HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΠολιτιστικοί και Εκπαιδευτικοί Αναβαθμοί

Πολιτιστικοί και Εκπαιδευτικοί Αναβαθμοί

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

[Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του κ. Δημήτρη Τσερέ στο 20ο Συμπόσιο της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών που έγινε στη Λευκάδα στις 31/7 – 1/8/2015 και είχε θέμα: «Αλλαγές κυριαρχιών, ρήξεις και νέοι θεσμοί στα Επτάνησα από το 1797 έως το 1915».]

Α. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΙ ΓΑΛΛΟΙ

IM000776.JPGΌταν καθορίστηκε το θέμα του παρόντος Συμποσίου και είδα τις εισηγήσεις, κατάλαβα ότι ανοίξαμε «μεγάλη φάμπρικα». Ξαναγύριζαν στο μυαλό μου δικές μου παλιές απορίες. Δεν μ’ άφηνε να ησυχάσω και ο Αρβανιτάκης, που επρόκειτο να είναι δίπλα μου αλλά, δυστυχώς θλιβερό καθήκον τον κράτησε μακριά μας: «Στη συλλογική μνήμη των νησιών του Ιονίου η σχεδόν διετής παρουσία των Δημοκρατικών Γάλλων συνιστά μια “μαύρη τρύπα”, ένα κενό…». Ύστερα ήταν και οι περί Ουσακώφ επτανησιακές παράτες – όχι αυτές καθαυτές (γι’ αυτές νομίζω ότι είχα απάντηση) όσο για τα αποτελέσματα που έφερε ο ερχομός ο δικός του και του συμμάχου του Καδήρ μπέη στα Επτάνησα.

Καλοκαίρι 1797. Ο Βοναπάρτης, στρατηγός της νικηφόρας γαλλικής στρατιάς στην Ιταλία, με σειρά προσωπικών αριστοτεχνικών μηχανορραφιών, ίδιον των πολύ μεγάλου μεγέθους ηγεμονικών φυσιογνωμιών, παρακάμπτοντας το Διευθυντήριο και χαράζοντας τη δική του άμετρα φιλόδοξη πορεία, αναγκάζει τη Γαληνότατη πρώτα εν μια νυκτί από αριστοκρατική πολιτεία να μεταβληθεί σε ακραιφνώς Δημοκρατική και ύστερα διαμοιράζει τα ιμάτιά της με την Αυστρία. Τα Επτάνησα αποτελούν πολύτιμο πιόνι στη σκακιέρα των προς Ανατολάς φιλοδοξιών του.

Μέσα από αυτή τη σκηνοθεσία όμως οι ως τότε απαγορευμένες λέξεις δημοκρατία, ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα βγαίνουν από το καβούκι τους και μπαίνουν με ηγεμονικές φιλοδοξίες στην αρένα του δημόσιου λόγου. Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο βηματισμός της ιστορίας γίνεται με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που θα ικανοποιούσε τον εκλεπτυσμένο ορθολογισμό ή τις ιδεολογικές ευαισθησίες του μελλοντικού ιστορικού!

Αφήνουμε τη μεγάλη εικόνα και επιστρέφουμε στο θέμα μας. Μέσα στο πλαίσιο των φλογερών φιλολαϊκών διακηρύξεών τους είναι απολύτως αναμενόμενο ότι οι Γάλλοι θα δώσουν πρωτεύουσα θέση στο ζήτημα της παιδείας και της εκπαίδευσης. Δεν νοείται «ισότητα» χωρίς δυνατότητα πρόσβασης του λαού στα αγαθά της εκπαίδευσης. Το πεδίο είναι ανοιχτό, γιατί σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης στα Επτάνησα επί Ενετοκρατίας δεν υπήρξε: Οι γόνοι της τοπικής αριστοκρατίας είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μια καθαρά ιταλική παιδεία• ελληνική στοιχειώδη εκπαίδευση παρείχαν ελάχιστα σχολεία που τα είχε ιδρύσει κάποια κοινότητα ή τα συντηρούσε κάποια ιδιωτική δωρεά• και κάποιοι επιφανείς λόγιοι παρείχαν στους μαθητές τους μια μορφή ανώτερης εκπαίδευσης.

Μέσα στο διάχυτο επαναστατικό κλίμα, μία από τις 8 Επιτροπές της «Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης», που θα εγκαθιδρύσουν οι Γάλλοι, στην Κέρκυρα τον Ιούνιο του 1797, είναι η «Επιτροπή Δημοσίας Εκπαιδεύσεως». Δηλώνεται έτσι ότι η εκπαίδευση είναι από τα πρώτα μελήματα των Γάλλων – αλλά μόνο σε επίπεδο προθέσεων: έως ότου διοργανωθούν οι υπηρεσίες της ΠΔΚ ο χρόνος έληξε.
Αν όμως η Επιτροπή Δημοσίας Εκπαιδεύσεως βραδυπορούσε, μέσα στο ενθουσιώδες έως προπαγανδιστικό κλίμα της διάδοσης των αρχών της Δημοκρατίας και της «διαπαιδαγώγησης του λαού» συστάθηκε τον Σεπτέμβριο του 1797 στην Κέρκυρα από επιφανείς πολίτες η «Πατριωτική Εταιρεία» (με ομολογημένο σκοπό της την απελευθέρωση του λαού από τις προλήψεις και την αμάθεια) και λίγο μετά η «Συνταγματική Λέσχη», με σύνθημα την άμεση ανατροπή των πάντων ακόμα και της θρησκείας. Η ακμή των δύο αυτών εταιριών, που δημοσίευαν τα πονήματα των μελών τους στη νεότευκτη τυπογραφία του νησιού, υπήρξε βραχύβια: η δράση τους ατόνησε, όταν οι Γάλλοι, πιεζόμενοι οικονομικά, αποκάλυψαν κάτω από το προσωπείο του ελευθερωτή το προσωπείο του κατακτητή.

Στο διοικητικό σχήμα των Επτανήσων μετά τη συνθήκη του Campo-Formio (Οκτώβριος 1797), γίνεται και πάλι εμφανές ότι σε επίπεδο προθέσεων η εκπαίδευση αποτελεί βασικό μέλημα των Γάλλων: Στο πενταμελές συμβούλιο διοίκησης του κάθε νομού προβλέπεται το ενδέκατο από τα δώδεκα τμήματά του να έχει αντικείμενο τη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση.

Το νέο σύστημα διοίκησης και μαζί του οι σχεδιασμοί για σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης δεν προχώρησε. Υπήρξαν μόνο μεμονωμένες ενέργειες. Με απόφαση της Administration Centrale της Κέρκυρας, της 28.12.1797, αποφασίστηκε η ίδρυση δύο γαλλικών σχολείων στην «έδρα κάθε δήμου», ετήσιας φοίτησης, οι απόφοιτοι των οποίων θα ήταν οι μόνοι που θα δικαιούνταν να αποσταλούν στο Παρίσι για σπουδές και θα προτιμούνταν να προσληφθούν ως υπάλληλοι του Δημοσίου. Την 05.01.1998 έγιναν τα εγκαίνια του Γαλλικού Σχολείου στην Κέρκυρα και λίγο αργότερα το πρόγραμμά του εμπλουτίστηκε με μαθήματα που διδάσκονταν στα σχολεία της Γαλλίας. Δεν ξέρουμε όμως αν λειτούργησαν τα σχολεία αυτά στα άλλα νησιά.

Μέσα στο κλίμα για την αναβάθμιση του πολιτιστικού επιπέδου τον Μάιο του 1798 ιδρύθηκε στην Κέρκυρα, με προσωπική παρέμβαση του Γενικού Επιτρόπου Κομεϋρά, Βιβλιοθήκη 4.000 τόμων, από τα βιβλία των μονών που είχαν δημευθεί για να χρηματοδοτηθεί η ίδρυση σχολείων. Στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και η σπουδή των Γάλλων να ιδρύσουν τυπογραφεία στα Επτάνησα: η μόρφωση του λαού έρχεται και με την εκτύπωση βιβλίων, εφημερίδων και άλλων εγγράφων με μορφωτικό περιεχόμενο.
Εν κατακλείδι: επί Γάλλων Δημοκρατικών ο προς την εκπαίδευση του λαού διακηρυχθείς ζήλος βάλτωσε στον χώρο των προθέσεων αυτός ο αναβρασμός όμως ευαισθητοποίησε συνειδήσεις και γονιμοποίησε το έδαφος για μελλοντικές καρποφορίες.

Β. ΕΠΤΑΝΗΣΟΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Το φθινόπωρο του 1798 οι Γάλλοι έχουν χάσει τα Επτάνησα. Οι Επτανήσιοι, ενάμιση χρόνο μετά τις φιέστες της υποδοχής των ελευθερωτών Γάλλων, ρίχνουν στο πυρ το εξώτερο τους παλιούς και υποδέχονται με νέα πανηγύρια τους νέους ελευθερωτές, δηλαδή τον ενωμένο ρωσσουτουρκικό στόλο του Ουσακώφ και του Καδήρ Μπέη, που έρχεται να υλοποιήσει στα Επτάνησα την πολιτική της παρά φύσιν συμμαχίας της Οθωμανικής Πύλης και της ομόδοξης Ρωσίας (αυτόν τον σκαιό λογικό σολοικισμό κατά τον ιστορικό της εποχής αυτής Γεράσιμο Μαυρογιάννη). Ιδρύεται η «Επτάνησος Πολιτεία». Τότε άρχισε ουσιαστικά και η προσπάθεια για την καθιέρωση της δημόσιας εκπαίδευσης στα Επτάνησα. Το έδαφος είχε ήδη γονιμοποιηθεί: ο φόβος της επίδρασης των επαναστατικών διακηρύξεων των Γάλλων, οδηγεί τους νέους επικυρίαρχους σε ανοίγματα πολιτικά και εκπαιδευτικά αδιανόητα υπό άλλες συνθήκες – ανοίγματα τα οποία αποτελούσαν την υλοποίηση των υποσχέσεών τους προς τους Επτανήσιους, όταν τους καλούσαν, με την αποφασιστική συνδρομή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, να εκδιώξουν από τα νησιά τους «άθεους» Γάλλους και θα «αμειφθούν» γι’ αυτό.

Συγκεκριμένα, η δημόσια εκπαίδευση καθιερώθηκε θεσμικά με τα άρθρα 73 και 113 του Συντάγματος του 1803. Την κεντρική κρατική ευθύνη την έχει το Τμήμα Εσωτερικών της Γερουσίας και την τοπική η Τοπική Κυβέρνηση κάθε νησιού. Σημειωτέον ότι και στο Σχέδιο Συντάγματος της «Ονοράδας», που είχε συνταχθεί το 1801, γίνεται λόγος για την ίδρυση ενός «δημόσιου σχολείου» στην Κέρκυρα.

Οι βασικές πηγές, επί των οποίων στηριζόμαστε για να εξακριβώσουμε την οργάνωση της εκπαίδευσης στα χρόνια της Επτανήσου Πολιτείας είναι:

O Νόμος της 30ης Ιανουαρίου/12ης Φεβρουαρίου 1804.
Το 99 θέσπισμα της 11.05.1804 της Γερουσίας.
Ο Κανονισμός της Δημόσιας Εκπαίδευσης της Γερουσίας της 22. 01.1806.
Τα τεκμήρια για το Προκαταρτικό Σχολείο Λευκάδας, που ανακάλυψε στο Αρχειοφυλακείο Λευκάδας ο Ροντογιάννης και τα δημοσίευσε στο βιβλίο του Η εκπαίδευση στη Λευκάδα 1613-1950.
Τα αρχειακά τεκμήρια που έχουν αξιοποιήσει οι διάφοροι ερευνητές για τα Σχολεία των άλλων νησιών.

Παρενθετικά, να πούμε ότι, χάρη στην ερευνητική ικανότητα του Ροντογιάννη, η γνώση μας για την εκπαίδευση στη Λευκάδα αυτής της περιόδου, ειδικά για τα Προκαταρκτικά Σχολεία, είναι πληρέστερη από ότι στα υπόλοιπα νησιά.

Ο Νόμος της 30ης Ιανουαρίου/12ης Φεβρουαρίου 1804 προέβλεπε τη σύσταση δύο Προκαταρκτικών Σχολείων αρρένων (ονομασία: scuola Primaria), σχολείων μέσης εκπαίδευσης θα τα λέγαμε σήμερα, σε καθένα από τα 3 μεγάλα νησιά (Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθος) και ενός σε κάθε μικρότερο (Λευκάδα, Ιθάκη, Κύθηρα, Παξοί). Των τριών μεγάλων νησιών θα ήταν τετρατάξια, των υπόλοιπων τριτάξια. Τα Σχολεία των 3 μεγάλων νήσων και της Λευκάδας θα χωρίζονταν σε τρία τμήματα: Γραμματικής, Φιλολογίας και Φιλοσοφίας. Τα σχολεία Παξών, Ιθάκης και Κυθήρων θα είχαν μόνο τα δύο πρώτα τμήματα με την προοπτική να προστεθεί και το τρίτο, «όταν οι συνθήκες ευνοήσουν». Και η διδακτέα ύλη επίσης των τριών μικρότερων νησιών διαφοροποιούνταν από τη διδακτέα ύλη των τεσσάρων άλλων.

Πρόσθετο άρθρο του Νόμου υποχρεώνει το Νομοθετικό Σώμα, που θα συνερχόταν το 1806, να συστήσει Γυμνάσιο των Επιστημών και της Φιλολογίας στην Κέρκυρα και Ναυτική Σχολή στην Κεφαλλονιά.

Το 99ο θέσπισμα της Γερουσίας της 11.05.1804 προβλέπει τα της στοιχειώδους εκπαίδευσης, της λεγόμενης ενοριακής: σύσταση 40 ενοριακών σχολείων (από 10 σε Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο, 4 στη Λευκάδα, και από 2 στα υπόλοιπα νησιά). Τα ενοριακά σχολεία θα λειτουργούσαν και στις πόλεις και στην ύπαιθρο εντός των ναών. Το θέσπισμα αυτό ήλθε να συμπληρώσει ο Κανονισμός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως του 1806, σύμφωνα με τον οποίο οι εφημέριοι ήταν υποχρεωμένοι να παραχωρούν τους ναούς για τη λειτουργία των ενοριακών σχολείων και να διδάσκουν οι ίδιοι επί ποινή απολύσεως σε περίπτωση που θα αρνούνταν να ασχοληθούν με την εκπαίδευση των μαθητών. Για την εργασία τους θα έπαιρναν κάποια αμοιβή από το Κράτος.

Ο πολυσέλιδος Κανονισμός της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως του 1806 επιβεβαιώνει τα ανωτέρω.
Οι αρχειακές μαρτυρίες τώρα μας βεβαιώνουν ότι οι προβλέψεις αυτές δεν έμειναν στα χαρτιά: Το ΠΣ Λευκάδος, έχοντας τα τρία προαναφερθέντα τμήματα, άρχισε τις εγγραφές των μαθητών του τον Ιούλιο του 1806. Γράφτηκαν 73 μαθητές. Πρώτοι διδάσκοντες επιλέχτηκαν ο Γεώργιος Σκλαπάνης, υπεύθυνος για το Τμήμα Γραμματικής, διδάσκαλος της Αρχαίας Ελληνικής και της Νέας Ελληνικής γλώσσας και ο σπουδαίος γάλλος λόγιος Ιωάννης Wassan, υπεύθυνος για το Τμήμα Φιλοσοφίας, διδάσκαλος της Φιλοσοφίας, της Λατινικής γλώσσας, της Ιστορίας και της Ρητορικής. Το Τμήμα Φιλολογίας δεν είχε υπεύθυνο και προσωρινά κάλυπτε τη θέση ο Wassan.

Γνωρίζουμε επίσης ότι από την 15.11.1805, ήτοι πριν από τη δημοσίευση του Κανονισμού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως του 1806, άρχισε να λειτουργεί το «Δημόσιο Σχολείο» (Scuola Pubblica) των Κυθήρων και από την 07.05.1806, ήτοι μετά τη δημοσίευση του Κανονισμού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως του 1806, η «Δημόσια Σχολή» της Ζακύνθου. Παρατηρούμε πρώτον ότι οι ονομασίες των σχολείων των Κυθήρων και της Ζακύνθου διαφέρουν και μεταξύ τους και με την ονομασία του σχολείου της Λευκάδας αλλά από τη μελέτη των σχετικών με τη λειτουργία τους στοιχείων είμαστε βέβαιοι ότι ανήκουν στον τύπο του Προκαταρκτικού Σχολείου• και δεύτερον ότι ο χρόνος έναρξης των σχολείων αυτών ποικίλει από νησί σε νησί, γεγονός κατανοητό για μια εποχή όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα επιβολής ομοιομορφίας και συγχρονισμού του συστήματος από έναν κεντρικό μηχανισμό.

Για το ΠΣ Κέρκυρας τα πράγματα είναι μπλεγμένα και οι ονομασίες προκαλούν σύγχυση. Είναι βέβαια αδύνατο να μη συστάθηκαν στην πρωτεύουσα του Κράτους σχολεία ομόλογα εκείνων που συστάθηκαν στα άλλα νησιά. Το πρόβλημα είναι ότι τα δημοσιευμένα κριτήρια δεν αναφέρουν την ονομασία Προκαταρκτικό Σχολείο. Τι λένε οι μαρτυρίες; Ότι στην Κέρκυρα λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1805, κατόπιν επίμονων προσπαθειών του Γραμματέα της Επικράτειας και μετά Επιθεωρητή επί της Εκπαιδεύσεως Ι. Καποδίστρια Ελληνικό Σχολείο γνωστό ως «Σχολή Τενέδου» (ονομάστηκε έτσι, διότι στεγαζόταν δίπλα στον καθολικό ναό, στον οποίο υπήρχε μία εικόνα της Παναγίας, που είχε μεταφερθεί από την Τένεδο) το πρόγραμμα της οποίας μοιάζει, έτσι γενικόλογα όπως περιγράφεται, κατά πολύ με το πρόγραμμα των ΠΣ αλλά προορισμένη, σύμφωνα με τις πηγές, να επιμορφώσει τους δημοσίους υπαλλήλους – στο διδακτικό της προσωπικό ο Χριστόφορος Περαιβός και ο Ανδρέας Ιδρωμένος. Από τον ιστορικό της επτανησιακής εκπαίδευσης Σπυρ. Θεοτόκη πάλι έχουμε την πληροφορία ότι επί Επτανήσου Πολιτείας λειτουργούσε στην Κέρκυρα «ανώτερον σχολείον ή γυμνάσιον», το οποίο ονομάσθηκε «Αυτοκρατορικόν» επί των Αυτοκρατορικών Γάλλων. Είναι το Γυμνάσιο αυτό το αντίστοιχο των ΠΣ των άλλων νησιών; Άλλοι, χωρίς καμία τεκμηρίωση, ταυτίζουν τη Σχολή Τενέδου με το «Αυτοκρατορικό Γυμνάσιο». Είναι φανερό ότι το αρχείο της Κέρκυρας πολύ απέχει από του να έχει εξαντλήσει την πληροφοριοδοτική του ικανότητα επί του συγκεκριμένου θέματος.

Για την εξεύρεση πόρων προς συντήρηση της δημόσιας εκπαίδευσης με τον Νόμο της 18ης Φεβρουαρίου 1804 (π.η.) αποφασίστηκε η δήμευση ή η φορολόγηση των μοναστηριακών κτημάτων. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον επί του προκειμένου ότι σε σχετικό προγενέστερο (27.04.1803) θέσπισμα της Γερουσίας, προς λήψη μιας τέτοιας απόφασης, προβάλλεται το επιχείρημα: «Είναι γνωστόν ότι εις άλλα κράτη κατηργήθησαν μοναστήρια ανδρών και γυναικών τα δε κτήματα αυτών εδημεύθησαν και επωλήθησαν υπέρ διαφόρων δημοσίων αναγκών» αντλημένο προφανώς από το γαλλικό παράδειγμα. Επισημαίνω ότι οι νυν κρατούντες, ιδεολογικοί αντίπαλοι των «άθεων» Γάλλων, επικαλούνται το παράδειγμά τους και μάλιστα στο πολύ σημαντικό για την φιλικά διακείμενη προς αυτούς Εκκλησία ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ενδιαφέρων ο προφανής πολιτικός αμοραλισμός αλλά πιο ενδιαφέρουσα η πιθανή αιτιώδης σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν τον αμοραλισμό και στην ανάγκη να αντιπαραθέσουν μέτρα αντίρροπα στα επικίνδυνα συνθήματα περί ισότητας που είχαν πρόσφατα εξεγείρει τα πνεύματα – φαίνεται ότι η γαλλική απειλή επηρεάζει την πολιτική τους και μετά την εκδίωξη των τελευταίων από τα Επτάνησα.

Στη Λευκάδα δεσμεύτηκαν τα εισοδήματα των μονών Αγίου Γεωργίου Μπισά (στο Μαραντοχώρι), Κόκκινης Εκκλησιάς, Ασωμάτων και Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι της Καρυάς. Η ετήσια δαπάνη, που καθόρισε η Γερουσία για τη λειτουργία του ΠΣ Λευκάδας, που έπρεπε να αντληθεί από τα κτήματα των μονών, ανερχόταν στα 1203 τάληρα ετησίως.

Την 7η Σεπτεμβρίου 1806 η Γερουσία αποφάσισε να συστήσει σε κάθε νησί μια δημόσια βιβλιοθήκη και να διανείμει σ’ αυτές τα βιβλία που προέρχονταν από δωρεές των Ζωσιμάδων και αγορές της Κυβέρνησης.
Και τέλος να σημειώσουμε ότι η πολιτεία έδινε τη δυνατότητα σε ιδιώτες να συστήσουν ιδιωτικά σχολεία, όπως προκύπτει από τα αρχειακά τεκμήρια.
Ανακεφαλαιώνοντας και συνοψίζοντας όλες τις πληροφορίες για την εκπαίδευση επί Επτανήσου Πολιτείας, κυρίως των Προκαταρκτικών Σχολείων:

Πρώτον: έγινε προσπάθεια για μια συνολική λύση του εκπαιδευτικού ζητήματος, εντός των δεδομένων συνθηκών. Σε αυτό συνηγορεί και η σύσταση μηχανισμού εποπτείας, όπως προκύπτει από τον Κανονισμό της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως του 1806 και άλλα τεκμήρια.

Δεύτερον: Οι ονομασίες των ΠΣ ποικίλουν από νησί σε νησί.

Τρίτον: Η έναρξη λειτουργία τους δεν είναι ταυτόχρονη.

Τέταρτον: Η προσπάθεια αυτή αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες και γιατί η Διοίκηση δεν είχε την ικανότητα, που απαιτούνταν, και γιατί η κοινωνία δεν την υποδέχτηκε με την προθυμία που έλπιζαν οι εμπνευστές της.

Και κλείνοντας το κεφάλαιο της Επτανήσου Πολιτείας να σημειώσουμε την έκδοση στην Κέρκυρα (στο τυπογραφείο, το οποίο είχαν φέρει οι Γάλλοι) εφημερίδων και περιοδικών και τη σύσταση, πάλι στην Κέρκυρα, της «Εταιρείας των φίλων», μιας κίνησης διανοούμενων ή απλώς φιλόμουσων ατόμων, που συγκεντρώνονταν στα σπίτια τους εκ περιτροπής και διάβαζαν «φιλολογικά έργα κλασσικών ή πρωτόλεια πεζού λόγου ή εμμέτρου των εταίρων. Οι συγκεντρώσεις αυτές κατέληγον εις συμπόσιον…» .

Γ. ΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΙ ΓΑΛΛΟΙ-ΑΓΓΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

Το 1807 με τη συνθήκη του Τίλσιτ τα Επτάνησα προσαρτώνται στη Γαλλία. Παρά ταύτα, η δημόσια διοίκηση, στην οποία λογίζεται και ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, παρέμεινε όπως ήταν και ένας «Προσωρινός Κυβερνητικός Οργανισμός» προσπαθεί εκ των ενόντων να ρυθμίσει τη νέα κατάσταση.
Οι Γάλλοι στη δεύτερη σύντομη παρουσία τους, διαφορετική χρονικά σε κάθε νησί, έδειξαν για την εκπαίδευση το ενδιαφέρον που είχαν δείξει και οι Δημοκρατικοί Γάλλοι. Δεν ίδρυσαν νέα σχολεία αλλά τα ήδη υπάρχοντα συνέχισαν τη λειτουργία τους. Μας διασώθηκε ένα σχέδιο για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, που σύνταξε το Τμήμα Εσωτερικών της Γερουσίας, το οποίο όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Τα αρχειακά τεκμήρια μάς πιστοποιούν ότι και μετά το 1807 συνεχίζουν να λειτουργούν και το ΠΣ Λευκάδος (τουλάχιστον ως το 1819, παρά τη φυγή του σπουδαίου Wassan από το 1809) και το «Δημόσιο Σχολείο» των Κυθήρων και η «Δημόσια Σχολή» της Ζακύνθου. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, συνεχίζουν να λειτουργούν στην Κέρκυρα η Σχολή της Τενέδου και το «Αυτοκρατορικό Γυμνάσιο».

Οι αδήριτες οικονομικές ανάγκες του γαλλικού στρατού κατοχής οδήγησαν την Κυβέρνηση του Κράτους, με διάταγμά της (19η.09.1809), να μετατρέψει σε κρατικά τα κτήματα των μονών, που είχαν δημευτεί για τη συντήρηση της δημόσιας εκπαίδευσης, και να διαθέσει τις προσόδους από αυτά για τις ανάγκες του γαλλικού στρατού. Στη Λευκάδα πάντως οι Άγγλοι, ένα χρόνο αργότερα, αποκαθιστούν τα τέσσερα μοναστήρια, που η περιουσία τους, είχε δημευτεί επί Επτανήσου Πολιτείας αλλά η ίδια απόφαση καθορίζει ότι και οι μονές αυτές πρέπει να συνεισφέρουν ένα ποσόν ετησίως για τις δαπάνες της δημόσιας εκπαίδευσης και ειδικότερα του ΠΣ Λευκάδας.

Για την ενοριακή εκπαίδευση την περίοδο αυτή η βιβλιογραφική συγκομιδή είναι ισχνή: οι πιο αξιόπιστοι επί του προκειμένου συγγραφείς περιορίζονται στη γενική διαπίστωση: «…τα ήδη υπάρχοντα συνέχισαν τη λειτουργία τους».

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση την εποχή των Αυτοκρατορικών Γάλλων αποτελεί η ίδρυση στην Κέρκυρα το 1808, με τη συνεργασία των Γάλλων και εγχώριων πνευματικών δυνάμεων, της «Ιόνιας Ακαδημίας», της λεγόμενης πρώτης ή «γαλλικής» Ιόνιας Ακαδημίας προς διάκριση από την Ιόνιο Ακαδημία, που ιδρύθηκε το 1824 επί Γκίλφορδ.

Παρότι έχει γραφεί ότι η Ακαδημία αυτή συνιστά την πρώτη προσπάθεια πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στα Επτάνησα, επρόκειτο για ένα σωματείο γενικής πνευματικής καλλιέργειας, που οι δομές και η λειτουργία του δεν αντιστοιχούν στα αντίστοιχα ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ο κανονισμός της προέβλεπε τη διοίκησή να την ασκεί αιρετό συμβούλιο, μέλη τακτικά και αντεπιστέλλοντα και εταίρους-μαθητές. Γλώσσα της Ακαδημίας ήταν η ιταλική, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Κοραή. Ο σκοπός της είναι ένα κράμα που ξεκινά από εντελώς πρακτικές επιδιώξεις και φθάνει σε υψηλές θεωρητικές αναζητήσεις όπως η αναβίωση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Αυτά είναι όσα συνέβησαν κατά την εποχή αυτή στα Επτάνησα στον τομέα που μας ανατέθηκε να ερευνήσουμε – αυτά είναι όσα μας διέσωσαν οι πηγές.

Ειδικότερα, όσα εξέθεσα αποτελούν εράνισμα από τις βιβλιογραφικές πηγές: από τη μελέτη, τον συνδυασμό, τη σύγκριση και την αξιολόγηση των περισσότερων, αν όχι όλων, που έχουν γραφεί για την εκπαίδευση της Επτανήσου κατά την υπό εξέταση περίοδο: μια σωστή έρευνα στα επτανησιακά αρχεία (πρωτίστως, της Κέρκυρας), είναι βέβαιο ότι θα φέρει στο φως άγνωστα ως τώρα τεκμήρια. Αλλά μια έρευνα δομική, που θα πατάει στις κατακτημένες γνώσεις, θα εντοπίζει τα κενά και θα έχει ως τελικό ζητούμενο την κατάρτιση μιας σφαιρικής εικόνας και στο επίπεδο των προθέσεων και στο επίπεδο των εφαρμογών.

Τώρα που τελειώσαμε με τα realia του ερευνητέου πεδίου, ας κλείσουμε με ορισμένες συγκεντρωτικές επισημάνσεις και ερωτήματα επί του εκπαιδευτικού και πολιτιστικού:

Το ιταλικό πλαίσιο της ιόνιας πολιτιστικής παράδοσης δεν θέλησαν ή δεν πρόλαβαν να το αμφισβητήσουν οι διαδοχικοί κυρίαρχοι αυτής της περιόδου, όσο κι αν διακήρυξαν την ανάγκη στήριξης της ελληνικής παιδείας και γλώσσας παραχωρώντας θεσμούς, χώρους και μέσα για τη βελτίωσή τους.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η εκπαίδευση (υπό την πίεση του εθνοτικού προτάγματος) είναι ελληνική στον κορμό των μαθημάτων της με συμπληρωματικά μαθήματα ιταλικής, γαλλικής, αγγλικής (ανάλογα με την περίοδο).
Η προσπάθεια στήριξης της ελληνοφωνίας και της ελληνογραφίας (πάλι υπό την πίεση του εθνοτικού προτάγματος) δεν είχε τα ανάλογα αποτελέσματα μπροστά ευκολίες της ιταλικής και τις εκλεπτύνσεις που της εξασφάλιζε η κουλτούρα της ιταλικής χερσονήσου.
Γλώσσα: Η καθαρεύουσα, ως μέση οδός, όπως διακηρύχθηκε από τον Κοραή, επικράτησε και στα Επτάνησα (υπερνικώντας την αντίδραση των εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής) όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα – και αυτό είναι απόδειξη των κοινών μέσων όρων της επτανησιακής και ελλαδικής εκπαίδευσης.
Και ένα τελευταίο: ο προφορικός, ο γραπτός και ο τυπωμένος λόγος των γαλλικών προκηρύξεων και οι συμβολισμοί και οι παραστάσεις στο δημόσιο χώρο άφησαν κάτι; Έχει δίκιο π.χ. ο Κ.Θ. Δημαράς να εικάζει ότι εδώ εντοπίζονται κάποιες «πηγές της έμπνευσης του Κάλβου» τεκμαίροντας ότι η προσφιλής λέξη «αρετή», βασικό στοιχείο της ποίησής του, πρέπει να χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του πεντάχρονου (το 1797) Ανδρέα Κάλβου καθώς την άκουγε να επαναλαμβάνεται στην προκήρυξη των Γάλλων δημοκρατικών; To ίδιο οι αρχαιοπρεπείς τελετές και τα ονόματα; Μια προσεκτική μελέτη θα μπορούσε να μας πει κάτι σχετικό με τον Δ. Σολωμό που ζει μέσα σ’ αυτό το κλίμα τα 10 πρώτα χρόνια της ζωής του;

Τα ερωτήματα μπορούν συνεχιστούν. Έχει στερέψει όμως η κλεψύδρα, κύριε Πρόεδρε

Προηγουμενο αρθρο
Το νέο Λεύκωμα των Γιορτών Λόγου και Τέχνης – Έκθεση Αφισών
Επομενο αρθρο
Εγκαίνια του νέου τέμπλου στην Ιερά Μονή Αγίων Πατέρων

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *