HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΠρωτόχωμα…

Πρωτόχωμα…

Πρωτόχωμα…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Σύχαρο παιδόπουλο εκίνησα, με δίστομο κεντρί
στις απαλάμες, το χώμα να ζυμώσω στα
κράσπεδα της θείας νοσταλγίας να μονιάσω. Mε
τα πουλιά αντάμωσα, την άλλη στέγη ψάχνοντας,
ονειροφάνταστοι υψωμοί, τους λογισμούς να
φέρουνε σιμά στα καρπερά λιοστάσια!

Τo πρωτόχωμα προσκύνησα, γιομάτο τους
φλογερούς αρμούς και τις ζάρες σου γη μου!
Μεγασοφιά, ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος σε
δόμησαν τρανή!

Με ψώμωσες και μ’ έκανες αντάρτη, τους
τρελαμένους άνεμους, την Όστρια και τον
Γαρμπή μου φύσηξες στα στήθη… Δεξιοτέχνη μ’
έπλασες, αρχαίο αρπιστή, τις χάρες σου υμνητικά
στους ουρανούς να ψάλλω…

Aιώνιο πρόσωπο τ’ ανθρώπου, σκαμμένο μέσα
στις ρυτίδες, σε χάραξε ο βόγγος κι η κατάρα, σε
λίανε ο λύθρος του Εσταυρωμένου, σε μπόλιασε
το γάλα του πικρού αφρού…

Μέσα μου πλατιά απλωμένη η στρωμνή σου
νοσταλγία… Άγονη έρημος της αμαρτίας…
Θάλασσα αρμυρή της επαγγελίας… Ρομφαία του
μεγάλου χαλασμού, όμοιου που συθέμελα ριγάει
στον θάνατο και στην ζωή…

Γονάτισα στις ρωγμές σου χρόνε… Σοφότερος
απ’ όλους είσαι! Κυοφορείς τα πάντα και σ’ ώρα
καίρια τα φανερώνεις! Έσκυψα, αφουγκράστηκα
της κοίτης μου την αρχοντογενιά, προσκύνησα
τα σύμβολα της, κι’ έτρεξα ανέμελο παιδόπουλο
ξανά στα ίδια μονοπάτια…

Άδολες καλημέρες ακουρμάστηκα στις γειτονιές
που πάντα τα Κυριακάτικα χαράς γιορτάσι τα
φοράνε! Το νιοπότιστο χώμα απ’ του Σποριά τα
πρωτοβρόχια μοσχοβόλησα! Τις πέτρινες λιθιές
αψωμένος σάλτησα, πυγολαμπίδες να συνάξω
του Μαγιού, σειρίτια φωσφορίζοντα τα σπλάχνα
τους στο πέτο να χαράξω, να φέγγουνε στις
ρούγες…

Την ασημόλαλη καμπάνα σου εσπερινέ ν’
ακούσω, αχόγιορτα σαν ψάλλει… Έγνω την
δύσιν αυτού! Πτερυγιόσχημες, εσώψυχες οι
προσευχές, εσπερινές ν’ αναπέμπονται δεήσεις
στην επιφάνεια να φέρνουνε τα λούλουδά σου γη
μου, όλα χολάτα με πνοής ανασεμιά…

Τη θάλασσα αγνάντεψα, σαν κοιλοπόνεσε ζωή
να μου χαρίσει, ανάμεσα σ’ αρμυρίκια και σε
γλάρους! Πρωτοτάξειδες βαρκούλες, καϊκια
καρνάγια, μου σκάρωσαν ταξίδια αγναντερά!
Στο πρωτοσκάλι μ’ οδήγησαν, ν’ αρχίσω τις
μέρες στης λιακάδας την άφρη ν’ απλώνω, της
μνήμης της γνώσης χαράδρες ν’ ανοίγω, γιομάτες
ανταύγειες, στην αμάραντη ζωή να μ’ οδηγούν.

Ω, θυμωμένη γη μου, πως στο πρόσωπο να
κοιταχτούμε, του ίδιου πόνου σημάδια τρυγάνε
την καρδιά… Τόσους θανάτους στα σπλάχνα σου
σωκλείνεις, τόσες αγκούσες κουβαλάω στα
φτερά, πικρά σαν κατακάθια κρίθινου καφέ μου
μοιάζουν, την παντοδυναμία μ’ αφηγούνται
της μαρμάρινης σιωπής…

Μιάν αστραπή ο κόσμος σου κοιτάρι, μιαν
αστραπή, που πρώιμα φωτίζει τον γκρίζο
ουρανό, σαν του φθινόπωρου κινούν τα
πρωτοβρόχια, πρώτα κυκλάμινα τη φλόγα ν’
ανασάνουν, όμοια στο χρώμα μυστικής φωτιάς
να σιγοκαίει άγρυπνα στα στήθια, χοχλάδια μέσα
μου σταλάζει της θείας νοσταλγίας τα φτερά…

Χύμηξες ποτάμι θεία νοσταλγία, της φθοράς τ’
αποτυπώματα να πνίξεις, άνοιξη στηθοβόρα
ξανάνθισες, στα θρανία ρίζωσες ταξίδια φωτερά
ιππεύτρια του Πήγασου τις ντουφεκιές
κραδαίνεις, που σκόρπισε η άγια εφηβεία, πύρα
σε σώματα λιγνά!

Λιοντάρι χρυσοχαίτητο φαντάζεις πύρα, στα ύψη
με πααίνεις, στον ήλιο με τραβάς, σύμβολο
θέλξης, λευτεριάς, ρέμπελος των λόφων
σου σπουργίτης…

Του Διομήδη τ’ άλογα, τα βόδια του Γηρυόνη
πάνω στις πλάτες Άτλαντα μ’ ανάθρεψες
βασταγερά κρατώ… Των γενναίων Μυρμηδόνων
βασίλειο γιγάντεψες τρανό, Αχιλλέηδες
ατσάλινοι να το ρηγεύουν…

Στα μυρωμένα πλάγια άνοιξαν καταπαχτές οι
μνήμες, χρυσόρροα ποτάμια στα λαγκάδια σου
πλαταίνουν. Αρμενιστής! Στ’ Αγιομαυρίτικα
τα χώματα, λαχταρισμένος Οδυσσέας επιστρέφω…

Σφαχτόκαρδα καλέσματα από παντού! Λάμψες
φωνές, ανάβρες της φωτιάς, γέλια των
κοριτσιών, κόμες λυτές, χρυσόπλεκα μαλλιά
απλωμένα στου ήλιου τις λαμπιές, καταμεσής
στο χώμα τ’ άνθη της νερατζιάς! Έρχονται όλα
στη μνήμη φορτωμένα, ποτισμένα αλάτι, την
αρμύρα αυγαταίνουν των ματιών…

Εδώ, οι Κυριακές μια δέσμη χρυσάνθεμων
φαντάζουνε ακόμα. Τα Μεγασάββατα
σκορπίζουν τους εχθρούς σαν σκεύη κεραμέως…
Νιόγαμπρος ο ήλιος απ’ τ’ Ακαρνανικά
προβαίνει! Λαμπροί, ασημοπρόσωποι οι θεριστές
ξωμάχοι, στη μάνα γη, αιώνια ιερουργούνε!

Στις αμμουδιές του πόθου και του έρωτα αγόρια
και κορίτσια σύχαρα, λιώνουν, φαρομανάνε!
Μεθυστική γλυκοθυμιά! Πρωτόβγαλτα
λουλούδια, αγάπες σμιχτοπλέκουνε τ’ αφρού!

Πάντα σ’ αυτά τα χώματα αείζωη φωτιά θα
λαμπαδιάζεις μνήμη! Από τα μύχια της ψυχής να
τραγουδώ, να κράζω, με των κουπιών το μέλι
λαμνοκόπος: Και Έντεινε! Και Κατευοδού! Και
Βασίλευε Bυζάχτρα Γη μου…

(Το ποίημα είναι από την ανέκδοτη ακόμα νέα ποιητική συλλογή του Θοδωρή Γεωργάκη με τίτλο «ΙΠΠΑΡΙΟΝ ΧΑΡΙΕΝ».)

Προηγουμενο αρθρο
14 θέσεις εργασίας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Σοκάκια και καντούνια στα Ψαρέικα και τον Πίσω Μόλο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *