HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΠέτρος Σταματόπουλος και Υιοί

Πέτρος Σταματόπουλος και Υιοί

Ο Πέτρος και ο γιός του ο Κύριος Επαμεινώνδας -που υπήρξε πολυποίκιλο ταλέντο εμπόρου, βουλευτή (παρολίγον) και δημάρχου Λευκαδίων- ήταν οι δύο δεινόσαυροι και οι ατσάλινοι θεμελιωτές του εμπορικού φαινομένου των εμποροκτηματιών της Λευκάδας, οι αδάμαντες των εμπορογαιοκτημόνων των χρόνων 1840 – 1917 και οι προορισμένοι απ’ τη μοίρα να θεμελιώσουν το εμπόριο σ’ αυτό το νησί.

Για ν’ αναπτύξουμε την πολύμορφη δράση των εμπορογαιοκτημόνων στο νησί της Αγίας Μαύρας -όπως αυτή προκύπτει απ’ τα συμβολαιογραφικά έγγραφα- διαλέξαμε μία εμπορική επωνυμία που για ένα ολόκληρο αιώνα αναφέρονταν σε όλες τις πράξεις των νοταρίων-μνημόνων και συμβολαιογράφων. Η επωνυμία αυτή είναι και το πρότυπο, γιατί σ’ όλο το μακρό διάστημα των εβδομήντα χρόνων, απ’ τα 1830 μέχρι τα 1900, οι δύο γενιές της επωνυμίας ενεργούσαν εμπορικά και συνεπώς κερδοσκοπικά μέσα σε αυστηρά οικονομικά και εμπορικά πλαίσια, Όλες οι πράξεις και οι ενέργειες της επωνυμίας σκόπευαν και σημάδευαν το κέρδος, που άλλωστε, είναι και ο σκοπός του εμπορίου, δηλαδή «η εκμετάλλευσις επί κέρδει».

Το εμπορικό φαινόμενο δύναμης, εργατικότητας και εμποροκτηματιουχικής συμπεριφοράς, ήταν η εμπορική εταιρία με την επωνυμία «Πέτρος, Αλέξανδρος και ανεψιοί Σταματόπουλοι». Η εταιρία προϋπήρξε με άλλη επωνυμία και τέλειωσε το βίο της με διαφορετική. Στο έγγραφο αναφέρεται ότι «κατοικία και έδρα θέλει είσθαι ασάλευτος εν ταύτη τη πόλει και σκοπός θέλει έσθαι η επιχείρησις εμπορικών εργασιών παντός είδους των οποίων είναι επιδεκτική η Νήσος αύτη, καθώς και των εργασιών τραπεζικών και άλλων κερδοσκοπικών, εντός και εκτός της νήσου ταύτης του Ιονίου Κράτους…». Η διατύπωση του καταστατικού έχει μια σπάνια σαφήνεια -για την τότε εποχή- και προβάλλει εύγλωττα την εμπορικότητα της εταιρίας.

Δεν έχει σημασία αν αναφέρεται επώνυμα ο εμποροκτηματίας εκείνος που είναι και το πρότυπό μας. Μπορούσε να είναι το επώνυμο οιουδήποτε άλλου εμποροκτηματία γαιοκτήμονα, και στην Αγία Μαύρα υπήρξαν εμποροκτηματίες που κράτησαν το κύρος και την αίγλη τους περισσότερο χρονικό διάστημα απ’ το πρότυπο. Ωστόσο, αναφερθήκαμε σ’ αυτή, γιατί ήταν «φύσει και θέσει» εμπορική, με φανερό το «ένδυμα» της εμπορικότητας. Αντίθετα, άλλοι εμποροκτηματίες ενεργούσαν «αφανώς» μέσα από δύο διαφορετικά κανάλια και κατευθύνσεις[..]

Το παραλιακό μέτωπο της Λευκάδας το 1932

«Μικροδουλειές» και μικροεταιρείες, το πρότυπό μας ποτέ δεν καταδέχτηκε να δημιουργήσει. Έκανε την εμπορία του με ιδιαίτερη τυπική τελετουργία και φανερά εμπορικά. Δουλειές πρόσκαιρα κερδοφόρες τις απέφευγε και μπορούμε να διαπιστώσομε ότι πολύ σπάνια κατέφευγε σε πλειστηριασμούς και εκτελέσεις για την είσπραξη των χρηματικών του απαιτήσεων. Στη μαγική εκείνη αυλή της Αγίας Μαύρας, άσκησαν με επιτυχία το εμπόριο και άλλοι εμποροκτηματίες… Κανένας όμως δεν μπόρεσε να φτάσει τη μεθοδικότητα, τη δύναμη, τον πλούτο, την οικονομική ευρωστία, την κτηματιουχική επιφάνεια, τη λάμψη και την πρωτοφανή πειθαρχία του πρότυπου. Άσκησε την εμπορία σε επίπεδο κεφαλαιοκρατικό με όλη την ορμή, τους κανόνες, την ικμάδα και τις συμπεριφορές του ολοένα αναπτυσσόμενου ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

Αντίθετα, οι άλλοι εμπορεύονταν ανορθολογιστικά, με στενότητα κρίσεων και διαλογής των μέσων που μεταχειρίστηκαν, χωρίς καμιά έμπνευση… Παρ’ εκτός, ίσως, της Αδελφότητας Μαχαιρά, που άγγιξε (και ίσως να ξεπέρασε) το επίπεδο των επιχειρήσεων του πρότυπου και που πολλές φορές το συναγωνίστηκε επάξια απ’ τη Μεσόγειο μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα και από το Λονδίνο μέχρι το Ταγάνι και την Οδησσό.

Μεταξύ των πρώτων εμπόρων – εκπορθητών που «πάτησαν» το νησί, αλλά και ο πρώτος σκαπανέας που έβαλε τα θεμέλια της πρότυπης εταιρίας, ήταν ο Νικόλαος, πατέρας του δόκτορα Αλεξάνδρου και του άλλου του Κυρίου Πέτρου. Για το Νικόλαο, πατέρα, δεν ξέρομε τίποτα απ’ τις πηγές μας, που υπήρξαν τα συμβόλαια. Ωστόσο, δεν θ΄ άξιζε ο κόπος μιας τέτοιας έρευνας, εκτός από ένα καίριο σημείο. Δηλαδή αν ο κύριος Νικόλαος στεφανώθηκε ευγενή κόρη λευκαδίαν, γεγονός που πιθανολογείται απ’ την εγκατάσταση της οικογένειας στο νησί.

Αν ο Αλέξανδρος Νικολάου Σταματόπουλος υπήρξεν ένας δόκτορας, διανοούμενος, σπουδαγμένος σε πανεπιστήμια της Ευρώπης και συνεπώς η «ιντελιγκέντσια» του πρότυπου, αντίθετα, ο Πέτρος Νικολάου Σταματόπουλος και ο υιός του ο Επαμεινώνδας Πέτρου Σταματόπουλος, υπήρξαν οι ψυχές και τα δαιμόνια των μεταφορικών, εμπορικών, βιομηχανικών, τραπεζικών, εμπορομεσιτικών και ναυτιλιακών επιχειρήσεων του πρότυπου.

Απ’ όσα προκύπτουν από συμβόλαια και πράξεις, που υπογράφει ο Πέτρος, δεν φαίνεται να είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στον Αλέξανδρο. Σαν «καλλιεργημένος», που ήταν ο δόκτορας Κύριος Αλέξανδρος, ασφαλώς δεν θα είχε ιδιαίτερες ικανότητες στο εμπόριο. Άλλωστε, είχε και την ατυχία να μη κάμει σερνικά παιδιά και έτσι ο ρινόκερος δεν του έδινε πολύ λάσκο στις δουλειές και στο εμπόριο. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, επειδή ο Πέτρος δεν το κούναγε απ’ την Αγία Μαύρα, ο Κύριος Αλέξανδρος ταξίδευε συνεχώς πότε στο Λονδίνο και πότε στην Οδησσό για υψηλού επίπεδου εμπορικές επαφές και διαπραγματεύσεις και κυρίως στην κρίσιμη χρονική περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου, στα 1854, που τα καράβια του πρότυπου πιάνονταν απ’ τους εγγλέζους σαν λεία πολέμου. Εκεί χρειάζονταν «λέγειν», κομψότητα και ιπποτισμοί, ιδιότητες που έλειπαν του Κυρίου Πέτρου.

Έτσι, ο Πέτρος και ο γιός του ο Κύριος Επαμεινώνδας -που υπήρξε πολυποίκιλο ταλέντο εμπόρου, βουλευτή (παρολίγον) και δημάρχου Λευκαδίων- ήταν οι δύο δεινόσαυροι και οι ατσάλινοι θεμελιωτές του εμπορικού φαινομένου των εμποροκτηματιών της Λευκάδας, οι αδάμαντες των εμπορογαιοκτημόνων των χρόνων 1840 – 1917 και οι προορισμένοι απ’ τη μοίρα να θεμελιώσουν το εμπόριο σ’ αυτό το νησί.

Μετά απ’ αυτούς τους δύο, το πρότυπο έδυσε και χάθηκε στη λησμονιά που σωρεύει ο αλύπητος και στυγνός χρόνος. Όλοι οι άλλοι, δηλαδή τα άλλα παιδιά του Πέτρου και εκείνα του Επαμεινώνδα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά τα παιδιά των πατεράδων τους, που απόλαψαν άνετα και με ιδιαίτερη φινέτσα τους σωρούς των αγαθών.

Ο πατέρας Νικόλαος Σταματόπουλος, αφού εγκαταστάθηκε ή σκόπευε να εγκατασταθεί στη Λευκάδα, φρόντισε, σαν καλός οικογενειάρχης, να στεφανώσει το μεγαλύτερο γιό του Πέτρο με την Ευγενή Κυρία Ελένη Κόνταρη, της γνωστής οικογένειας Κόνταρη ή Κόνδαρη. Επίσης και ο Πέτρος φρόντισε να στεφανώσει την ευγενή κόρη του, Κυρίαν Ασπασία, με τον Ευγενή Κύριο Δόκτορα Μάρκο Καλκάνη. Ας μη νομιστεί πως οι γάμοι αυτοί, των ευγενών, ήταν τυχαίοι ή γίνονταν από αμοιβαία προηγουμένη συμπάθεια (έρωτας π.χ.) του γαμπρού και της νύφης. Απλά, ήταν τοποθετήσεις κεφαλαίων, χρημάτων, ακινήτων, αγαθών, με ειδικότερες συμφωνίες.

Το παραλιακό μέτωπο της Λευκάδας το 1932

Μέρες, έργα και ασχολίες του πρότυπου

Παρ’ όλον ότι ο Κύριος Πέτρος πέθανε το 1876, το πρότυπο δέσποσε στο νησί κυριαρχικά, σ’ όλο το φάσμα των εμπορικών, τραπεζικών και εφοπλιστικών επιχειρήσεων μέχρι τα τέλη του περασμένου και αρχές του δικού μας αιώνα, δηλαδή περίπου μία εκατονταετία.

Αυτός πρώτος αγνόησε τα αναχρονιστικά Ιibri crediti των Βενετσάνων και καθιέρωσε στις επιχειρήσεις του τα Λογιστικά Βιβλία με τις γνωστές στήλες «Έσοδα – Έξοδα» που αργότερα καθιερώθηκαν με τα στριφνά απαρέμφατα «Δούναι – Λαβείν». Αυτός ο ίδιος προσωπικά τακτοποίησε, δικαστικά ή εξώδικα, τις εμπορικές έριδες, διαφορές και αμφισβητήσεις και αυτός προσδιόριζε το μέγεθος των χρεών τρίτων προς την εταιρία, τους τόκους και τα επιτόκια (Ιnteresi). Αυτός ο ίδιος κρατούσε τους λογαριασμούς, έκανε τις παραγγελίες, φόρτωνε και ναύλωνε τα εκατοντάδες ιστιοφόρα της εταιρίας του για τα τέσσερα σημεία της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Αυτός ο ίδιος δάνειζε και δανείζονταν και ο ίδιος γνώριζε τις αξίες και τις χρηματικές αναλογίες των φιορινίων με τα αυστριακά τάλλαρα, των ναπολεονείων με τα μεξικανικά τάλλαρα, των γαλλικών φράγκων με τις στερλίνες Αγγλίας και όλων μαζί με την ελληνική ψωροδραχμή. Αυτός ο ίδιος εισήγαγε, στο καθυστερημένο εμπορευματικό κύκλωμα της Αγίας Μαύρας, τα χρεωστικά ομόλογα και τις συναλλαγματικές και ο ίδιος πάντα πλήρωνε τους εμπόρους του εξωτερικού με τραπεζικές επιταγές. Αυτός ο ίδιος είχε και την αδυναμία ν’ αγοράζει και να εφοδιάζεται με μετοχές και ομολογίες δανείων δημοσίου ή Τραπεζών, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η σπουδαιότερη όμως καινοτομία ήταν ότι κρατούσε ο ίδιος τους λογαριασμούς της εταιρίας και δεν έδινε καμιά εμπιστοσύνη σε λογιστές, γραφιάδες ή υπαλλήλους ή και σε πρόσωπα έστω και του στενότερου εταιρικού περιβάλλοντός του. Η καινοτομία αυτή, άλλωστε, υπήρξε και το μεγάλο μυστικό της ανάπτυξης και της ακμής του πρότυπου.

Δεν θα υπήρχαν στη Λευκάδα εμποροκτηματίες της ολκής του Κυρίου Πέτρου και δεν θα καθιερώνονταν οι εμποροκτηματίες στην τριακονταετία 1850 – 1880, αν δεν ενεργούσαν και δεν συμπεριφέρονταν σαν τον Κύριο Πέτρο Σταματόπουλο. Η διαδρομή της επομένης πεντηκονταετίας (1880 – 1930) δικαίωσε τα πρωτοποριακά έργα και τις ασχολίες του πρότυπου, για τους παρακάτω λόγους, όπως αυτοί προκύπτουν απ’ τα συμβόλαια αυτής της περιόδου.

Λευκάδα, αποβάθρα, χρονολόγηση 1900

Στα 1917, στην Αγία Μαύρα παρατηρείται ή μάλλον συντελείται η τελική φάση της πτώσεως των εμποροκτηματιούχων, που αποτέλεσαν αυτοί οι ίδιοι και το τελευταίο στάδιο του φεουδαρχισμού στο νησί. Παράλληλα παρατηρείται και η άνοδος της ντόπιας αστικής εμπορευματικής τάξης. Τη νέα αυτή τάξη, που ήταν γέννημα των ίδιων εμποροκτηματιών, αποτέλεσαν τα λείψανα τριών «ομοταξιών» εμπόρων.

Στην πρώτη ήταν οι ντόπιοι αγιομαυρίτες μικρέμποροι, που στην περίοδο μετά την ένωση και μέχρι τις αρχές του αιώνα μας (1870- 1905) εμπορεύονταν κάτω απ’ την αποπνικτική σκιά των εμποροκτηματιών, γαιοκτημόνων, τραπεζιτών και τοκογλύφων. Στη δεύτερη ήταν όσοι γλύτωσαν απ’ τον κατακλυσμό που προηγήθηκε, στα χρόνια των εμποροκτηματιών, όπως οι μεταπράτες, μεσίτες, μικροβιοτέχνες και μικροεπαγγελματίες της πόλης (καπνοκόφτες, σαλαμιτζίδες, σαπωνοποιοί, λεμοναδοποιοί, ρακοποιοί, κηροπλάστες, ταμπάκηδες, τσαγκάρηδες, μπακάληδες). Και στην τρίτη ήταν όσοι χωρικοί ξεπούλησαν τα μικρονοικοκυριά τους και κατέβηκαν κάτω στη Χώρα για καλύτερη τύχη μαζί με τους μετανάστες του 1890- 1905 των Η.Π.Α., που ξαναγύρισαν στο νησί, μετά το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου.

Ειδικότερα, οι έμποροι των ετών 1914- 1930, παρασυρμένοι απ’ τη σχετική άνοδο της ποιότητας της ζωής, την εξάπλωση του εμπορίου σε άλλους πρωτόγνωρους τομείς την παράλληλη ανάπτυξη της γραφειοκρατίας στις επιχειρήσεις, εγκατέλειψαν, κυριολεκτικά, τις εταιρίες στα χέρια των υπαλλήλων, των γραφιάδων και των λογιστών τους.

Παράλληλα ασχολούνταν με την μικροπολιτική και οι περισσότεροι σπατάλησαν ολόκληρες περιουσίες για το κομματικό τους ίνδαλμα. Μερικοί ζούσαν δαπανηρή ζωή με πολυέξοδα ταξίδια ή ζούσαν πλαδαρή ζωή, διευθύνοντας τις επιχειρήσεις των πατέρων τους με μοιρολατρία και δεν γνοιάζονταν για τους λογαριασμούς που έκαναν οι λογιστές και οι γραφιάδες. Δηλαδή όλοι τους, ποιος λίγο, ποιος πολύ, εργάζονταν ανορθολογιστικά και χωρίς εμπορικούς προγραμματισμούς, προοπτικές και επιχειρηματική φαντασία.

Παράλληλα, οι γραφιάδες της εταιρίας μπορεί να γνώριζαν τις τέσσαρες πράξεις της αριθμητικής και της προπαίδειας, αλλά δεν είχαν ιδέα από τήρηση βιβλίων. Έτσι, ανεξέλεγκτοι και ασύδοτοι δημιουργούσαν οικονομικά προβλήματα και διαχειριστικές ανωμαλίες στις εταιρίες και επιχειρήσεις που δούλευαν.

Το παραλιακό μέτωπο της Λευκάδας το 1932

‘Ολ’ αυτά, δείγματα οικονομικής παρακμής και κοινωνικής σήψης, μαζί με τα πολιτικά μίση και πάθη και τις εμπορικές αντιζηλίες, έφεραν σαν μοιραία αποτελέσματα τη χρεοκοπία και την πτώση. Γι’ αυτό στα Βιβλία Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Λευκάδος της εικοσαετίας 1925- 1945, εγγράφονται αθρόες αιτήσεις πτωχεύσεως εμπόρων και εμπορικών εταιριών. Αξιολογώντας όμως με αντικειμενικότητα την εικοσαετία του 1917- 1937, που περιλαμβάνεται στην κρίσιμη περίοδο 1880- 1930, θα πρέπει να πούμε πως η ανερχόμενη αστική τάξη με δικές της πρωτοβουλίες σύστησε σημαντικές εμπορικές εταιρίες και αντιπροσώπευσε στο νησί παραρτήματα αξιόλογων εταιριών του κέντρου.

Ωστόσο, χωρίς προγραμματισμούς και συγκεκριμένους στόχους και αβοήθητες απ’ τα πιστωτικά ιδρύματα, αδύναμες και κλονισμένες, τους βρήκε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και τους αποτέλειωσε. Μερικοί έμποροι, οι πιο τυχεροί και οι πιο έξυπνοι, εγκατέλειψαν έγκαιρα το νησί και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, πριν σημάνει ο συναγερμός του πολέμου στα 1939. Εκεί ανάπτυξαν τις δουλειές τους και διακρίθηκαν στο εμπόριο και σε διάφορες επιχειρήσεις.

Ο αφανισμός των εμπόρων της εικοσαετίας 1917- 1937, που ήταν έμποροι της «παλιάς σχολής», και που κρατούσαν ακόμα απ’ το πολύποδα των εμποροκτηματιών του περασμένου αιώνα, είναι χαρακτηριστικός και προσδιοριστικός. Εκείνοι που σώθηκαν απ’ τη λαίλαπα του δεύτερου πόλεμου ήταν οι έμποροι της ομοταξίας εκείνης των μεταναστών και των μικρεμπόρων και μικροβιοτεχνών, που κρατούσαν δικά τους βιβλία και δεν διατηρούσαν στα μαγαζιά τους υπάλληλους και γραφιάδες. Αυτοί και τα παιδιά τους, αποτελούν στη Λευκάδα τη σημερινή εμπορική τάξη. Η δεκαετία 1945 – 55 υπήρξε για το νησί μία δεκαετία περιπετειών και συμφορών, αλλά και που σημαδεύεται και με την αφετηρία της ανόρθωσης και της προόδου για το νησί μας.

Ο Θάνατος και το τέλος ενός Ιππότη εμποροκτηματία.

Στις πράξεις των νοταρίων-συμβολαιογράφων των ετών 1839 ως τα 1864, ο Κύριος Πέτρος Σταματόπουλος αναφέρονταν σαν «κτηματίας». Ωστόσο, το πρότυπό μας, εκτός από τον πεζό τίτλο του «εμποροκτηματία», είχεν αποκτήσει και ανώτερο «Κοινωνικό» τίτλο, του Ιππότη.[..]

Την άνοιξη του 1876, ο Ιππότης Πέτρος ποτέ Νικολάου Σταματόπουλος άφηνε πίσω του τα πλούτη, τη ματαιότητα και την κακία αυτού του εφήμερου κόσμου και τ’ αυλάκια της Αγιομαύρας. Ο θάνατός του ήταν για την πόλη και για ολόκληρο το νησί ένα γεγονός πολυσήμαντο και για τον εμποροκτηματιουχικό κόσμο της Αγίας Μαύρας μια μεγάλη απώλεια, αλλά και που σημαδεύει και την αρχή του τέλους των εμποροκτηματιών, μέσα απ’ τη νομοτελειακή ιστορική τους πορεία στο νησί.

Κάτω απ’ τη βαριά σκιά του πρότυπου.

Οι επίγονοι και διάδοχοι, γιοι του Κυρίου Πέτρου, ο Σπυρίδων, ο Επαμεινώνδας και ο Ανδρέας, εμποροκτηματίες, με ένα τίτλο που κληρονόμησαν απ’ τον πατέρα τους, κάτοικοι Λευκάδας, έπειτα από τέσσερα χρόνια πένθους και σκληρής εργατικής και εμπορικής πειθαρχίας, που τους είχε εμπνεύσει ο μεγάλος πατέρας, το φθινόπωρο του 1880, μοιράζουν… Αυτή είναι η πρώτη διανομή με την οποία οι διάδοχοι του Ιππότη Κυρίου Πέτρου μοιράζουν τα πλούτη μιας ολόκληρης εξηκονταετίας. Μπαίνουν στη διανομή όλα τα αστικά ακίνητα που βρίσκονται στην Αγία Μαύρα και στην Πρέβεζα της Ηπείρου. Τα αστικά φτάνουν στον αριθμό εβδομήντα δύο και τα αγροτικά στον αριθμό εξήντα έξη, σύνολο 138 ακίνητα «εν τη νήσω και εν τη ξένη…» -όπως λέει το συμβόλαιο.

Έξι χρόνια αργότερα, δηλαδή στα 1886, απ’ τους ίδιους γιούς γίνεται και μια δεύτερη μεγάλη διανομή… Με το συμβόλαιο αυτό μοιράζονται μόνο τα υπόλοιπα αγροτικά ακίνητα που βρίσκονται στην πλησιόχωρη πεδιάδα της Αμαξικής (δηλαδή στον κάμπο της πόλης) και στις Περιφέρειες των Κοινοτήτων Τσουκαλάδων, Καρυωτών, Κατούνας, Καλιγωνίου και Απόλπαινας. Τα λιοστάσα, χωράφια και αμπέλια που αναφέρονται στο δεύτερο αυτό διανεμητήριο, φτάνουν στον αριθμό εξήντα, με τρεις χιλιάδες ογδόντα πέντε λιόδεντρα, δηλαδή κάπου 15.000 κιλά κλαρί (με τους υπολογισμούς και τις περιγραφές του συμβολαίου). Τα ακίνητα της περιουσίας του Κυρίου Πέτρου που βρίσκονται στο Μεγανήσι και στην Κέρκυρα (στη φωλιά του γύπα) θα τα μοιράσουν οι κληρονόμοι των παιδιών του Ιππότη, δηλαδή τα εγγόνια του και τα ανιψίδια, μαζί με γόνους θηλυκού γένους, έπειτα από τριάντα οκτώ χρόνια, δηλαδή στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας.

Παρόλον ότι μπορεί κανείς να συμπεράνει πως οι διανομές μεγάλων περιουσιών είναι δείγματα παρακμής, γιατί επέρχεται διάσπαση και αποδυνάμωση της αρχικής περιουσιακής μάζας, ωστόσο, αυτό δεν μπορούμε να το πούμε και για τους επίγονους, για τους παρακάτω λόγους:

α) Και τα δύο παραπάνω συμβόλαια των διανομών, των χρόνων 1880 και 1886, μεταγράφτηκαν στα βιβλία μεταγραφών το έτος 1893, δηλαδή έπειτα από δεκατρία χρόνια απ’ το πρώτο και εφτά απ’ το δεύτερο. Αυτό, στη νομική γλώσσα, θα πει ότι οι διανομές δεν έγιναν για να μπορεί ο καθένας να πουλάει απ’ τη μερίδα του διαιρετά και ξεχωριστά, αλλά, για να ξεκαθαρίζονται τα «πράγματα» ευθύς εξαρχής (μια της αρχής, όπως λέγανε και οι μπουρανέλοι), μετά το χαμό του Ιππότη. Αν η επιθυμία των επιγόνων ήταν να πωλούν ακίνητα της μοιρασμένης περιουσίας τους, θα έπρεπε να είχαν σπεύσει να μεταγράψουν τον τίτλο τους. Με αμετάγραφο τίτλο δεν γίνεται αγοραπωλησία.

Το παραλιακό μέτωπο της Λευκάδας το 1932

Πιθανή συνολική άξια της περιουσίας του πρότυπου.

Η συνολική αξία της περιουσίας της πρότυπης εταιρίας «Πέτρος Σταματόπουλος και Υιοί», μέχρι της τελευταίας διανομής του έτους 1924, θα ήταν δύσκολο να υπολογισθεί, αν δεν βοηθούσαν τα διανεμητήρια συμβόλαια, που είναι μεταγραμμένα στα υποθηκοφυλακεία Λευκάδος, πρώην Ταφίων και Ελλομένου. Αυτό έχει καθοριστική σημασία για την εκτίμηση, γιατί η έρευνα δεν επεξετάθηκε και στα άλλα υποθηκοφυλακεία, όπως Βασιλικής (πρώην Απολλωνίων), Καρυάς, Πρεβέζης και Κερκύρας, στις περιφέρειες των οποίων υπήρχαν ακίνητα του Ιππότη Κυρίου Πέτρου και συνεπώς δε γνωρίζομε τις αξίες τους.

Όμως με όσες αξίες δίνουν οι επίγονοι στα διανεμητήρια συμβόλαια των ακινήτων της αρμοδιότητας του υποθηκοφυλακείου Λευκάδος, προκύπτουν τα παρακάτω:
Τα δύο πρώτα διανεμητήρια (1880 και 1886) αξιάζονται απ’ τους ίδιους τους κληρονόμους του Ιππότη Πέτρου, τους Σπυρίδωνα, Επαμεινώνδα και Ανδρέα, στο συνολικό ποσόν των δραχμών 450.000, δηλαδή 150.000 δραχμές για κάθε μερίδα [..]

Αν δεχτούμε ότι οι αξίες αυτές ήταν και οι πραγματικές (αντικειμενικές), προκύπτει ότι η αξία της περιουσίας, κατά το χρόνο του θανάτου του Ιππότη (1876) ανέρχεται στο ποσόν των δραχμών 450.000. Όμως απ’ τις δύο πρώτες διανομές (1880 – 1886) μέχρι τις άλλες, που μοιράζουν μόνον οι κληρονόμοι του Επαμεινώνδα, η εταιρία «Πέτρος Σταματόπουλος και Υιοί» (με την επωνυμία που τελεύτησε τον βίον της), δρούσε, αγόραζε και αποκτούσε ακίνητα και άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Η Πλατεία της Λευκάδας, 1925

Έτσι λοιπόν στο συμβόλαιο διανομής της κληρονομίας του Επαμεινώνδα προσδιορίζεται η αξία των διανεμόμενων στο συνολικό ποσόν των δραχμών (943.384). Αν υπολογισθεί και το μερίδιό του απ’ τη πατρική περιουσία, που ανέρχονταν στο προσδιοριζόμενο ποσόν των 150.000, μας δίνουν συνολικό ποσόν (1.093.384) δραχμών.

Απ’ όλ’ αυτά, μπορεί να πει κανείς, ότι αφού ο Επαμεινώνδας, στη τελευταία διανομή των επιγόνων του, είχε περιουσία πλέον του εκατομμυρίου, και τα άλλα δύο αδέλφια του (ο Σπυρίδων και ο Ανδρέας), είχαν άλλα τόσα, αφού μοίραζαν «κατ’ ίσας μερίδας». Συνεπώς η περιουσία των Σταματοπούλων ανέρχονταν, στη δεκαετία του 1920, στο συνολικό ποσόν των τριών εκατομμυρίων διακοσίων ογδοήκοντα χιλιάδων εκατόν πενήντα δύο (3.280.152) δραχμών. Ποσόν αξιοσέβαστον για την εποχή εκείνη των ολίγων «εκατομμυριούχων», που είχε την ευτυχία να φιλοξενεί η γηραιά Ευρώπη στα θησαυροφυλάκιά της…

Και αν κανείς αποπειραθεί ένα ταξίδι στα χρηματιστήρια του μεσοπόλεμου, τότε που η Λίρα Αγγλίας ήταν το παγκόσμιο νόμισμα, και υπολογιστεί κάθε Λίρα προς 25 ως 27 δραχμές κατ’ άξια, θα αιφνιδιαστεί για το συνολικό ποσό των εκατόν είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων ογδοήκοντα επτά Λιρών (121 .487), λεγόμενων Εδουάρδοι και Βικτωρίες. Και αν κανείς επισκεφτεί σήμερα το Χρηματιστήριο των Αθηνών, θα δει πως οι λεγόμενες λίρες χρυσές Αγγλίας, κοπής Εδουάρδου έτους 1922, ανέρχονται σε 6.000 δραχμές η μία. Οπότε η περιουσία του πρότυπου, σε σημερινές δραχμές, ανέρχεται στο «ταπεινό», όσο και να ναι, ποσόν των επτακοσίων είκοσι οκτώ εκατομμυρίων εννιακοσίων είκοσι δύο χιλιάδων (728.922.000) δραχμών ή των λεγομένων δολαρίων 10.413.171. Όλα, μεταξύ του μύθου και της πραγματικότητας…

Η τελευταία διανομή που σφραγίζει την κατάρρευση.

Στις 19 Οκτωβρίου 1924, ο Πέτρος και ο Έκτορας, παιδιά του Επαμεινώνδα Σταματόπουλου, κάνουν τη τελευταία τους διανομή. Είχαν μείνει «εν κοινωνία», δηλαδή δεν είχαν μεράσει τα μερίδιά τους με τη διανομή του Ιουλίου 1922. Αποτιμούν τη διανεμόμενη περιουσία τους στο ποσόν των δραχμών 414. 000. Απ’ τα 1925 αρχίζει η ανυπαρξία και ο αφανισμός του φαινόμενου των εμποροκτηματιών στη Λευκάδα. Τα ακίνητα που αγόρασε ο Ιππότης Κύριος Πέτρος πουλήθηκαν. Τα είχαν αγοράσει τα παιδιά εκείνων που τα είχαν πωλήσει στον Κύριο Πέτρο.

Δήμος Μαλακάσης: «Το Χρονικό των Εμποροκτηματιών στης Αγίας Μαύρας 1820-1920»

Προηγουμενο αρθρο
Μπρανέλος: Η αυτοβιογραφία μου
Επομενο αρθρο
Συνέντευξη τύπου του Τηλυκράτη

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *