HomeΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΟ Σωτήρης Χαλικιάς και οι άυλες ρωγμές της ζωής του στη Λευκάδα

Ο Σωτήρης Χαλικιάς και οι άυλες ρωγμές της ζωής του στη Λευκάδα

Στις 10 Αυγούστου 2012 στα πλαίσια του ΙΖ΄ συμποσίου που διοργάνωσε η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών με θέμα ( σύγχρονοι Λευκάδιοι δημιουργοί ), τίμησε τον συμπατριώτη μας λογοτέχνη και μεταφραστή Σωτήρη Χαλικιά.

Ακολουθεί η ομιλία του Σωτήρη Χαλικιά από τη συγκεκριμένη εκδήλωση

«…Πάει, άλλωστε, καιρός που έχει καταλαγιάσει μέσα μου η εφηβική απώθηση που ήταν ο πρώτος λόγος για τον δρόμο που ακολούθησα. Απώθηση που γέννησε ο φόβος μην κολλήσω στα ρηχά νερά του ιβαριού της: «ισόβια κλεισμένοι στο αρχικό δεδομένο», που λέει και ο άλλος, για να μάς τρομάξει.

Ταξίδεψα λοιπόν σε πολλά μέρη, γνώρισα σε διάφορες μορφές του το «Άλλο» – όσο μού το επέτρεψε αυτό ο εαυτός μου – αναμετρήθηκα με ό,τι φοβήθηκα πως μ’ έκλεινε οριστικά στον «κόσμο της εφαπτομένης».

Άντλησα απ’ όλα ετούτα τη δύναμη να καταλάβω ότι όπου πάς κάθε φορά, βρίσκεις κυρίως ό,τι κουβαλάς. Με άλλα λόγια, ότι η διαδρομή της περιπλάνησης, ήταν, απλούστατα, η δική μου.

Ο,τι κουβαλούσα όμως —δύναμη και καμιά φορά βαρίδι — μού τόχε προσφέρει με τον τρόπο της η πόλη μας, τα χρόνια που μεγάλωνα σ αυτήν. Τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 50, όταν κυριαρχούσε ο μετεμφυλιακός διχασμός.

Άυλο τείχος είχε χωρίσει το νησί, την πόλη, τις γειτονιές της. Κι αν φανερώνονταν κυρίως στη μια μετά την άλλη τις εκλογικές αναμετρήσεις, κάθε στιγμή της μέρας στήνονταν τριγύρω μου απ’ ό,τι έβλεπα και άκουγα.

Η πρώτη αίσθησή μου, έτσι ότι υπήρχε ένα «εμείς», απέναντι σε κάποιους που αναγκαστικά ήταν στα ματιά μου οι «άλλοι». «Εμείς» και «οι άλλοι», όμως, που η ζωή μας ήτανε η ιδία. Κάτι που το κατάλαβα καλά στις άλλες χώρες που έζησα αργότερα, σαν είδα εκεί τι κουβαλάει πίσω της η πολιτική διαφοροποίηση που έχει για θεμέλιο τον ταξικό διαχωρισμό.

Ετούτος – κάστρο αδιαπέραστο για όσους είναι στη μία ή την άλλη του πλευρά – πάει πίσω γενιές ολόκληρες την κάθε οικογένεια, δίχως νάχεις ελπίδα να ξεφύγεις. Ο,τι όμως χώριζε εμάς απ’ τους γειτόνους που δεν ψήφιζαν το ίδιο, δεν ήταν διόλου η κοινωνική καταγωγή, ήτανε στην ουσία ό,τι χωρίζει πάντα όσους μοιράζονται τη φτώχεια. Φτώχεια που έμοιαζε έτσι κοινός παρανομαστής και καθώς οι άνθρωποι είχαν ακόμη μέσα τους κι άλλες αξίες, πέρα απ’ τα λεφτά — να κάτι που ίσως χρειαστούμε σαν λαός, στις μέρες που μάς περιμένουν – η έλλειψή τους αντισταθμίζονταν απ’ ό,τι ήτανε σε θέση να αντιτάξουν, για νάρθει, έστω για λίγο πίσω το χαμόγελο αλλά κι η αίσθηση πως η ζωή δεν χαραμίζεται εντελώς από την φτώχεια, αν δεν το θελήσεις.

Φτώχεια που και για να τής ξεφύγεις λίγο, είχες, λοιπόν, τα πανηγύρια και τα καλοκαίρια. Για να γλυτώσεις όμως μιά και καλή από αυτήν, δεν σούμενε παρά να τα μαζέψεις και να φύγεις, είτε για την Αθήνα, είτε για τα ξένα.

Κι η οικογένειά μου ετοιμάστηκε δύο φορές να φύγει, μία για την Βραζιλία, όταν ήμουν ακόμη στο Δημοτικό, και μία για την Αυστραλία, λίγο αργότερα. Και τις δύο φορές, τελικά δεν φύγαμε. Όταν, την πρώτη φορά, ζήτησα από τον πατέρα μου να μού πει τον λόγο, μού απάντησε πως δεν μάς έδωσαν το διαβατήριο. Κι όταν τον ρώτησα τι είναι το διαβατήριο, μού είπε, μόνο: «ελπίζω κάποτε να το αποκτήσεις». Πού να το ξέραμε κι οι δύο, πώς χρόνια αργότερα, θάχα όσα διαβατήρια ήθελα, αφού εγώ ο ίδιος θάμουν κατά κάποιο τρόπο ο παραγωγός τους!

Χάρις στους ναυτικούς και τους ξενιτεμένους, έφτανε, όμως, μες στα σπίτια μας ο κόσμος που ήταν πέρα από το νησί, πέρα από τη χώρα, πέρα από την ήπειρό μας.

Έφτανε μ’ άλλον τρόπο απ’ ότι σήμερα, με τρόπο που άνοιγε το μυαλό στην απεραντοσύνη του, καθώς δεν καταργούσε απατηλά τις αποστάσεις. Σήμερα ανοίγεις την τηλεόραση κι είναι μπροστά σου η υδρόγειος. Σαν να συμβαίνουν όλα δίπλα σου και τίποτα δεν μοιάζει νάναι κάτι άλλο. Τι σαγηνευτική που ήταν όμως τότε η συνάντηση με ότι τόσο δύσκολα έφτανε σ’ εμάς από μακριά !

Πόσο μεγάλος κι αλλιώτικος ήτανε ο κόσμος, το καταλάβαινες – και με το παραπάνω- από τις ώρες που περνούσε περιμένοντας ολόκληρη η οικογένεια, για την συνδιάλεξη με την υπερπόντια χώρα που ζούσαν οι συγγενείς.

Από τα δέματα με τα δεκάδες ξένα γραμματόσημα που είχαν χρειαστεί για να φτάσουν ως εμάς• από τα παράξενα τραγούδια στις πλάκες που έβαζε στο γραμμόφωνό του ο θείος — λαδάς στα καράβια – στο οικογενειακό τραπέζι μια φορά στα δύο χρόνια που ερχόταν να μάς δει.

Έμαθα έτσι πολύ νωρίς ότι υπήρχαν πόλεις σαν το Τορόντο – όπου είχε πάει με την οικογένειά της η Λίτσα -το Σάο Πάολο- που ήταν η νονά μου και δεν πήγαμε εμείς, το Μπουένος Αϊρες, που όταν μιλούσε γι’ αυτό ο θείος ο λαδάς, το πρόσωπό του μου φανέρωνε ότι εσύ μπορείς να είσαι εδώ και το μυαλό σου σε ταξίδι.

Από όλα αυτά, γεννήθηκε νωρίς μέσα μου η βασανιστική επιθυμία να ταξιδέψω κι εγώ. Πρώτη εκδήλωσή της -όσο δεν διέθετα ακόμη ότι λίγο αργότερα θα μού προσέφεραν με τόση απλοχεριά τα βιβλία, η προσπάθεια να μη χάσω ούτε μία από τις αφίξεις του καραβιού, που μία φορά την εβδομάδα εξασφάλιζε την επικοινωνία του νησιού με την πρωτεύουσα.

Έφτανε το καράβι κι οι ναύτες του έριχναν στον μώλο κάτι χοντρά σκοινιά. Δίπλα του τα καΐκια μού φαινόντανε σαν νάχαν ξαφνικά μικρύνει. Το κοίταζα σαν χαμένος. Κάτασπρο, μ ένα μαύρο φουγάρο απ’ όπου έβγαινε λιγοστός καπνός. Έπεφτε μια σκάλα κι αφού κάποιοι κατέβαιναν, σε λίγο εκείνοι που ήταν στριμωγμένοι εμπρός μου, ανέβαιναν με τις βαλίτζες και τα κουτιά τους. Έστεκαν ύστερα πάνω στο καράβι κι αποχαιρετούσαν. Ξαφνικά, ο καπνός μεγάλωνε στο φουγάρο κι ακούγονταν ένας ήχος που πολύ γρήγορα έγινε για μένα η σαγηνευτική υπόκρουση των ταξιδιών. Ύστερα το καράβι άρχιζε σιγά – σιγά να στρίβει, ώσπου χάνονταν. Πότε θα ανέβαινα κι εγώ σ’ αυτό να φύγω!

Κι άλλες όμως άϋλες ρωγμές, λιγότερο επώδυνες, χώριζαν την μικρή μας πόλη όπως την βλέπαμε μικρά παιδιά: από τη μια μεριά η Νεάπολη κι από την άλλη τα σοκάκια και οι μώλοι. Κι αν εγώ γεννήθηκα σ ένα σοκάκι της Αγίας Παρασκευής, μετά το σεισμό του 48, στη σκηνή, στο βαρέλι και, εφτά χρόνια μετά, στο σπίτι που μάς έλαχε, ζήσαμε πάντα στη Νεάπολη, πλάι σε ανθρώπους που από άλλες διαδρομές μοιράζονταν την μοίρα μας.

Το ένα μετά το άλλο, δίπλα στο δρόμο, αλλιώτικα από τα δικά μας ήταν, για παράδειγμα, τα προσφυγικά. Απ’ όπου κι αν είχαν έλθει ετούτοι, όταν μεγάλωνα, τα βάσανά τους ήταν πλέον τα δικά μας. Μόνο τα παραμύθια τους δεν έμοιαζαν μ’ αυτά που έλεγε η νόννα μου, ούτε όμως μ’ αυτά που έλεγε η μάννα της θεία – Ξάνθης από το Άλατρο.

Κάποιες στιγμές, μονάχα, στον Καραγκιόζη που στηνόντανε κάθε καλοκαίρι στο καφενείο του Σκούρα, άκουγα ιστορίες που τούς έμοιαζαν, συνοδευμένες από τραγούδια που έμοιαζαν κι εκείνα με τα τραγούδια της θεία Στάσας και της γριάς Γκουντούμως.

Άλλα τελείως, τέλος πάντων, από αυτά που τραγουδούσε η μάννα μου κι οι αδελφές της, αλλά και όλοι όσοι μένανε στο μώλο ή σε σοκάκι.

Εκείνοι στα σοκάκια και στο μώλο είχαν από την μεριά τους την παραλία, την πλατεία και το κάστρο, που μάς υποχρέωναν να περάσουμε από εκεί. Εμείς είχαμε το δρόμο της Κουζούντελης (τις μαγιάτικες βραδιές που μικρά παιδιά τρέχαμε πίσω από τις φτερωτές καμπυλωτές γραμμές που έλαμπαν μες στο σκοτάδι και ίσιωναν μόνο, ακίνητες πια, στα μέτωπα και τα μάγουλά μας). Είχαμε το Αμπαλί (που χρόνια αργότερα θάβλεπα πόσο διαδεδομένο είναι στη Σαρδηνία και την Νότια Γαλλία).

Μα πάνω απ’ όλα είχαμε το γήπεδο, όπου κάθε Κυριακή απόγευμα συνωστίζονταν οι πατεράδες με τα παιδιά τους απ’ όλη την μικρή μας πόλη (το γήπεδο που μού επέτρεψε να βρω τον τρόπο να μην ξεκόψω από τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς, παρ’ όλα τα διαβάσματά μου).

Μία άλλη άυλη ρωγμή της μικρής μας κοινωνίας, χώριζε τα χωριά από την πόλη. Ρωγμή αυτή που περνούσε και μέσα από το σπίτι μου και ήταν για μένα απόλυτα ορατή, όταν πηγαίναμε στην οικογένεια του πατέρα. Ούτε ενάμιση χιλιόμετρο απόσταση από την πόλη στη Χοιρότρυπα κι ωστόσο σαν να είχα πάει αλλού (αίσθηση που ακόμη πιο έντονα την ένοιωθα τα καλοκαίρια στους Πιατσάνους που μ’ έστελναν σι δικοί μου για καθαρό αέρα).

Άνθρωποι ετούτοι που για πλατεία και παζάρι είχαν τα χωράφια, για συντρόφους τα ζώα τους. Δεν μούκανε έτσι εντύπωση που ήταν τόσο σπάνιες μεστές όμως – οι κουβέντες του πατέρα μου. Σαν κι εκείνη που μού είπε ένα μεσημέρι — πολλά χρόνια αργότερα θα ήμουν σε θέση να την προσδιορίσω ως την πρώτη κομφουκιανική νουθεσία που άκουσα στη ζωή μου – ότι ποτέ δεν θάπρεπε ν αφήσω να μού ξεφύγει μία κουβέντα, αν δεν ήμουνα βέβαιος ότι μπορούσα να την τηρήσω. Για νάμαι φιλαλήθης, όμως, πολύ νωρίς προτίμησα τον κόσμο της μητέρας μου, και πάνω απ’ όλα την καλή της σχέση με την ομιλία και τις λέξεις.

Για να γεφυρω8ούν αυτοί οι δύο κόσμοι στην παιδική γεωγραφία μου, σαν να χρειάζονταν όλο το μήκος που είχε το παζάρι. Στη μία άκρη του ο Άγιος Μηνάς με τα χάνια και τα λιγοστά λεωφορεία — δεν είχε ακόμη επικρατήσει το αυτοκίνητο — και ο Άγιος Σπυρίδωνας στην άλλη, καθώς η πόλη μας, σ’ αντίθεση με όλες τις άλλες νησιώτικες πρωτεύουσες, σα να το αφήνει απέξω το λιμάνι της και για να πας εκεί έχεις να περπατήσεις κι ένα πιο στενό παζάρι.

Στενό παζάρι, που το περπατούσε όλη η πόλη τις καλοκαιρινές βραδιές, που η βόλτα γίνονταν στο δρόμο του Κάστρου παλιότερα κι ύστερα μπροστά στο καφενείο του Μουτρούκαλη, με τη φωνή του Μπελαφόντε στο βραχνό μεγάφωνο να ενώνεται με τα τραγούδια που έφερναν οι ναυτικοί και μ έκαναν ακόμη μια φορά να ταξιδεύω!

Ύστερα, την σκυτάλη πήραν τα’ αναγνώσματα. Τα κλασσικά εικονογραφημένα — με τις εικόνες τους, πρώτες ματιές στη θέα του μακρινού κόσμου – κι ύστερα, τα απογεύματα που περνούσα στη Βιβλιοθήκη, το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματα. Είχε μεσολαβήσει, μ’ άλλα λόγια, το σχολείο. Το σχολείο, όπου -καλός μαθητής- γνώρισα από νωρίς την φροντίδα που μού έδειξαν πολλοί από τους δασκάλους.

Φροντίδα που άλλο τόσο μούδειξαν και πολλοί από τους καθηγητές στο Γυμνάσιο. Ωστόσο τη μεγαλύτερη βοήθεια αναμφίβολα την εξασφάλισα στην Βιβλιοθήκη, από την πρώτη κιόλας μέρα που βρέθηκα εκεί μ’ ένα χαρτί γεμάτο άγνωστες λέξεις, όταν το αναγνωστικό μας – όπως θυμάστε παλαιότεροι – μέσα στο καταχείμωνο, περνούσε απότομα από την δημοτική στην καθαρεύουσα.

Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να μού εξηγήσει κάποιες λέξεις. Μού είπε, όμως, κάτι που σχεδόν δεν μ’ άφησε να κοιμηθώ όλη νύχτα. Είπε και μού έδειξε το ταβάνι που έσταζε, θα βγεις μονάχος από το σχολείο • εγώ κι η μάννα σου δεν είμαστε σ’ αυτό καμιά βοήθεια. Όπου σε πάνε οι δυνάμεις σου…

Ανέβηκα λοιπόν, διστακτικά, την άλλη μέρα τα σκαλοπάτια της Βιβλιοθήκης, που έτριζαν σε κάθε βήμα μου, κι έδειξα στον υπεύθυνο το χαρτί με τις άγνωστες λέξεις. Μακρινός εξ αγχιστείας συγγενής, κατέβασε το λεξικό που ήταν ψηλά για μένα και μού είπε να τον ρωτάω κάθε φορά που θάχα ανάγκη ένα βιβλίο, να μού το κατεβάζει.

Έγραψα βιαστικά τις εξηγήσεις, σα νάθελα να τελειώσω με την αγγαρεία, καθώς μού φάνηκε πως είχα φτάσει σε χώρο με χρυσάφι. Κοίταζα μαγεμένος τους τίτλους των βιβλίων στα ξύλινα ράφια, κάνοντας το γύρο της μεγάλης αίθουσας. Από πού αρχίσω! Στο μυαλό μου όλοι εκείνοι οι τίτλοι αντηχούσαν σαν μελωδίες, πολύ πιο δυνατά απ’ ότι άκουσα ποτέ στον Ορφέα πρώτα, κι ύστερα στο Ωδείο. Ότι οι νότες δεν ήταν δικό μου πράγμα, το ένοιωσα νωρίς, βλέποντας για παράδειγμα πώς έκανε ο Κυριάκος και τα’ αδέλφια του όταν έπιαναν το όργανο, τι ήχους έβγαζε το παίξιμό τους.

Κατάλαβα, έτσι, ότι υπάρχουν μέσα που σε κάνουν και μιλάς κι άλλα που δεν σ’ αφήνουνε να πεις κουβέντα. Εκείνο το απόγευμα, στη Βιβλιοθήκη μού πέρασε από το μυαλό, ότι οι λέξεις θα μπορούσαν νάναι οι νότες της δικής μου μουσικής. Ότι μ αυτές, αν έχω μέσα μου κάτι να πω, πρέπει οπωσδήποτε να «παίξω» από δω και πέρα. Κατάλαβα, μαζί και κάτι που ίσως ήταν πιο σπουδαίο: Ότι και για τη γλώσσα ισχύει. αυτό που είναι απαραίτητο για τα μουσικά όργανα: η εντατική εξάσκηση.

Ώρες διαβάσματα και σημειώσεις για να μπορέσουν οι λέξεις να γίνουν οι νότες που χρειάζεσαι για να δημιουργήσεις. Αλλιώτικα παραμένουν όπως σού πρωτοδίνονται, απλά εργαλεία της καθημερινής ζωής. Με λίγα λόγια, από εκείνη την ημέρα το απογεύματά μου στην πόλη μας απέκτησαν σκοπό και χώρο.

Γέμισε έτσι η ζωή μου — πρώτη ανταμοιβή για την προσπάθεια; – με ταξίδια στους πιο περίφημους προορισμούς• γνωρίστηκα με τις πιο φημισμένες προσωπικότητες που έχουν να επιδείξουν τα βιβλία: Πριν φτάσω για παράδειγμα στο Παρίσι, με είχε πάει εκεί – και με τι τρόπο – ο Ιουλιανός Σορέλ στο «Κόκκινο και το Μαύρο».

Ταξίδεψα στις μακρινές θάλασσες με τον Νοστρόμο και τον Λόρδο ΤζΙμ, του Κόντραντ. Γνώρισα τις ίντριγκες και τις ανησυχίες της παρισινής ζωής στο ένα μετά το άλλο τα βιβλία του Μπαλζάκ, την πνευματική αναστάτωση της ρωσικής κοινωνίας στον Τολστόι και τον Ντοστογιέβσκι.

Γυρίζοντας μετά στο σπίτι, μού έπαιρνε ώρα να τα βάλω όλα αυτά στη θέση τους, να είμαι έτοιμος να ζήσω πάλι στον δικό μου κόσμο. Ώσπου, ένα απόγευμα άλλαξαν τα βιβλία που διάβαζα. Με τα καινούργια, σα νάθελα να δώσω υπόσταση σ εκείνο το πολιτικό «εμείς» της παιδικής μου ηλικίας.

Διάβασμα ετούτο, που απαραίτητο συμπλήρωμά του ήταν η στράτευσή μου στην ΕΔΑ. Πέρασα έτσι ένα απόγευμα μπροστά από τα βλοσυρά βλέμματα των χωροφυλάκων στο σοκάκι απέναντι από τον Άγιο Νικόλα κι ανέβηκα στον πρώτο όροφο που ήταν τα γραφεία.

Από εκείνη τη μέρα και μετά, μοίραζα τα απογεύματά μου στην Βιβλιοθήκη και στην Νεολαία. Άλλο σχολείο αυτή, και δεν μιλάω για ό,τι άκουσα. Σχολείο ζωής, θέλω να πω, γιατί απέναντί σου είχες ανθρώπους που είχαν πληρώσει με χρόνια φυλακή και εξορίας τις ιδέες τους. Ύψιστο μάθημα ηθικής, που σε όλη τη ζωή μου προσπάθησα να έχω για κανόνα: Νασαι έτοιμος να το πληρώσεις ακριβά ότι πρεσβεύεις, και μόνο τότε έχεις δικαίωμα να απαιτείς να το δεχτούν και οι άλλοι. Στάθηκα τυχερός, είναι αλήθεια, έτσι που ήλθαν τα πράγματα! Δεν χρειάστηκε να καταβάλω το υπέρογκο τίμημα αυτής της στάσης!

Την τελευταία χρονιά του Γυμνασίου, όλη την προσοχή μου τράβηξε η προσπάθεια να πετύχω στις εξετάσεις της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Δεν είχαμε λεφτά για φροντιστήριο, κι όλα έτσι είχαν πέσει επάνω μου. Ωστόσο με πρωτοβουλία του Συλλόγου Λευκαδίων Φοιτητών – και πρωτεργάτη τον Θανάση – τα φροντιστήρια του Λευκαδίτη Σταύρακα έδωσαν δωρεάν τρεις θέσεις στους πρώτους τρεις επιτυχόντες του ειδικού διαγωνισμού που οργάνωσε ο Σύλλογος. Βγήκα δεύτερος κι ετοιμάστηκα να φύγω καλοκαιριάτικα για την Αθήνα.

Ένα πρωινό του Ιουνίου, το λεωφορείο γέμισε μαθητές και μαθήτριες που πήγαιναν στην Αθήνα για την τελική τρίμηνη προετοιμασία.

Στο πέραμα, όπως και όλοι οι άλλοι, έριξα μια ματιά σε ό,τι αφήναμε, με την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά από την προσδοκία, αλλά και κάποιο φόβο: Η πόλη ακουμπούσε στα ακίνητα νερά του ιβαριού της και το βουνό επάνω χαμήλωνε προς την μεριά του Αη Γιάννη, για να σβήσει λίγο πιο πέρα, εκεί που ο ουρανός κι η θάλασσα έσμιγαν στην πρωινή γαλάζια ομοψυχία τους.

Έφευγα λοιπόν κι εγώ με τη σειρά μου!»

Προηγουμενο αρθρο
Κυκλοφόρησε το νέο 138ο φύλλο της εφημερίδας «Αγιοπετρίτικα»
Επομενο αρθρο
Η οδός Αγίων Αναργύρων αποπνέει αρχοντιά και πολιτισμό

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *