούριες συντροφιές και πραΰνονταν οι ίδιες και γι’αυτό πράυναν στη συνέχεια… Γίνονταν αληθινής ποίησης λέξεις, με πολλαπλά νοήματα και σημασιοδοτήσεις. Και διαφορετικά είδη υφολογίας: από το πιο σοβαρό μέχρι το πιο ειρωνικό, από το πιο δραματικό μέχρι το πιο γκροτέσκο και αποδομητικό. (Θυμίζουμε πρόχειρα το κάθαρμα, τον κάλπικο παρά και το θλιβερό σαρκίο στο Επιτύμβιο του Μανόλη Αναγνωστάκη ή την έρμη την ποίηση του Γιάννη Κοντού). Εδώ ο ποιητής πράττει πάλι το θαύμα! Απογυμνώνει τα αρχικά υλικά του από το πεπερασμένο φορτίο τους και επαναμαγεύει το τελικό προϊόν του-το ποίημα- με τις μεταθέσεις και τις ανανοηματοδοτήσεις των λέξεων, την προσωπική σχέση και την οικείωση που δημιουργεί μαζί τους.

Αυτά για τις λέξεις που έχουν «πρόσωπο». Που μπορούν να σταθούν στο λόγο και ως ανεξάρτητες αυτοτελείς υπάρξεις. Που μπορούν να αφηγηθούν την αυτοβιογραφία τους, να σχηματίσουν εικόνες, να κινήσουν τη φαντασία και να συγκινήσουν την ψυχή, να ειρωνευτούν: θάλασσα, αγρός, ειρήνη, φάμπρικα, αιθέριος, ψάρι, δέηση, πατρίδα, άντρας, γυναίκα… Τι γίνεται όμως με τις «απρόσωπες» λέξεις, τις επικουρικές, τις αναγκαίες αλλά απίστευτα διακριτικές λέξεις; Αυτές που δεν ενεργοποιούν τη φαντασία, που δεν δονούν την ψυχή, που συνιστούν ωστόσο υλικά απαραίτητα της νόησης προκειμένου να δομήσει προτάσεις, κρίσεις, συλλογισμούς; Τα διάφορα είδη συνδέσμων της γραμματικής, τις ποικιλίες των προθέσεων, τις μετοχές… Τι μπορεί να πει ο ποιητής για το (συμπλεκτικό) και π.χ.; Ό,τι ίσως κι ένα παιδί. Για τις παρέες που φτιάχνει το και, τις συντροφιές, για το φόβο της μοναξιάς που το διακατέχει (γι’αυτό και οι συντροφιές του), για τη χαρισματική του κοινωνικότητα… Και το αντιθετικό αλλά; Αυτός ο αιώνιος αντιρρησίας… Και το γιατί που έρχεται να συνδέσει πειστικά το «έγκλημα» με την αιτιολογία του… και τόσα άλλα…

Οι λέξεις λοιπόν, όλες οι λέξεις, είναι των ποιητών η πρώτη ακριβή ύλη (ίσως και η ακριβής, όχι όμως με τους ντετερμινισμούς και τη γεωμετρία της νόησης). Παρά την αυθυπαρξία των λέξεων και την εικονοποιητική τους δύναμη, εντούτοις η ποίηση αρθρώνεται και ομιλεί με συστάδες λέξεων κανονικά ή ακανόνιστα τοποθετημένες στον ποιητικό λόγο. Με νόημα που εκπορεύεται από το βίωμα, την εμπειρία, την ψυχή, ολάκαιρο τον κόσμο του ποιητή, απευθυνόμενου τυφλά αλλ’αθώα, με απόλυτη εμπιστοσύνη στον όποιο αναγνώστη του. «Κάθε λέξη που γράφεις είναι συνένοχη με το νοηματικό περιεχόμενο όλου του κειμένου σου. Δεν υπάρχουν ελεύθερες λέξεις. Όλες οι λέξεις γίνονται ένοχες-συνένοχες, καταπιέζοντας η μια την άλλη, συμπαρασύροντας η μια την άλλη, για να βγει αυτό που προσπαθείς να πεις… (Τ. Σινόπουλος, Νυχτολόγιο, 1978, Συλλογή ΙΙ, Ερμής 1980).

Οι λέξεις επομένως αποκτούν μια δεύτερη, περισσότερο ενδιαφέρουσα και πολύσημη ζωή, όταν βγουν από τη μόνωσή τους, όταν βρεθούν σε καλές γειτονίες και συνομιλήσουν η μια με την άλλη ανοίγοντας κεφάλαια και πηγές κανονικών και ετερόδοξων συναντήσεων, ενεργοποιώντας φαντασίες, οράματα, συλλογισμούς, πόνους και χαρές, καθημερινά και επίσημα, σημαντικά και ασήμαντα, όλα σημαίνοντα «γεγονότα» ψυχικών ελλάμψεων μέσα στην άπνοια του κάθε «ρεαλισμού», του κάθε εμπράγματου προορισμού και περιορισμού. Είναι τότε που δυο λέξεις συναντιούνται για πρώτη φορά, κι έτσι φτιάχνουν το ποίημα, όπως το διατυπώνει ένας ινδιάνικος ορισμός. Είναι τότε που οι άνθρωποι-αποδέκτες γίνονται μαζί με τον ποιητή «κυνηγητές της γοητείας των ονείρων», που φτάνουν «στα λιμάνια με τα πούπουλα και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας που’χει στο στήθος της ακόμα τα φιλιά σου»… (Εμπειρίκος, Στροφές στροφάλων).

Πόσο δύσκολα όμως οι άνθρωποι φτάνουν «στα λιμάνια με τα πούπουλα και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας»! Πόσοι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τον θόρυβο και τη σκόνη της κάθε μέρας και να δουν με αληθινή αγωνία και εμπαθητική ειλικρίνεια το χρώμα και τις άπειρες ζωές των λέξεων; «Επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν πια να δουν το χρώμα, τις αποχρώσεις που έχουν οι λέξεις, τη μυστική φανταστική κίνησή τους, επειδή δεν μπορούν να αφουγκραστούν το ψιθύρισμα των λέξεων, το θρόισμα που κάνουν τα γράμματα το ένα μετά το άλλο, το ονειρεμένο φλάουτο, τα ονειρεμένα τύμπανα που απαλά και παράξενα παίζουν οι λέξεις, επειδή δεν αισθάνονται τον μορφασμό των λέξεων, τη συνοφρύωση και την έξαψη των λέξεων, το κλάμα, τη λύσσα, το πανδαιμόνιο και την ανταρσία των λέξεων, επειδή δεν αισθάνονται καθόλου τη λάμψη των λέξεων, το άρωμα και τη δυσοσμία τους, την απαλότητα ή τη σκληράδα, τη στέγνια ή τους χυμούς των λέξεων, είναι λόγος αυτός να μην προσπαθήσουμε να τους ωθήσουμε να τα ακούσουν, να τα δουν, να τα αισθανθούν όλα αυτά;» θα αναρωτηθεί ο Λευκάδιος Χερν.

Αλλά στους ώμους ποιων πέφτει αυτό το υπέροχο φορτίο;
(Συνεχίζεται)
(Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Βακχικόν)

Προηγουμενο αρθρο
198 ημέρες εργασίας το χρόνο για να πληρωθούν οι φόροι
Επομενο αρθρο
Τι γίνεται με την καθαριότητα στον Άγιο Νικήτα;

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *