HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΟ Φ. Μπουασονά και η πόλη της Λευκάδας – «Η φωτογραφία ως τέχνη και εργαλειοθήκη μνήμης»

Ο Φ. Μπουασονά και η πόλη της Λευκάδας – «Η φωτογραφία ως τέχνη και εργαλειοθήκη μνήμης»

Γράφει ο Βασίλης Φίλιππας

Οι εκπληκτικές φωτογραφικές αποτυπώσεις του ταλαντούχου Φρεντερίκ Μπουασονά (1858-1946) αποτελούν μοναδική πηγή και για την ιστορία της πόλης της Λευκάδας. Να τονίσουμε ότι οι φωτογραφικές αποτυπώσεις της πόλης και, ακόμη περισσότερο σκηνών της καθημερινότητάς της, πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο σπανίζουν κάνοντας την κάθε μία από αυτές, όταν έρχεται στο φως, πολύτιμη πηγή για τον φιλίστορα και τον ερευνητή. Οι φωτογραφίες αυτές που μας έκανε γνωστές το «Άρωμα Λευκάδας» ( Φωτογραφίες από τη Λευκάδα του 1912 του Φρεντ Μπουασονά) είναι μοναδικές και πολυσήμαντα σπουδαίες.

Ο Φρεντερίκ Μπουασονά έρχεται στη Λευκάδα, όπως αναφέρεται, το 1912. Η επίσκεψη του έγινε πιθανότατα μεταξύ Φεβρουαρίου-Μαΐου ή τον μήνα Σεπτέμβριο όπως μαρτυρούν τα ρούχα των απεικονιζόμενων και η ομπρέλα που κρατά ο περιπατητής. Ο Σεπτέμβριος είναι το terminus post quem της φωτογράφισης και αυτό γιατί τον Οκτώβριο του 1912 ξεσπά ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος και αρχίζουν οι μάχες για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Αν ο φωτογράφος μας ερχόταν τον μήνα αυτόν στη Λευκάδα θα έλειπε από τη φωτογραφία η πινακίδα με την οθωμανική γραφή και πιθανότατα και η χαλαρή στάση των απεικονιζόμενων…

Αν επίσης ερχόταν δύο χρόνια αργότερα στη θέση αυτή πιθανότατα θα φωτογράφιζε ερείπια μιας και με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1914 πάνω από 500 σπίτια της πόλης έπαθαν μεγάλες ζημιές…

Η πινακίδα γράφει στην τουρκική γλώσσα με την τότε αραβική γραφή τους: «Partenon Hoteli» και απευθύνεται στους τουρκόφωνους υποψήφιους πελάτες του ξενοδοχείου «Ο Παρθενών». Η μεγάλη του ταμπέλα, γραμμένη στα κεφαλαιογράμματα ελληνικά, διακρίνεται –στα αριστερά του δρόμου της αγοράς– κατά το ήμισυ (ΞΕΝΟ)ΔΟΧΕΙΟΝ Ο…, όπως και η πινακίδα της εισόδου του.

Η Ήπειρος ήταν τότε ακόμη τουρκική και στη Λευκάδα εκείνη την εποχή και μέχρι την έναρξη του πολέμου υπήρχε Τούρκος πρόξενος που εξυπηρετούσε τις ανάγκες και των ταξιδευτών-εμπόρων από τις τουρκοκρατούμενες περιοχές. Η διαφημιστική ταμπέλα του «Παρθενώνα» ήταν απαραίτητη, λοιπόν, για την προσέλκυσή τους. Τη μετάφρασή της οφείλω στον Ηλία Κολοβό, Επίκουρο Καθηγητή Οθωμανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τον οποίο και από εδώ ευχαριστώ.

Ας σημειωθεί ότι την περίοδο αυτή στην πόλη της Λευκάδας είχαν χτιστεί ή ανακαινισθεί ξενοδοχεία για να καλύψουν τη ζήτηση και τις ανάγκες που δημιούργησε η άνοδος της εμπορικής κίνησης που ήταν αποτέλεσμα της λειτουργίας του Νέου Λιμένα της πόλης (η κατασκευή του οποίου είχε ολοκληρωθεί λίγα χρόνια μόλις πιο πριν). Αδιάψευστος μάρτυρας και εδώ ο φακός του Μπουασονά που απαθανάτισε τα μεγάλα ιστιοφόρα που ήταν αραγμένα σε αυτόν.

Στο ισόγειο του ξενοδοχείου στεγαζόταν, όπως βλέπουμε, το χασάπικο με τα εκτεθειμένα σφαχτά του να μοστράρουν στη «προβολή» του. Το άνοιγμα κρεοπωλείων επί του κεντρικού δρόμου της Αγοράς πρέπει να ξεκίνησε στις αρχές του αιώνα αυτού όταν ατόνησαν οι αυστηρές τοπικές διατάξεις που μέχρι τότε επέβαλλαν και για λόγους υγιεινής τη λειτουργία κρεοπωλείων μόνο στα μαγαζιά του στεγασμένου Αγορείου της πόλης, του γνωστότερου με το όνομα «Μαρκάς» (που εν τέλει κατεδαφίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930). Το κρεοπωλείο αυτό έκλεισε κάποια χρονιά μέσα στην εικοσαετία που ακολούθησε τη φωτογράφιση αφού μετά από αυτή στεγαζόταν άλλα μαγαζιά στη θέση του.

Στην ίδια ευθεία με το ξενοδοχείο «Παρθενών» στη γωνία της αγοράς με την πλατεία (που δεν διακρίνεται στη φωτογραφία λόγω της γωνίας λήψης της) βρισκόταν το κτίριο της αστικής Λέσχης «Συγκομιδή». Στη νοητή συνέχειά της, στην απέναντι πλευρά της πλατείας, βρισκόταν το κτίριο της αστικής Λέσχης «Ομόνοια» (που επίσης δεν διακρίνεται). Την ίδια χρονιά που επισκέφθηκε τη Λευκάδα ο Φ. Μπουασονά έγιναν στην τελευταία μεγάλοι χοροί – δύο από τους οποίους παραστατικά μας περιγράφει ο Π. Κουνιάκης.

Το κτίριο που απεικονίζεται –το αμέσως επόμενο δηλαδή της Λέσχης–, είναι το παλιό τρίπατο με «αρμενάλι» αρχοντικό της οικογένειας Βαλαωρίτη (και όχι η μετέπειτα Νομαρχία). Κάηκε ολοσχερώς μαζί με όλο το οικοδομικό τετράγωνο το 1943 όταν έπιασε φωτιά η Λέσχη που τότε είχε επιταχθεί από τους Ιταλούς κατακτητές…

Στην εξαιρετική αυτή φωτογραφία, επίσης, στη δεξιά πλευρά του δρόμου βλέπουμε το ξενοδοχείο «Επτάνησος» (και τη μεγάλη πινακίδα του) το οποίο στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται στη γωνία του στενού Αγοράς και Αγίου Σπυρίδωνα απέναντι από την εκκλησία.
Πριν από αυτό τη θέση ενός εμποροραφείου σημαίνει η πινακίδα του.

Στην ίδια ευθεία, το επόμενο κτίριο μετά τον Άγιο Σπυρίδωνα απεικονίζεται και σε γκραβούρες και φωτογραφίες των τελών του 19ου αιώνα – την όψη του την άλλαξαν αρκετά οι σεισμοί που μεσολάβησαν από τότε μέχρι τις ημέρες μας. Εδώ, ας μου επιτραπεί κάνω ένα χρονικό άλμα 70 ετών. Στον όροφο, του συγκεκριμένου κτιρίου είχε όταν ήμουν μικρό παιδί κομμωτήριο η γειτόνισσα μας η κυρά Λεβέντω κι από εκεί ψηλά χαζεύαμε την παρέλαση του Φεστιβάλ τον Αύγουστο. Σύζυγος της ήταν ο ευγενικός και με αστείρευτο λευκαδίτικο χιούμορ, ο μνημονοκράτορας παλαιών γεγονότων και υπέροχος χορωδός, ο Θοδωρής Αραβανής που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών στα μέσα του Γενάρη μικραίνοντας έτσι κι άλλο τον αριθμό της παλιάς φρουράς της Πόλης – τους τελευταίους αυτούς κρίκους που μας συνδέουν ακόμη με την παλιά Λευκάδα και τις νοοτροπίες της. «Και τώρα που έφυγες κυρ-Θοδωρή», σκέφτομαι, «ποιος θα μας καλωσορίζει στην ερημωμένη μας γειτονιά όταν ερχόμαστε από τας Αθήνας και ποιος θα μας χαιρετά και θα μας πειράζει κατά το πέρασμά μας από την πλατεία και την Αγορά;»

Ξαναγυρνώντας και πάλι στη φωτογραφία του Μπουασονά θα αναφέρω τα υπόλοιπα στοιχεία που αυτή μας δίνει και θα δώσω και τις απαραίτητες επεξηγηματικές πληροφορίες για την κατανόησή τους.

Ο δρόμος είναι χωμάτινος – είχε φαίνεται ξηλωθεί πια η παλιά χαρακτηριστική πλακόστρωση της εποχής της Βενετοκρατίας… Τα λείψανα αυτής(;) της πλακόστρωσης στις δυο πλευρές του δρόμου και στα πεζοδρόμια τα διακρίνουμε στην άλλη φωτογραφία της Αγοράς που τράβηξε ο Μπουασονά….

Τα αυλάκια αριστερά και δεξιά του δρόμου κατέβαζαν το νερό που ασταμάτητα χύνονταν από τις Πέντε Βρύσες της Αγοράς (παρασέρνοντας και ότι κατέληγε σε αυτά από τα μαγαζιά) και κατέληγε στη θάλασσα. Τα αυλάκια αυτά μπαζώθηκαν μετά το 1934 και ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε. Την αλλαγή αυτή έκανε δυνατή η απευθείας ύδρευση των κατοικιών και των μαγαζιών από το νέο υδραγωγείο της πόλης.

Το ύψος του οδοστρώματος είναι πολύ χαμηλότερο σε σχέση με το σημερινό. Η πόλη στο πέρασμα των χρόνων ψήλωσε τα οδοστρώματά της εν μέρει για να αντιμετωπιστούν και οι πλημμυρίδες που μετέτρεπαν τα καντούνια της σε ποτάμια νερού και εστίες μόλυνσης…

Στο μέρος αυτό της Αγοράς που γειτνιάζει στην Πλατεία κινούνταν οι πιο εύποροι της τοπικής κοινωνίας μια ορατή αντιδιαστολή με την εικόνα που δίνει η άλλη επίσης εξαιρετική φωτογραφία του Μπουασονά. Στην τελευταία αποτυπώνονται τα κάτω από τις λότζες (στοές) φτωχότερα μαγαζιά της Αγοράς με τους μικρομεσαίους μαγαζάτορες και τους βοηθούς τους καθώς και τους φτωχούς ποπολάρους και την πανταχού παρούσα «μουλαρία» – πανέτοιμη κάθε στιγμή να αναστατώσει τον κόσμο και να πάρει κατά πόδας για να «σταυρώσει» το επόμενο θύμα-στόχο της.

Στη φωτογραφία διακρίνουμε, τέλος, δέκα ανθρώπινες φιγούρες. Οι πέντε έχουν στραμμένες την όψη στο φωτογράφο. Δύο καλοντυμένοι (κι ευτραφείς – δείγμα πλούτου της εποχής) με πλάτη στο φακό, ο ένας κρατώντας την ομπρέλα του, κατευθύνονται μάλλον προς την πλατεία για να συνεχίσουν εκεί τις βόλτες τους και τις συζητήσεις τους ή για να καθίσουν σε κάποιο από τα καφέ της. Τρία παιδιά – δύο αγόρια κι ένα κορίτσι μάλλον καλοντυμένα. Το ένα αγόρι φορά το χαρακτηριστικό πηλήκιο του μαθητή στο κεφάλι, το άλλο κρατά ένα μπουκάλι κρασί ή λάδι (μάλλον οικογενειακή παραγγελία: «μπετάξ’ ψ’χούλααα μ’, ένααα μομεέντοοο, να μ’ αγοράσ’ςςς έναα μποτ΄λιόννν’ λάδδ(ι)…»). Ο μικρός βοηθός-χασάπη, ο μαθητευόμενος, που κρύβει, άθελά του, το πρόσωπο του αφεντικού του που στέκεται όρθιος στη «μπασά» του μαγαζιού. Στα δεξιά του δρόμου ένας εργαζόμενος(;), μάλλον ποπολάρος, ανεβασμένος σε μια σκάλα κάνει κάποια δουλειά που του είχαν αναθέσει. Στο πρόσωπό του έχει αποτυπωμένη τη χαρακτηριστική περιπαικτική μπουρανελίστικη έκφραση – έτοιμος είναι πιστεύω να πει την ατάκα του ίσως ασυνείδητα γνωρίζοντας ότι το ενσταντανέ αυτό θα τον διατηρήσει στην αιωνιότητα. Πίσω του στέκεται ένας κομψά ντυμένος μαγαζάτορας με το ωραίο γιλέκο του –όρθιος κι αυτός στη «μπασά» του μαγαζιού του προς άγρα πελατών και πείραγμα περαστικών– με τη σκάλα όμως να του κρύβει το πρόσωπο. Τελευταίος ο αιώνια απρόσκλητος των φωτογραφήσεων –ο περαστικός που μπαίνει στη σκηνή μόλις ο φωτογράφος κάνει τη λήψη– που η πλάτη και το καπέλο του αποτυπωμένες σαν φευγαλέα σκιά κάνουν ακόμη γοητευτικότερη τη φωτογραφία.

Προηγουμενο αρθρο
Παράταση για τις δηλώσεις στο Εθνικό Κτηματολόγιο
Επομενο αρθρο
Διαγωνισμός αμφίεσης

1 Σχόλιο

  1. Σπυριδώνης
    9 Μαρτίου 2019 at 10:12 — Απάντηση

    Πάρα πολύ ενδιαφέρον άρθρο. Τα θερμά μου συγχαρητήρια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *