HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΠρωτοχρονιάτικα ήθη και έθιμα της Λευκάδας

Πρωτοχρονιάτικα ήθη και έθιμα της Λευκάδας

101Οι μέρες από τα Χριστούγεννα μέχρι την Πρωτοχρονιά κυλούσαν με τη συνηθισμένη απασχόληση και εργασία του καθενός. Μόνο τα σκολιταρούδια χαίρονταν καθισιό. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς άρχιζε πάλι η αλλαγή της σειράς. Έτσι, όσοι γύριζαν από τα κτήματά τους έφερναν κι από μια κουτσούνα, που την τοποθετούσαν στο κατώγι πάνω σε γιομάτο βαγένι ή καπάσα με λάδι, ή, και όχι σπάνια, την κρεμούσαν σ’ ένα πατωμάτερο. Στην πόλη, πάλι, τις κουτσούνες τις έπαιρναν από πλανόδιες παιδοπαρέες και τις έβαναν συνήθως στην κουζίνα.

Το απόγευμα έφκιαναν την πίτα, τη λεγόμενη λαδόπιτα ή βασιλόπιτα, που είναι το καθιερωμένο γλύκισμα των ημερών. Πίτα έφκιαναν όλοι, εκτός από τους λυπημένους. Γι’ αυτούς θα ‘διναν οι άλλοι, οι συγγενείς τους κυρίως.

Πάντρεμα της φωτιάς

201Το βράδυ της παραμονής, κατά το σούρουπο, έκαναν το «πάντρεμα της φωτιάς» στη σπιτική γωνιά. Δηλαδή πόστιαζαν στο τζάκι απ’ όλα τα ξύλα, ελιά, συκιά, πουρνάρι, αμπελόβεργες, σκίνο κ.ά. κι ύστερα τα ράντιζαν με κρασί, λάδι και ξίδι. Κι αυτό για το καλό του σπιτιού τους. Το πάντρεμα της φωτιάς το ‘καναν κι αλλιώς: Ο νοικοκύρης έπαιρνε ένα ίσιο και χοντρό ξύλο, το αρσενικό αυτό, και ένα άλλο με παρακλάδια κοντόχοντρο το θηλυκό- κι αφού τα πόστιαζε στη γωνιά ζευγαρωμένα, το ‘να δίπλα στ’ άλλο δηλαδή, τα ράντιζε με λάδι και κρασί, για να φύγουν τα παγανά, όπως λένε τους Καλικάντζαρους.

Σε μερικά χωριά, όπως στα Χορτάτα π.χ. και στο Μανάσι, το πάντρεμα γινόταν την παραμονή των Φώτων. Σε άλλα πάλι χωριά, καθώς και στην πόλη γινόταν την παραμονή των Χριστουγέννων. Σ’ αυτή την περίπτωση ράντιζαν τα ξύλα, στην όποια μορφή τους, με κρασί απ’ το μπουκάλι ή κολοκύθι, που πάνω του έκοβαν το Σταυρό.

Το έθιμο του παντρέματος της σπιτικής φωτιάς μάς περιγράφει ποιητικά και ο Αριστοτ. Βαλαωρίτης στο «Φωτεινό»:

Βλέπεις φωτιά, πατέρα;
ούτε Χριστουγεννιάτικη! Την πάντρεψες ο ίδιος
το βράδυ την παραμονή, την πότισες με λάδι, τη ράντισες κρασί παλιό….

Κάλαντα

104Το πρωί της πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα κάλαντα. Οι νοικοκυρές τούς έδιναν, για το καλό, χρήματα, πίτα κ.ά. φιλέματα. Στη χώρα έβγαιναν την παραμονή, μα όχι μόνον τα παιδιά. Γύριζαν και οι μεγάλοι. Έτσι, οι ψαράδες των παραλιακών συνοικιών έφκιαναν μια μικρή βάρκα, τη φώτιζαν, τη στόλιζαν όμορφα και κρατώντας την στα χέρια, έψαλαν τα κάλαντα. Μπροστά πήγαινε ο αρχηγός των καλαντάρηδων μ’ ένα πορτοκάλι στα χέρια, που συνήθως το τοποθετούσαν μέσα σε πιατέλο στρωμένο με κεντητό πετσετάκι. Μαζί τους είχαν κι ένα φωνόγραφο «για να τα λέει, μελωδικά!». Χτυπούσαν τις πόρτες κι έλεγαν: «Να τα πούμε;» — «Πέστε Τα, ψυχούλα μου», ακουόταν η απάντηση από μέσα.

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία,
Βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομίλει:
Βασίλη μ’, πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
Από το σπίτι μ’ έρχομαι και στο σκολειό πηγαίνω.
Βασίλη, αν ξέρεις γράμματα, πες μας την Άλφα-Βήτα.

Και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την Άλφα-Βήτα.
Μα το ραβδί του ήταν ξερό κι εβλάστησε κλωνάρια
και στα κλωνάρια εκάθονταν πουλιά και κελαηδούσαν
και τα εβλόγαε ο Χριστός, Χριστός και Παναγία.
Και του χρόνου νάσαστε όλοι καλά.

Τα τελευταία χρόνια επικράτησε να λένε στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς το παρακάτω καλαντικό άσμα, γνωστό πια στο Πανελλήνιο. Το ψάλλουν τα παιδιά με τα τριγωνάκια τους, μοναχικά ή σε παρέες, το παίζει η Φιλαρμονική, οι γυφτοπαρέες με τα κλαρίνα τους, αλλά καμιά φορά και Σωματειακές χορωδίες:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
ψηλή μου δεντρολιβανιά,
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά και άγιος θρόνος.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δε μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ’ σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστάει ‘κόνα και χαρτί,
χαρτί και καλαμάρι
δες κι εμέ, δες κι εμέ το παλικάρι.

Διάνα

Στη Χώρα υποδέχονταν -όπως και σήμερα κάνουν- το νέο χρόνο με το έθιμο της Διάνας, στο οποίο πρωταγωνιστεί η Φιλαρμονική, η οποία άλλωστε και οργανώνει και εκτελεί την όλη εκδήλωση. Διάνα, θα πει «εωθινός», εωθινός ύμνος, τραγούδι, προσευχή κ.λ.π.

84 Η Μπάντα της ΦΕΛ 84στη δοξολογία για το Νέο ΄Ετος ...κάπου πριν 55 χρόνια νουμερο 53

Οι μουσικοί της μπάντας συγκροτημένοι σε σώμα με επικεφαλής τον αρχιμουσικό της και με τη συνοδεία μελών του Δ. Συμβουλίου γυρίζουν στους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης ψάλλοντας με πολύν ενθουσιασμό και ζωηρό τόνο τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Είναι οι Εωθινές ευχές που συνήθιζε να δίνει μ’ αυτόν τον τρόπο στους Λευκαδίτες, από την εποχή που ιδρύθηκε. Η διάνα είναι πιθανότατα κατάλοιπο από την εποχή της Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας. Την μπάντα ακολουθούν πολλοί από τους κατοίκους της πόλεως, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, κυρίως όμως νέοι. Και την ακολουθούν «αλαλάζοντες και θορυβούντες ατάκτως και εν πλήρει ελευθερία». Φωνές, τραγούδια, σφυρίχτρες, καραμούζες κ.ά. παρόμοια. Γίνεται πανδαιμόνιο. Σωστό όργιο μπορεί να πει κανείς, που, μάλιστα, δεν περιορίζεται πάντα σε αβλαβείς εκδηλώσεις. Στο διάβα τους κάνουν τα πιο απίθανα χοντροαστεία.

Παίρνουν π.χ. βάρκες κ.ά. μικρά πλεούμενα από την παραλία και τα μεταφέρουν στην Κεντρική Πλατεία. Αναποδογυρίζουν βαρέλια με ασβέστη και τα κυλάνε στους δρόμους. Τσακίζουν τις στάμνες των κοριτσιών, αν τύχει και βρεθούν στο συναπάντημά τους, που πάνε στις βρύσες να πάρουν το αμίλητο νερό, κλωτσάνε τενεκέδες, σπάζουν δοχεία, φράζουν δρόμους με δοκάρια κ.λπ. Ό,τι βρεθεί μπροστά τους δε γλιτώνει. Αλλά και μεταξύ τους αλληλοπειράζονται άσκημα. Πάντα όμως χωρίς παρεξηγήσεις, καυγάδες και επεισόδια. ‘Όλα γίνονται για το καλό. Πολλοί θεωρούν το έθιμο βάρβαρο. Εντούτοις το συνεχίζουν, μα όσο πάει πιο
εξευγενισμένο… που θα πει ξεθωριασμένο.

Αμίλητο νερό

37Νυχτιάτικη όμως έξοδο, ξημερώνοντας η Πρωτοχρονιά, δεν έκανε μόνο η μπάντα με τη Διάνα, αλλά και μερικές κοπέλες, στη Χώρα και στα χωριά, (εδώ σπανιότερα) που πήγαιναν για το αμίλητο νερό: Άνοιγαν αθόρυβα την Πόρτα και χωρίς να βγάνουν άχνα, πήγαιναν με μια στάμνα ή μαστραπά στη βρύση. Πίστευαν πως, όποια τα κατάφερνε να μη μιλήσει καθόλου, θα παντρευόταν μέσα στο χρόνο, ό,τι και νάκανε, καλό ή κακό. Μα πρόσεχαν στο δρόμο να μην τις δει κανείς. Αν τις έβλεπε, δεν έπιανε το «αμίλητο νερό». Πολύ περισσότερο, αν τις ανάγκαζε κανείς να μιλήσουν.

Μετά τη λειτουργία οι νοικοκυραίοι γύριζαν στα συγγενικά σπίτια ή στους αναδεχτούς τους και κάνανε στρούνα, σε χρήμα.103 Οι δε νοικοκυρές ετοίμαζαν την πατροπαράδοτη σούπα αυγολέμονο, σχεδόν πάντα με ρύζι -όπως και τα Χριστούγεννα και τα Φώτα -για το καλό του σπιτιού. Με το ρύζι πίστευαν ότι «ρίζωνε το καλό σπίτι».

Εκείνο που πολύ πρόσεχαν παλιότερα ήταν το ποδαρικό. Ποιος θα μπει πρώτος στο σπίτι τους. Και δεν είναι κι εδώ περίεργο το πόση σημασία έδιναν στους καλοΐσκιωτους και τους γρουσούζηδες. Οι πρώτοι έδιναν όλα τα καλά, οι δεύτεροι σώριαζαν ατυχίες και συμφορές.

Πανταζή Κοντομιχή: «Λαογραφικά σύμμεικτα Λευκάδας»

Προηγουμενο αρθρο
Η Νέα Χορωδία Λευκάδας για την επετειακη εκδήλωση της 7ης Δεκεμβρίου
Επομενο αρθρο
Με το διαβατήριο του Ιωάννη Βλάχου (Φαλκώνη), ταξίδι από τη Λευκάδα στη Βόνιτσα, στις 25 Οκτωβρίου 1896

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *