HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Τσαγκάρης

Ο Τσαγκάρης

Επόδενε μες στους αιώνες γενιές αμέτρητες. Από τότε που το τομάρι του ζώου γίνηκε ύλη στα χέρια του χαλευτή – ανθρώπου, από τότε γεννήθηκε κι ο τσαγκάρης. Ο μάστορας, ο τεχνίτης της βακέτας, στάθηκε σπουδαίος, αναγνωρισμένος επαγγελματίας, όταν πια το δέρμα έφτασε στην αγορά σαν πολύτιμο προϊόν πολυκέφαλης βιοτεχνίας – βιομηχανίας. Τότε, που τα παπούτσια δεν ήταν μόνο τρόπος ν’ αντιπαλέψει την ξυπολησιά, μα και μοναδική αισθητική, μια λειτουργική αισθητική, που τύλιξε τις απαλές πατούσες του ανθρώπου.

Ο τσαγκάρης κλήθηκε να μάθει, να μαστορέψει την αισθητική λειτουργία της πατούσας. Ελάμπρυνε τους καιρούς, τους απανωτούς καιρούς, με την τέχνη, τη μαστοροσύνη του καλαποδιού και της φαλτσέτας.
Ένα μικρό στέκι. Πάγκος με τα σύνεργα, ράφια για τις βακέτες, τα δέρματα, κρύπτες μικρές για τα σπραγκάκια, τις ξυλόπρογες. Μια καρέκλα, ένα πλατύ πανί στα γόνατα, ποδιά απ’ τους ώμους ως κάτω στα μεσοκνήμια. Ο τσαγκάρης ήτανε τις πολλές τις ώρες καθιστός. Εκεί ιερουργούσε. Στα χέρια του το μικροπάπουτσο ήτανε μια πρόκληση, ίσαμε να το μορφώσει στην πατούσα που ‘θελε.

57

Το τσαγκάρικο γιομάτο καλαπόδια. Ομοιώματα παπουτσιών μ’ όλα τα νούμερα. Για την πατούσα του παιδιού, του εφήβου, του μεγάλου. Για όλα τα ποδάρια, όλα τα νούμερα.

Πήγαινες, ξυπολιόσουν, σου ‘παίρνε μέτρα. Μάκρος, φάρδος, απανωσήκωμα, κοίλωμα πατούσας. Μέτρα με τη μεζούρα. Διάλεγε το καλαπόδι, ήξερε πως εκεί απάνω θα μόρφωνε το παπούτσι που ήθελε. ‘Έκανε και συμφωνίες. Τι παπούτσι, από τι δέρμα, ακριβό, φτηνότερο, σκληρόσολο, προγκάτο. Το χρώμα, το τακούνι, τα πέταλα, κορδόνια – όλα. Συμφωνημένα, σημειωμένα.

Κι έπιανε δουλειά. Έκοβε με στάμπα τη βακέτα. Φορδαρισμένη μέσα, μαλακή για το ποδάρι. Γάζωνε – είχε, ασφαλώς, τη μηχανή του ποδαριού.

Τσαγκάρης

Ύστερα διάλεγε το καλαπόδι, προσάρμοζε το πρωτόσχημα του παπουτσιού. Με τη μανταροτανάλια έσφιγγε τη βακέτα στο καλαπόδι κι έβανε και το σωπάτι, που το ‘ραβε με τη βακέτα με το στραβοσούβλι. Το ‘σφιγγε καλά. Έβανε το βάρδουλο, στενόμακρο ένα γύρο να πιάνει βακέτα και σωπάτι. Τα στερέωνε καλά – σιμά με ξυλόπροκες. Έκοβε τη σόλα, την εμόσκευε να μαλακώσει και την εκάρφωνε – διπλά. Το ίδιο και με το τακούνι. Απανωτές στρώσεις από πετσί κι απανωπέτσι, ίσαμε το ύψος που ‘θελε. Έβανε και στο γύρο του τακουνιού το βάρδουλο να δέσει με τη βακέτα. Μετά, με τη φαλτσέτα έκοβε με μαστοριά, πελέκαγε όλο τον περίγυρο του μορφώματος. Κι άμα έδενε το παπούτσι απάνω στο καλαπόδι, με τη γράσπα έτριβε, έτρωγε τις ξυλόπροκες. Έβγανε το μόρφωμα απ’ το καλαπόδι και το συγύριζε στο τέλειωμά του.

Για τις ανάγκες των ξωμάχων, που θέλανε παπούτσια σκληρά, αχάλαστα στο χρόνο, έβανε και πεταλάκια στην άκρη της σόλας, στο τακούνι. Μα και παπουτσόπροκες έβανε στις σόλες. Κάτι πρόκες με στρογγυλό κεφάλι, σιμά – σιμά να φτιάχνουν μια επιφάνεια – άντε να χαλάσει η σόλα, άντε να καταστραφεί.

Στο τέλειωμα άλειφε με καραμπογιά, έδινε το χρώμα που ‘θελε, τα μπατινάριζε.

56

line1

Χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα κείμενου του Απόστολου Μαργέλη από το βιβλία: «Επαγγέλματα και ασχολίες του τόπου μας που χάνονται…», που εξέδωσε το 2003 η Νομαρχία Λευκάδας και ο Δήμος Απολλωνίων.

Σχετικά άρθρα: Τσαγκάρηδες

Προηγουμενο αρθρο
Η αναδιανομή της μιζέριας
Επομενο αρθρο
Αύριο η παράσταση «Πλάτωνα, Απολογία Σωκράτη» στο Πνευματικό Κέντρο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *