HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ τόπος και οι άνθρωποι στη Λευκάδα

Ο τόπος και οι άνθρωποι στη Λευκάδα

Του Σπύρου Ασδραχά

ΑΣΔΡΑΧΑΣΌπως προειδοποιούσε το εναρκτήριο σημείωμα, δεν προτίθεμαι να «μοντελοποιήσω» τα τεκμήρια ενός και μόνο ληξιαρχικού σώματος του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα ώς και τα μέσα του επόμενου: θα κορφολογήσω «μικρούς ατομικούς πόνους», που εκβάλλουν, ωστόσο, στην ιστορική δημογραφία.

Πρόκειται για τα βιβλία βαπτίσεων, γάμων, θανάτων μιας ενορίας της πόλης της Λευκάδας, της ενορίας ή «κοντράδας» του Αγίου Δημητρίου: η εκκλησία αυτή έβλεπε προς τη θάλασσα, τη στενή θάλασσα που χώριζε και συνέδεε την Πόλη με την απέναντι στεριά, την Ακαρνανία. Ανήκει, λοιπόν, στο ανατολικό τμήμα της πόλης, όχι στο δυτικό που ξανανοίγεται στο Ιόνιο, στην ανοιχτή θάλασσα: μια αμμώδης λωρίδα που ένωσε τους βράχους, σχημάτισε μια λιμνοθάλασσα που έγινε ιχθυοτροφείο, «ιβάρι»· τη χώρισε αρχικώς, τον 16ο αιώνα, από τη στενή δυτική θάλασσα η, επίσης, στενή γέφυρα ενός υδραγωγείου (χτισμένου το 1564) με πολλές καμάρες που επέτρεπαν τη διακίνηση των ψαριών και δύο (οι μεγαλύτερες) των ανθρώπων με τα αλιτενή τους πλοιάρια, τα μονόξυλα και τα προιάρια. Παρασύρομαι από τα «πλέγματα» ενός χαμένου κόσμου που μεταλλάσσεται χωρίς να χάνει τη δομή του. Έτσι, ξανά, τα δύο σημειώματα που σχεδίαζα θα γίνουν τρία.

Πρέπει ακόμη να υπενθυμίσω ότι η σημερινή πόλη της Λευκάδας, που τη χαίρονται οι πολυάριθμοι πια τουρίστες, είναι δημιούργημα της βενετικής κυριαρχίας στο νησί που αρχίζει στον φθίνοντα 17ο αιώνα. Υπήρχε και πριν, στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας: την έλεγαν Αμαξική και το όνομα αυτό διαιωνίστηκε και στα χρόνια των Βενετών, ώσπου να γίνει Αγία Μαύρα και αργότερα Λευκάδα: γιατί Αγία Μαύρα ήταν αρχικώς μόνο το Κάστρο της με την περιοχή του, η οποία εισχωρούσε μόνο μερικώς στο νησί της Λευκάδας (ή «Λευχάδος»): η Αμαξική και η αμμώδης ακτή ανήκε στην Αγία Μαύρα.

Η Αγία Μαύρα, με δύο λέξεις, ήταν ένα τεναγώδες πλέγμα, κάτι σαν τη Βενετία σε μικρογραφία ή κακογραφία: το Κάστρο στα βόρεια του νησιού με δύο πολίσματα, ένα μικρότερο ανατολικά και, το κύριο, δυτικά· με έναν οικισμό εκεί όπου έσβηνε το τέναγος, την Αμαξική. Φαίνεται ότι ήταν ένας αραιός οικισμός με σπίτια περιτριγυρισμένα από γήπεδα και έναν ψαρομαχαλά· η δυτική αμμουδερή ζώνη ένωνε το συμπαγές νησί με το δυτικό πόλισμα και προχωρούσε και πέρα απ’ αυτό· την έλεγαν τα «δέματα». Η νότια απόληξή τους λεγόταν α(ν)τζούσι και η ίδια λεγόταν και λέγεται Γύρα: εκεί υπήρχε μια εκκλησία (που υπάρχει ώς σήμερα) με τρεις άλλες υπαγόμενες σ’ αυτήν. Είναι ένα σύνορο. Αυτή η εκκλησία πρέπει να ήταν το κοιμητήριο των χριστιανών, τα θανατολόγια της οποίας μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε από τον αρχόμενο 18ο αιώνα, όταν είχε υπαχθεί σε μία από τις εκκλησίες που ιδρύθηκαν στην Αμαξική (τον Αγιο Νικόλαο) με τη βενετική κυριαρχία, όταν ο πληθυσμός του Κάστρου (ένα του τουλάχιστον τμήμα) και των δύο πολισμάτων του μεταφέρονται στην Αμαξική, αλλά ορισμένες οικογένειες συνεχίζονται να θάβονται στην Παναγιά της Γύρας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι οι κάτοικοι του Κάστρου, οι Αγιομαυρίτες, ήθελαν να ξεχωρίζουν από τους Λευκαδίτες: γι’ αυτό και «στένευαν» τους «συναδελφούς» της εκκλησιαστικής τους μήτρας, του ναού της Αγίας Μαύρας στο Κάστρο. Παρέθεσα πολλά ονόματα ιδρυμάτων, θεσμών και τόπων: άλλα από τα σημαινόμενά τους είναι ξεδιαλυμένα ή προφανή, άλλα τους έχουν ετυμολογηθεί χωρίς πειστικότητα: η Αμαξική, το Αντζούσι.

Γιατί όλα αυτά τα πασίγνωστα από την τοπική ιστορία με τους άξιους εργάτες της; Όχι μόνο για να πω, μαζί με τον ποιητή, «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», αλλά για να υποδηλώσω τη συνθετότητα του μικρού (και ίσως αμελητέου υπό το βλέμμα αιωνιότητας). Ας ξανάρθουμε στα ληξιαρχικά μας βιβλία, εκείνα του Αγίου Δημητρίου. Τα ιστορικά του μας τα έχει δώσει ο Κωνσταντίνος Μαχαιράς· τα εικονογραφικά του ο Πάνος Ροντογιάννης: θα δανειστώ και από τους δυο.

Λίγα λόγια για την ιστορία: πρωτοϊδρύεται ως εξάρτημα μιας ισχυρής παλιάς μονής (της λεγόμενης Κόκκινης Εκκλησιάς) της ενδοχώρας στα 1688· γίνεται μετόχι της μονής (1704) αλλά γκρεμίζεται με τον σεισμό του ίδιου έτους και ξαναχτίζεται ως «συναδελφικός» πλέον ναός· ξαναγκρεμίζεται από σεισμό το 1825 και ξαναχτίζεται το 1830. Έχουν τη σημασία τους οι χρονιές αυτές, κοινές για τα ιερά καθιδρύματα και τα σπίτια της σεισμόπληκτης πόλης. Ο Άγιος Δημήτριος, όπως και άλλα κτίσματα της Αμαξικής, χτίζεται σε τουρκική ιδιοκτησία που έχει περιέλθει στο βενετικό Δημόσιο: ιδιοκτησία έγγειος («μούλκι») και όχι σε δεκατιζόμενες γαίες, γιατί αυτές οι Βενετοί τις άφηναν στους καλλιεργητές. Έχουμε δυο παραχωρήσεις (1688, 1695) συνεχόμενων γηπέδων που, μαζί προφανώς με άλλα του ίδιου γαιοκτήτη, έφταναν ώς τη θάλασσα που χωρίζει το νησί από την απέναντι στεριά. Συνολική έκταση, 26, 65 τ.μ. η εκκλησία, 16,15 τ.μ.: της έμενε συνεπώς χώρος να θάβει τους ενορίτες της «έσω» και «έξω» του ναού. Ήταν μαντρωμένος, είχε, όπως έλεγαν, «κουλούρι». Είναι μία από τις 18 εκκλησίες που ιδρύθηκαν στην πόλη, όταν αυτή διαμορφώνεται με τη βενετική κατάκτηση και από αραιή πυκνώνει.

Πολυμιγής ο πληθυσμός

Καταστροφές, λοιπόν, των κτισμάτων, αλλά όχι καταστροφές συνολικές και ανεπανόρθωτες: οι ναοί της πόλης δεν έχουν τοιχογραφίες, που θα τις διέλυε ο σεισμός, αλλά εικόνες φορητές ή εικονίσεις στην ξύλινη οροφή, ακόμη και τέμπλα ξυλόγλυπτα με φορητές επίσης εικόνες. Η καλλιτεχνική σκευή του ναού μπορεί να διασωθεί και να επαναχρησιμοποιηθεί. Στον Άγιο Δημήτριο δούλεψε, ανάμεσα σε άλλους, ένας ανακαινιστής της επτανησιακής εκκλησιαστικής ζωγραφικής, ο Παναγιώτης Δοξαράς, κατά συμπερασμό στα έτη 1721 – 1722· διασώθηκαν τρία του έργα: όλα αυτά είναι ερανίσματα από δύο σημαντικά βιβλία: Κ. Γ. Μαχαιράς, Ναοί και Μοναί Λευκάδος (1957) και Π. Γ. Ροντογιάννης, Η Χριστιανική Τέχνη στη Λευκάδα (1987).

Δεν περιττεύει να επαναλάβω (για τους μη «λευκαδιολόγους») ότι ο πληθυσμός του νησιού και της πόλης είναι πολυμιγής: αν χωλαίνουν οι γενεαλογικές έρευνες, τα ονόματα είναι αποκαλυπτικά – εκείνα που δηλώνουν προέλευση (τα «εθνικά»), προέλευση, φυσικά, με σταθμούς· το ίδιο και τα, μάλλον δυσετυμολόγητα, τοπωνύμια. Αυτής της ανθρώπινης διακίνησης τα ληξιαρχικά βιβλία είναι καλοί μάρτυρες: ανάμεσά τους εκείνα του Αγίου Δημητρίου. Οι επήλυδες είναι πολλών προελεύσεων και χρόνων: μερικοί έχουν συμφέροντα στα βενετικά εξαρτήματα της αντικρινής στεριάς· άλλοι στην οθωμανική επικράτεια, στο προβενετικό διοικητικό και οικονομικό συνεχές, αλλά κατοικοεδρεύουν νομίμως στην πόλη της Λευκάδας, γεννώνται, παντρεύονται και θάβονται στις ενορίες της. Μερικοί απ’ αυτούς τους φερτούς είναι άνθρωποι των όπλων -Γριβαίοι και άλλοι- στον αρχόμενο 19ο αιώνα τους χαρακτήριζαν συλλήβδην Αρβανίτες (Albanesi): είχαν όμως τα σπίτια και τις περιουσίες τους στο νησί και ορισμένοι συνάμα στην αντικρινή στεριά.

Δύο λόγια για τη διατύπωση των καταχωρίσεων: είναι τυποποιημένη, με ανεπαίσθητες παραλλαγές· αλλάζει αργά, στα 1823. Οι βαπτίσεις· (αποκαθιστώ ορθογραφία και στίξη): «1718, Οκτωβρίου 27. Ανεδέχθη εκ του αγίου βαπτίσματος ο σιόρ κολονέλος Λουντουρέκας παιδίον αρσενικόν του μαστρο – Ζήσιμου Χρυσοβιτζάνου γεννημένου μετά Σταμούλας, θυγατρός του ποτέ Στάμου Κατηφόρη, νομίμου συμβίου αυτού και ονομάσαντές το Δημήτριον. Εγεννήθη, ως είπαν, εις το αυτό έτος». Ο ιστορικός υπομνηματισμός θα μάκραινε: ένας σκλαβούνος βαφτίζει, ένας φερτός στεριανός παντρεύεται τη θυγατέρα ενός ντόπιου. Οι γάμοι· «1761, Φεβρουαρίου 4. Ευλογήθη εις γάμον α΄ ο Ζήσιμος Περάτης μετά της Ζαχαρένιας, θυγατρός του ποτέ Στέριου Γούναρη. Ην δε σύντεκνος ο Signor Μαρίνος Χαλκιόπουλος, υιός του Signor Δρ [=Δόκτορα] Αλεξάνδρου και τούτο με την άδειαν του Πανιερωτάτου». Οι θάνατοι· « 1737, Αυγούστου 26. Απέτυχε της παρούσης ζωής ο Δήμος Σπαρτιώτης και ετάφη εις τον ναόν το Αγίου Δημητρίου απέξω. Ητον χρονών 64 ως είπαν».

Παρέθεσα δείγματα καταγραφής των φάσεων της ζωής, χωρίς να τα επιλέξω. Ωστόσο, υποβάλλουν πολλές εικόνες, ακόμη και κοινωνικές αξιολογήσεις: η τυποποιημένη καταγραφή ενέχει προσλήψεις του σύγχρονου κόσμου της πόλης της Λευκάδας, της Αμαξικής. Στο επόμενο σημείωμα θα ανιχνεύσουμε ορισμένες απ’ αυτές, ακροθίγοντας και κάποιες από τις όψεις της δημογραφικής μορφολογίας, για να ιδούμε, ανάμεσα στα άλλα, και τους «μικρούς ατομικούς πόνους», για τους οποίους μιλούσαμε κλείνοντας το προηγούμενο σημείωμα.

*Ο κ. Σπύρος Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.

Προηγουμενο αρθρο
Σας ευχαριστούμε για το συναίσθημα που μας χαρίσατε
Επομενο αρθρο
Στα ανοιχτά του Κάστρου κατέπλευσε το πυραυλικό καταδρομικό Moskva

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *