HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΠέτρος Δ. Στεφανίτσης (1791-1863) «Απομνημονεύματα»: Ένα νέο βιβλίο 180 ετών

Πέτρος Δ. Στεφανίτσης (1791-1863) «Απομνημονεύματα»: Ένα νέο βιβλίο 180 ετών

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ
Ιστορικός, Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Πέτρος Δ. Στεφανίτσης (1791-1863):
Γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1791 «από γονείς ορθοδόξους και όχι ασήμους», τον Δημήτριο Γεωργίου Στεφανίτση και την Αικατερίνη Φίλιππου Παπάζογλη. Ήταν το τρίτο από τα έξι παιδιά μιας πολύκλαδης οικογένειας, που η παρουσία της μαρτυρείται στη Λευκάδα από το 1701, όταν ο Σπύρος Στεφανίτζης από την Πρέβεζα έρχεται στη Λεύκαδα και του παραχωρούνται από τους Βενετούς κτήματα, με υποχρέωση καταβολής της δεκάτης στα παραγόμενα προϊόντα.

Υποθέτω ότι τα εγκύκλια γράμματα τα έμαθε, και μάλιστα πολύ καλά, σε ιδιωτικό σχολείο ή οικοδιδασκόμενος και αυτοδιδασκόμενος, αφού δεν τον βρίσκουμε γραμμένο στο μαθητολόγιο του Προκαταρκτικού Σχολείου της Λευκάδας, που άρχισε να λειτουργεί το 1806 και ίσως ιδρύθηκε αργά για αυτόν. Ίσως δάσκαλός του να ήταν ο επιφανής πρώτος του εξάδελφος Ευστάθιος Π. Στεφανίτσης, που γνωρίζουμε ότι δίδασκε και μάλιστα με σπουδαία αποτελέσματα. Από το 1807 ώς το 1816 τον βρίσκουμε Γερουσιαστή.

Ο Στεφανίτσης διδάχθηκε και ασκήθηκε στη φαρμακοποιΐα στους αδελφούς Τρύφου, φαρμακοποιούς της Λευκάδας και παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής ώς το 1810 στο Collegio Medico, στον Ιατρικό Σύλλογο της Κέρκυρας.

Από το 1810 άρχισε και ασκεί κλινική ιατρική ως υποϊατρός του Ελληνικού Τακτικού Σώματος Κεφαλονιάς ώς το 1815, οπότε αυτό, διαλύθηκε και συνέχισε το ιατρικό επάγγελμα και την ιατρική υπηρεσία ως νοσηλευτής και αναπληρωτής γιατρός στο Νοσοκομείο της Λευκάδας, σίγουρα ώς το 1820, ίσως και ως τις αρχές του 1821, οπότε πέρασε στη Δυτική Ελλάδα για να βοηθήσει «εις το μέγα επιχείρημα της κοινής πατρίδος».

Χαρακτηρίστηκε φυγάς, εξόριστος και δημεύτηκε η περιουσία του από τους Άγγλους και δεν έχουμε πληροφορία αν ξαναγύρισε στη Λευκάδα ώς το θάνατό του. Στα Ιόνια Νησιά μυήθηκε στον τεκτονισμό αλλά όχι στη Φιλική Εταιρεία και δεν αναμείχθηκε στην Εξέγερση των Λευκαδίων το 1819 κατά της Αγγλοκρατίας.

Ο ίδιος υποστηρίζει στα Απομνημονεύματά του, ότι είχε πρότυπο φιλελευθερισμού τον εξάδελφό του Ευστάθιο Π. Στεφανίτση, γερουσιαστή από την εποχή των Γάλλων το 1807, που τον διατήρησε στη θέση του η Αγγλοκρατία ώς το 1816, οπότε καθαιρέθηκε μαζί με άλλους τρεις Γερουσιαστές από τον Αρμοστή γιατί δεν συμμορφώθηκαν στα προστάγματά του. Κατά το παράδειγμα λοιπόν του Γερουσιαστή συγγενή του, ιστορεί ο Στεφανίτσης, «μόλις ήκουσα την σάλπιγγα του θείου αγγέλου καλούντος το Ελληνικόν γένος εις συντριβήν των οθωμανικών αλύσεων και ευθύς εγκαταλιπών και βίον αναπαυτικόν και ευφρόσυνον μεταξύ συγγενών και φίλων, και υπηρεσίας επωφελείς και σταθεράς, και ελπίδας περί του μέλλοντος ασφαλείς, επήδησα εις την Δυτικήν Ελλάδα, ως Έλλην, ίνα βοηθήσω καγώ το κατά δύναμιν εις το μέγα επιχείρημα της κοινής πατρίδος».

Πήρε μέρος στην ατυχή μάχη του Πέτα της Άρτας, τον Ιούλιο του 1822, οργάνωσε πρόχειρο νοσοκομείο για τους τραυματίες στη Μονή Βροχότινου, πάνω από το Μοναστηράκι και κατέβηκε κυνηγημένος στην Πάλαιρο και από εκεί πέρασε στο νησί Κάλαμος και αργότερα πάλι πίσω στο Κονταύλακο, στο Νιχώρι και το Αιτωλικό και τελικά στο Μεσολόγγι, τον Οκτώβρη του 1822, κατά τις συμβουλές του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, του Μάρκου Μπότσαρη και του μητροπολίτη Πορφύριου: «με παρεκίνησαν λέγοντες ότι η παρουσία μου είναι αναγκαιοτέρα εις Μεσολόγγι παρά παντού αλλού».

Έμεινε σε όλες τις πολιορκίες στο Μεσολόγγι από τον Οκτώβριο του 1822 ώς τη νύχτα της Εξόδου στις 10 Απριλίου 1826 και άσκησε το επάγγελμα του ιατροχειρούργου αλλά πήρε και μέρος σε πάγκοινες και ειδικές αποστολές μέσα και έξω από την μαχόμενη πόλη, που τον τίμησε τον Δεκέμβριο του 1825 ανακηρύσσοντάς τον πολίτη του Μεσολογγίου.

Κατά την Έξοδο σώθηκε τραυματισμένος μαζί με τον 13χρονο θετό γιο του Νικόλαο Κωνσταντίνου Γκίκα και έφτασε στο Ναύπλιο, όπου άνοιξε ιατρείο, παρέχοντας παράλληλα υπηρεσίες και φάρμακα δωρεάν στους έχοντες ανάγκη. Ήταν μια υπηρεσία στους φτωχούς που συνέχισε να την παρέχει ώς το 1834 που ζούσε στο Ναύπλιο.

Πήρε μέρος ως εκπρόσωπος της Λευκάδας στη συγκρότηση του Επτανησιακού Στρατιωτικού Σώματος, που οργανώθηκε το καλοκαίρι του 1827 στο Ναύπλιο με ίδιους κυρίως πόρους των Επτανησίων και εκστράτευσε τρεις φορές τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1827 για να βοηθήσει τους πολιορκούμενους Έλληνες στην Ακρόπολη της Αθήνας.

Από τις αρχές ώς τον Ιούλιο του 1827 πρόσφερε χωρίς μισθό τις υπηρεσίες του στο Νοσοκομείο Ναυπλίου, που κακολειτουργούσε, διαδεχόμενος τον φίλο του Ιταλό γιατρό Φραγκίσκο Μπρούνο (γνωστό του από το Μεσολόγγι, που ήταν γιατρός του Λόρδου Βύρωνα) ο οποίος πέθανε τον Φεβρουάριο του 1827.

Από τον Ιούλιο του 1827 ώς τον Ιούνιο του 1832 υπηρέτησε ως έμμισθος ιατροχειρούργος και Διευθυντής στο Νοσοκομείο Ναυπλίου, όπου έδειξε τις ιατρικές και τις διοικητικές του ικανότητες, οδηγώντας το Νοσοκομείο σε ακμή με αναβάθμιση των υποδομών του και εντυπωσιακή βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών στους ασθενείς του. Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας εκτίμησε τις επιδόσεις του και στήριξε το έργο του.

Το Νοσοκομείο Ναυπλίου παραδόθηκε στις 15 Ιουνίου 1832 στη Γαλλική Φρουρά και η Αντιβασιλεία αργότερα αρνήθηκε να επαναλειτουργήσει το Νοσοκομείο Ναυπλίου και δεν αναγνώρισε τις υπηρεσίες του Στεφανίτση, όπως εκείνος ζητούσε με αλλεπάλληλες αναφορές του και δεν εξώφλησε τους λογαριασμούς του για όσα είχε πληρώσει για τη λειτουργία του Νοσοκομείου. Τον κατέταξε τιμητικά στη Βασιλική Φάλαγγα χωρίς μισθό ή σύνταξη.

Η απειλή της επαγγελματικής εξουθένωσης στα 45 του χρόνια είναι που έσφιγγε τη θηλιά στο λαιμό του νέου, 30χρονου το 1821 άντρα, που πέρασε από τη Λευκάδα, ίσως με το μονόξυλο τη λιμνοθάλασσα, για να φθάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα, καθώς πίστεψε στην Επανάσταση, οραματιζόμενος την ελεύθερη Πολιτεία που θα δημιουργούσε, υπηρετώντας όπου τον καλούσε η ανάγκη και όπως το καθόριζαν η πολιτική και η στρατιωτική ιεραρχία. Συγκέντρωνε βεβαιώσεις και πιστοποιητικά για τις υπηρεσίες που πρόσφερε και τα έξοδα που πλήρωνε. Τα συνέτασε ο ίδιος τις περισσότερες φορές και μάζευε υπογραφές από τους παριστάμενους, ως ομολογίες, με την ελπίδα ότι κάποτε θα εξοφληθούν. Στο Μεσολόγγι των πολιορκιών και του αδιάκοπου πολέμου οι αποτελεσματικές ιατρικές και άλλες υπηρεσίες που προσέφερε του έδιναν τη θέση που του άξιζε. «Επολέμα και ιάτρευε» όπως λέγεται ότι είπε για αυτόν ο Νότης Μπότσαρης στο Ναύπλιο μετά την Έξοδο. Στο Ναύπλιο όμως, τη μεταβατική πρωτεύουσα των εμφυλίων πολέμων, μπορούσαν να ζήσουν με λειτουργικό Νοσοκομείο, όπως το ήθελε ο Καποδίστριας, και το οργάνωσε ο Στεφανίτσης, ή διαλυμένο όπως το κατάντησαν οι επόμενες εξουσίες, που το παρέδωσαν το 1832 στη Γαλλική Φρουρά, ενώ η Αντιβασιλεία αποφάσισε ότι δεν χρειαζόταν Εθνικό Νοσοκομείο στο Ναύπλιο, αφού σχεδίαζε τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα. Το νοσοκομείο στο Ναύπλιο ήταν πλέον υπόθεση της Δημογεροντίας και του Δήμου Ναυπλιέων από το 1836.

Το 1835 ο Στεφανίτσης βρίσκεται στην Αθήνα και με πολλές δυσκολίες αποκτά άδεια άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, καθώς του έλειπαν οι πανεπιστημιακές σπουδές και οι αντίστοιχοι τίτλοι. Έζησε ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού και απόκτησε και περιουσία.

Όμως, η εσωτερίκευση της πικρίας του από την αδικία και την ακύρωση της προοπτικής, βύθισαν τον Στεφανίτση, όπως και άλλους αγωνιστές, σε αδιέξοδους δρόμους αναζήτησης των αιτιών για το τι έφταιξε. Η ιστορική αναδρομή είναι συνήθης και γνώριμος δρόμος και ελπίδα κάθαρσης, όταν τα συλλογικά σώματα ή τα άτομα βρεθούν σε οριακές καταστάσεις: «Η εποχή της αντιβασιλείας πολλάκις με έρριψεν εις βαθείς διαλογισμούς περί όλης της Ελληνικής Επαναστάσεως» καθώς πίστευε ότι «Τα εδικά μου δίκαια συμπεριλαμβάνονται εις τα δίκαια των Ελλήνων». Τόλμησε να δώσει τις δικές του απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα, τις οποίες θα βρει ο αναγνώστης στις σελίδες των Απομνημονευμάτων του, όπως και τις θέσεις και τις αρχές του για τις επιστημονικές, κοινωνικές και ηθικές παραμέτρους του ιατρικού επαγγέλματος.

Στην Αθήνα βίωνε την πικρία του ηττημένου και τη νοσταλγία για τη δημιουργική εποχή του Καποδίστρια και τις καλές μέρες στο Νοσοκομείο Ναυπλίου. Διατήρησε και επέκτεινε τις ανθρώπινες και τις κοινωνικές του σχέσεις στην πρωτεύουσα, όπου συγκεντρώθηκαν πολλοί από τους γνωστούς αγωνιστές αλλά και άλλοι γνωστοί και συναγωνιστές από τους τόπους δράσης του.

Ενδιαφέρθηκε για την πρόοδο των θεσμών της Παιδείας και του Πολιτισμού, όπως η Αρχαιολογική Εταιρεία και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, στις οποίες έγινε μέλος και ακόμη έγινε συνδρομητής για την οικοδόμηση του Πανεπιστημίου και παραβρέθηκε στη θεμελίωσή του. Γράφτηκε συνδρομητής σε δεκάδες βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες και κάποια από αυτά έστελνε για φύλαξη στον αδελφό του Βλάσιο στη Λευκάδα. Αποφάσισε να εκδώσει δύο βιβλία, το Χρησμολόγιο το 1838 με κείμενα προφητικά και αγαθαγγελικά, στηριγμένο σε έναν μεγάλο χειρόγραφο κώδικα, που του χάρισε το 1822 ο ηγούμενος της Μονής του Αγίου Δημητρίου Παλαίρου, Ιάκωβος Γαζής, Λευκαδίτης. Είμαστε σε εποχή εθνικών και αλυτρωτικών αναζητήσεων και πολιτικών ζυμώσεων και το βιβλίο γνώρισε καλή υποδοχή αλλά και συνδέθηκε με τις πολιτικές επιδιώξεις ανθρώπων του ρωσικού κόμματος και τους συνωμοτικούς σκοπούς της Φιλορθοδόξου Εταιρείας του 1839, που προκάλεσε τις επεμβάσεις των αστυνομικών και των δικαστικών αρχών.

Τον ίδιο χρόνο ο Στεφανίτσης αποφασίζει να γράψει και να τυπώσει τα Απομνημονεύματά του με βαριές κατηγορίες εναντίον της Αντιβασιλείας και τελικά του Όθωνα, αλλά και να κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο του 1839 εγκύκλιο για την έκδοση της 4τομης αλληλογραφίας του Καποδίστρια μεταφρασμένης στα ελληνικά από την έκδοση που τυπωνόταν τότε στα γαλλικά στην Ελβετία. Στο τέλος του 1839 αποκαλύπτεται η Φιλορθόδοξος Εταιρεία και τα συνωμοτικά σχέδιά της. Συλλαμβάνονται οι αρχηγοί της αλλά και όσοι θεωρήθηκαν ομοϊδεάτες και ίσως συνεργάτες. Ανάμεσά τους και ο Στεφανίτσης του οποίου κατασχέθηκε και το αρχείο.

Γρήγορα αφέθηκε ελεύθερος και του επιστράφηκε το αρχείο. Υποστηρίζω, με επιφυλάξεις, ότι η τύχη των αντιτύπων των Απομνημονευμάτων του, που χάθηκαν, συνδέεται με αυτό το βαρύ και άγριο κλίμα της πολιτικής συγκυρίας. Μια υπόθεση που υποστηρίζεται και από το εύρημα ότι το μοναδικό αντίτυπο που σώθηκε το είχαν ντύσει με εξώφυλλο του ιατρικού περιοδικού Ασκληπιός, που τυπωνόταν τον ίδιο χρόνο στο ίδιο τυπογραφείο. Αργότερα ο κάτοχός του κόλλησε απέξω το πραγματικό εξώφυλλο του βιβλίου.

Ο Στεφανίτσης δεν πτοήθηκε και περήφανα δεν αναφέρθηκε ποτέ στην τύχη του χαμένου βιβλίου του. Συνέχισε την προσπάθεια, που κατέληξε στην ολοκλήρωση της έκδοσης τής 4τομης αλληλογραφίας του Καποδίστρια (1841-1843), στην οποία γράφτηκαν, όπως είχε συμβεί και την έκδοση του Χρησμολογίου, πολλοί συνδρομητές από όλο τον ελληνικό χώρο. Αργότερα (1850, 1859), έστειλε τα βιβλία αυτά στον αυτοκράτορα της Ρωσίας Νικόλαο Α΄ και τον μέγα δούκα Κωνσταντίνο και έλαβε την έμπρακτη ευαρέσκειά τους με αδαμαντοκόλλητα δαχτυλίδια.

Το μεγαλύτερο και συνταρακτικό γεγονός της ώριμης ζωής του ήταν ο πρόωρος θάνατος του θετού γιου του Νικολάου Κ. Γκίκα, το 1846 σε ηλικία 33 χρόνων. Τον είχε πάρει κοντά του το 1826 στο Μεσολόγγι, όταν οι εχθρικοί βομβαρδισμοί γκρέμισαν το σπίτι του και έμεινε ορφανός. Βγήκαν μαζί στην Έξοδο. Πήγε σχολείο στο Ναύπλιο και ύστερα στη Σχολή Ευελπίδων και έφθασε στο βαθμό του ανθυπολοχαγού του Μηχανικού.

Το 1861 αποφάσισε να συντάξει τη διαθήκη του για να διαθέσει με τον καλύτερο τρόπο τα πνευματικά και υλικά του υπάρχοντα: Τις αδημοσίευτες συγγραφές του τις άφησε στον Σπυρίδωνα Ι. Ζαμπέλιο• βιβλία της Βιβλιοθήκης του στο Πανεπιστήμιο• ζωγραφικούς πίνακες στο Πολυτεχνείο. Όσα του χρωστούσε το ελληνικό κράτος τα χάρισε στο ελληνικό έθνος. Το ρολόι, τη σφραγίδα και το δαχτυλίδι του στον λόγιο ανιψιό του Γεώργιο Κωνσταντίνου Στεφανίτση. Ετήσιο βοήθημα ζήτησε να δίνεται στην πρώτη εξαδέλφη του Τασούλα Νικολάου Στεφανίτση (1793-1867), σύζυγο Νικολάου Βερροιώτη. Τη σημαντική ακίνητη και κινητή περιουσία του άφησε στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή για να σπουδάζουν τρεις φτωχοί Λευκαδίτες ή Επτανήσιοι και να επιστρέφουν στην πατρίδα τους να χειροτονούνται ιερείς, για να γίνουν οδηγοί στη θρησκευτική και την παιδευτική πρόοδο της μικρής πατρίδας τους, στο πνεύμα του καταστατικού της Ριζαρείου Σχολής, όπως το είχε εμπνευστεί ο ιδρυτής της Γεώργιος Ριζάρης. Οργανωτικός νους, καθώς ήταν, περιέγραψε με λεπτομέρειες τις διαδικασίες επιλογής των μαθητών και της στήριξής τους με τριετή προκαταρκτικό κύκλο σπουδών για να ακολουθήσει ο πενταετής κύκλος της Εκκλησιαστικής Σχολής. Το κληροδότημα λειτουργεί από το 1867 ώς τις μέρες μας και θεωρήθηκε μεγάλο ευργέτημα για τη λευκαδίτικη κοινωνία, που ήθελε αλλά δεν διέθετε τις οικονομικές προϋποθέσεις να γραμματίζει τα παιδιά της.

Πέθανε και κηδεύτηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 1863. Ίσως τάφηκε στον περίβολο της Ριζαρείου Σχολής.
Η αγάπη του για τη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα, εκφράστηκε με τη συμμετοχή και τους αγώνες του στην Επανάσταση. Για τη μικρή πατρίδα, τη Λευκάδα, άφησε το κληροδότημα στη Ριζάρειο Σχολή, κάποια γραπτά του και την αγάπη του, όπως εκφράζεται και στην αφιέρωση στην αρχή των Απομνημονευμάτων του:

Λευκάδι, τη Ιονίω Νήσω,
γεννητρία και τροφώ φιλτάτη και τιμιωτάτη,
άλλων τε πολλών ένεκα και δη και σπουδής
περί την πάτριον ευσέβειαν, φωνήν τε την Ελλάδα
και μούσαν και ελευθερίαν.
τουτί το έμπρακτον γραμμάτιον ευγνωμόνως προσεφώνησε

Πέτρος Δημητρίου Στεφανίτσης, ο πιστός παις.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ 180 ΕΤΩΝ:
Πέτρος Δ. Στεφανίτσης (1791-1863), Απομνημονεύματα (1821-1839), Αθήνα 1839. Φωτοανατύπωση, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2019, 328 σ.

Ο εντοπισμός του μοναδικού γνωστού αντιτύπου των Απομνημονευμάτων (1821-1839), του Πέτρου Δ. Στεφανίτση (1791-1863), η βιβλιογράφηση, το ανέβασμά του στο διαδίκτυο και η υπομνηματισμένη φωτοανατύπωσή του είναι οι αναβαθμοί που οδήγησαν στη χαρμόσυνη είδηση ότι ένα βιβλίο χαμένο για 180 χρόνια γίνεται προσιτό στους φιλίστορες, στους ερευνητές της ιστορίας της Επανάστασης του 1821 και των Αγωνιστών της, στους βιογράφους του Στεφανίτση, στους μελετητές της ιστορίας της ιατρικής και της ιστορίας της Λευκάδας.

Από την πλευρά τής επικαιρότητας το βιβλίο μας θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός και συμβολή στον ουσιαστικό εορτασμό των 200 χρόνων, 1821-2021, από την Επανάσταση, και κίνητρο για τις λευκαδίτικες σπουδές στην προσπάθεια για κάλυψη των μεγάλων κενών και σιωπών για τη συμμετοχή των Λευκαδίων στο μεγαλύτερο γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας.

Το βιβλίο του Πέτρου Δ. Στεφανίτση, απλή και μεμαρτυρημένη έκθεσις των εν Ελλάδι πράξεων και τυχών αυτού απ’ αρχής του αγώνος της επαναστάσεως μέχρι σήμερον, στο οποίο έδωσα τον τίτλο Απομνημονεύματα (1821-1839), για να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα και εύκολη αναφορά, σε αντίθεση με τον μακρόσυρτο τίτλο των 58 λέξεων του πρωτοτύπου, τυπώθηκε στην Αθήνα το 1839, ίσως σε πολλές εκατοντάδες αντίτυπα, από τα οποία έγινε γνωστό μόνο ένα, που βρέθηκε στα χέρια λόγιων ανθρώπων τη δεκαετία του 1950 και ανακοινώθηκε με ασάφειες και αοριστίες η ύπαρξη και το περιεχόμενό του. Ύστερα εξαφανίστηκε. Μάταια οι ερευνητές το αναζητούσαμε ώς τη δεκαετία του 2010, όταν ανακοινώθηκε η ψηφιακή καταλογογράφησή του από την Κεντρική Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μαζί με άλλα πολύτιμα περιεχόμενα της Συλλογής Ιωάννου Τρικόγλου, που δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο. Το βιβλίο έγινε περισσότερο γνωστό στην επιστημονική κοινότητα το 2016, όταν κυκλοφόρησε ο 3ος τόμος της Ελληνικής Βιβλιογραφίας του 19ου αιώνα, έργο του Φίλιππου Ηλιού (1931-2004) το οποίο συνεχίζει το ομώνυμο Βιβλιογραφικό Εργαστήρι στην Εθνική Βιβλιοθήκη, με υπεύθυνη τη συνάδελφο Πόπη Πολέμη. Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς (1933-2017) κορυφαίος μελετητής και του Στεφανίτση, έχρισε την Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών εκδότρια της σχολιασμένης φωτοανατύπωσης του βιβλίου και εγώ θεωρήθηκα σχεδόν αυτονόητα επιμελητής της έκδοσης, καθώς είχα ασχοληθεί με τον Στεφανίτση στη διπλωματική μου μελέτη στο Πανεπιστήμιο το 1970, από την οποία προέκυψε το πρώτο μου δημοσίευμα για τον Στεφανίτση, στον πρώτο τόμο του περιοδικού Μνήμων το 1971, με την ενθάρρυνση της αλησμόνητης Λευκαδίτισσας ιστορικού Δέσποινας Θεμελή-Κατηφόρη (1931-1988) που συνοδευόταν με την παραχώρηση αρχειακών ενδείξεων για τον Στεφανίτση.

Συνεργάστηκα με τον πρόεδρο της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών κ. Αθανάσιο Δ. Μελά, εκπαιδευτικό, και τον ενημέρωσα για το περιεχόμενο και τη σημασία του βιβλίου για τις λευκαδίτικες σπουδές και του παρουσίασα σχέδιο περιεχομένων του βιβλίου μας. Το Δ.Σ. της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών αιτήθηκε από την Επιτροπή Βιβλιοθήκης και Κέντρου Πληροφόρησης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης την άδεια φωτοανατύπωσης του βιβλίου του Στεφανίτση, η οποία δόθηκε ομόφωνα στις 27.7.2016. Έκτοτε η συνεργασία μας με την προϊσταμένη της Διεύθυνσης της Κεντρικής Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου κ. Αικατερίνη Νάστα είναι δημιουργική.

Η Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών αναζήτησε τον φορέα ή το πρόσωπο που θα μπορούσε να αναλάβει τα εκδοτικά έξοδα του βιβλίου και τον βρήκε στο πρόσωπο του Αυστραλιώτη Αγιοπετρίτη κ. Σπύρου Γεωργίου Πολίτη. Συμπληρωματικά και για τη διάδοση του βιβλίου το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας, με εισήγηση του Προέδρου του, Δημάρχου Λευκάδας κ. Κώστα Δρακονταειδή, αποφάσισε να γίνει χορηγός αντιτύπων του βιβλίου.

Τον Μάιο του 2017 πήγα στη Θεσσαλονίκη. Στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, η κ. Αικατερίνη Νάστα και οι συνεργάτες της, των οποίων τα ονόματα αναγράφονται στο προλογικό μου σημείωμα στο βιβλίο, με διευκόλυναν αποτελεσματικά στην εξέταση του μοναδικού αντιτύπου του βιβλίου και το ψηφιοποίησαν από την αρχή προκειμένου να φωτοανατυπωθεί με τα καλύτερα αποτελέσματα.

Στην ερευνητική μου προσπάθεια για να αντιμετωπίσω τα προβλήματα, που έβαζε η έκδοση του βιβλίου, συμπλήρωσα και έλεγξα την πληρότητα του δικού μου φακέλου με στοιχεία για τον Στεφανίτση, που συγκρότησα από τα φοιτητικά μου χρόνια και πλούτιζα στα σχεδόν 50 χρόνια που πέρασαν, με νέα εντατική έρευνα στην οποία ευεργετήθηκα και από τις προσφορές φίλων και συναδέλφων. Στο βιβλίο σημειώνω την προσφορά καθενός, εδώ αναφέρω μόνο τα ονόματά τους: Χριστίνα Ε. Παπακώστα, Δημήτρης Σπ. Τσερές, Γεράσιμος Π. Μελάς, Γεράσιμος Γληγόρης, Κώστας Λάππας, Μαρία Μπακαδήμα, Αναστασία Μυλωνοπούλου και Μπάμπης Αντωνιάδης.

Ας περάσουμε τώρα στην παρουσίαση του σημερινού όλου βιβλίου μας με τις 328 σελίδες.
Προτάσσεται φωτοανατυπωμένο το βιβλίο του Στεφανίτση, πλήρες, που μαζί με τα εξώφυλλά του καταλαμβάνει 176 σελίδες, χωρίς ενιαία αρίθμηση στις σελίδες του και στους 6 αναδιπλούμενους πίνακές του. Δεν άλλαξα τίποτα και σεβάστηκα τις ιδιομορφίες του, με μόνο κάποιες προσαρμογές. Με τη βοήθεια των ειδικών της Κεντρικής Βιβλιοθήκης και του τυπογραφικού επιμελητή του βιβλίου συνάδελφου Σωκράτη Πουλή, καταφέραμε να διαβάζονται και κάποιες σειρές του κειμένου που κρύβονταν εν μέρει στις ζαρωματιές του σκεβρωμένου από την υγρασία βιβλίου. Για να γίνει περισσότερο ευκολοδιάβαστο και φιλικό στον αναγνώστη το βιβλίο μεγενθύναμε το πρωτότυπο όσο επέτρεπε το μεγαλύτερο σχήμα του βιβλίου μας και σμικρύνοντας τους 6 αναδιπλούμενους εκτός κειμένου πίνακες τους προσαρμόσαμε στη φορά του βιβλίου. Προσθέσαμε ενδείξεις και αριθμούς στις σελίδες και στους πίνακες που δεν είχαν, πάντα διακριτές σε ορθογώνιες αγκύλες, για να διευκολυνθεί ο αναγνώστης, αλλά και για να ευρετηριάζονται τα ονόματα αυτών των σελίδων και των πινάκων στο συνολικό ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου.

Το δικό μας μέρος του βιβλίου, τα Επιλεγόμενα, μαζί με το Ευρετήριο καλύπτουν 142 σελίδες και συνεχίζουν τη σελιδαρίθμηση του βιβλίου του Στεφανίτση με αριθμούς 159-298. Σ’ αυτές πρέπει να προσθέσουμε τις 10 σελίδες που προηγούνται στην αρχή του βιβλίου, με τους τίτλους και τα περιεχόμενα του όλου βιβλίου, αριθμημένες Ι-Χ, σύνολο 152. Στα Επιλεγόμενα δημοσιεύονται ένα κείμενο της συναδέλφου Πόπης Πολέμη, που περιγράφει και εξηγεί την περιπέτεια του μοναδικού αντιτύπου του βιβλίου και τέσσερα κείμενα δικά μου. Ένα προλογικό, για να κατατοπιστεί ο αναγνώστης για το βιβλίο μας συνολικά και ένα δεύτερο με την περιγραφή του βιβλίου του Στεφανίτση και του μοναδικού αντιτύπου του. Ακολουθούν πολυσέλιδες συγγραφές μου που προσεγγίζουν το περιεχόμενο των Απομνημευμάτων του Στεφανίτση. Το πρώτο κείμενο έχει τη μορφή Υπομνήματος, με σκοπό να βοηθήσει τον αναγνώστη στη λύση των αποριών του, όταν διαβάζει το απομνημόνευμα ή όταν επιθυμεί να μάθει περισσότερα για τα θέματα στα οποία αναφέρεται ο απομνημονευματογράφος. Κωδικοποιεί επίσης τα λάθη, όσα επισήμανε ο συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου του και συμπληρώνει τον κατάλογό τους με όσα λάθη επισήμανα κατά τη μελέτη του έργου. Οι αναφορές του Υπομνήματός μου ξεκινούν με τους αριθμούς της σελίδας και της σειράς, στα Απομνημονεύματα και ακολουθούν οι πρώτες λέξεις του υπομνηματιζόμενου αποσπάσματος. Όπου χρειάστηκε να συσχετιστούν οι αναφορές αυτό έγινε με πυκνά παραπεμπτικά, παρόλο που υπάρχει και η δυνατότητα συσχετισμού των συναφών και μέσω του Ευρετηρίου.

Ακολουθεί το τελευταίο και μεγαλύτερο κείμενο «Ο Πέτρος Δ. Στεφανίτσης και τα Απομνημονεύματά του», μια βιογραφία και εργογραφία στηριγμένη σε μαρτυρίες που έχουμε, από άλλες πηγές και μελέτες, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ο αυτοβιογραφούμενος ώς το 1839 και μας επιτρέπει να απαλλαγούμε από τα ανακριβή στοιχεία για αυτόν και τη δράση του, που συσσώρευσαν οι λαθεμένες προφορικές μαρτυρίες, που δημοσιεύτηκαν και αναπαράχθηκαν, χωρίς κριτική θεώρηση, από τους επόμενους βιογράφους του ώς την εποχή μας.

Η βιογραφία διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες: Οι Στεφανίτζηδες – Ιατροχειρούργος στα Ιόνια Νησιά: Μαθητεία και σταδιοδρομία ώς το 1821 – Η συμμετοχή του στον Αγώνα. Δυτική Ελλάδα και Μεσολόγγι 1821-1826 – Η συμμετοχή στον Αγώνα, Ναύπλιο 1826-1832 – Απο το Ναύπλιο στην Αθήνα, 1833-1846 – Πρός το τέλος, 1846-1863. Η Διαθήκη του.

(Το κείμενο είναι η ομιλία του Τριαντάφυλλου Ε. Σκλαβενίτη στην παρουσίαση του βιβλίου «Πέτρος Δ. Στεφανίτσης (1791-1863), Απομνημονεύματα (1821-1839)» που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 7 Αυγούστου στην αίθουσα συνεδρίων του Πνευματικού Κέντρου Λευκάδας.
Συντονίστρια της εκδήλωσης ήταν η ιστορικός Χριστίνα Παπακώστα.
χαιρετισμούς απηύθυναν: Αθανάσιος Μελάς Πρόεδρος της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Μάρκος Νικητάκης, αντιδήμαρχος, και Αικατερίνη Νάστα, Προϊσταμένη Διεύθυνσης Βιβλιοθήκης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.)

Προηγουμενο αρθρο
Η Δεσποινίς Τσία και η Μόδα της!
Επομενο αρθρο
Συναυλία κουαρτέτου εγχόρδων Incontro

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *