HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΠως γινόταν το κομμάτι πριν από 45 χρόνια

Πως γινόταν το κομμάτι πριν από 45 χρόνια

Πληθώρα αντιδράσεων προκάλεσε το σχόλιό μας για το κομμάτι… Όπως φάνηκε, οι περισσότεροι και νεότεροι, αγνοούν περί τίνος πρόκειται. Γνωρίζουν το πέρασμα της Φιλαρμονικής στην κεντρική αγορά και τις παδέλες να σπάνε μπροστά στα πόδια των μουσικών.

«Ξημερώνοντας το Μέα Σάββα (σύντμηση του Μ. Σαββάτου στην τοπική διάλεκτο) η «ν’κοκυρά» εστέκετο στο κατώφλι της εξώπορτας, προκειμένου ν’ ακούσει την καμπάνα της πλησιεστέρας εκκλησίας που να σημαίνει την πρώτη ανάσταση (όπως λέγανε οι παλαιότεροι) και να «ρίξει το κομμάτι» δηλαδή να χτυπήσει κάτω, ένα ευτελές πήλινο αγγείο ή ραγισμένο πιάτο κι ακόμα ένα ήδη ακρωτηριασμένο σκεύος. Ούτε Φιλαρμονική ούτε τίποτα…»*

Όπως θυμούνται παλιοί μουσικοί της Φιλαρμονικής:

Στη δεκαετία του ’70 η Φιλαρμονική νωρίς το πρωί του Μ. Σαββάτου πριν τις 7:00 έφτανε στη Μητρόπολη. Παρατασσόταν και περίμενε να χτυπήσει η καμπάνα της πρώτης Ανάστασης στις 7:00 ακριβώς. Με το χτύπημα της καμπάνας η Mπάντα παιάνιζε το «Εωθινόν».

Με το χτύπημα της καμπάνας άρχισαν να αντιβοούν όλα τα σοκάκια της Λευκάδας. Από τα σπίτια πετάγονταν «βροχή» τα αγγειά στο δρόμο κάνοντας θόρυβο. Μάλιστα όσοι έμεναν στα χαμηλά σπίτια, έσπαζαν το αγγειό τους πάνω στον τοίχο ή κάποια λιθιά για να δημιουργηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερος κρότος.

Στη συνέχεια η Φιλαρμονική μέσω του Νοσοκομείου διέσχιζε την κεντρική αγορά παιανίζοντας. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε καφέ ούτε τουριστικά καταστήματα. Τα καταστήματα της αγοράς ήταν στην πλειοψηφία τους εμπορικά, κρεοπωλεία, μπακάλικα και μανάβικα. Πολλά καταστήματα στην κορυφή ήταν ακόμα κλειστά στο πέρασμα της Φιλαρμονικής, όσο όμως προχωρούσε προς την πλατεία, άνοιγαν σιγά σιγά κάποια. Οι μανάβηδες, κυρίως, που άνοιγαν νωρίτερα από όλους, συνήθιζαν να πετούν το κομμάτι εκείνη την ώρα (με καθυστέρηση) πίσω όμως από την μπάντα της φιλαρμονικής.

Είναι χαρακτηριστικό πως στο κομμάτι συμμετείχαν λιγότεροι μουσικοί. Ενώ την προηγούμενη μέρα στην περιφορά των Επιταφίων η Μπάντα ήταν σε πλήρη «εξάρτηση», στο κομμάτι έπαιρναν μέρος συνήθως οι μικρότερες ηλικίες. Το Σάββατο ήταν εργάσιμη μέρα και οι όσοι επαγγελματίες ήταν και μουσικοί, ήταν φυσικό, να μην μπορούν να συμμετάσχουν.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, δεν θυμόμαστε ακριβώς επί ποιου Δημάρχου, το Πνευματικό Κέντρο ανέλαβε την αναβίωση του εθίμου, πιο κοντά στα δεδομένα που είχαν δημιουργηθεί στο νησί. Συνδυάζοντας την Φιλαρμονική με το κομμάτι. (είχε ήδη σταματήσει η πρωινή παρουσία της στην εκκλησία). Καθιερώθηκε η έξοδος της Φιλαρμονικής στη αγορά, αργότερα προς το μεσημέρι. Ο Δήμος άρχισε να μοιράζει πήλινα αγγειά στους καταστηματάρχες που τα πετούσαν, (κακώς) μπροστά από τη Μπάντα. Κανένας δεν ήξερε ή δεν ρώτησε να μάθει, ότι ο μανάβης, ο μπάρμπα Βασίλης Μπραΐμης, πετούσε το κομμάτι πίσω από τη Φιλαρμονική και όχι μέσα στα πόδια των μουσικών, 20 χρόνια νωρίτερα.

Αυτή είναι η νεότερη εξέλιξη του κομματιού. Επί της ουσίας, οι παρεμβάσεις που έγιναν δεν είναι και προς… θάνατο.Το έθιμο έχει ρίζες στις μνήμες του νησιού, και είναι εμπλουτισμένο με την Φιλαρμονική. Το κομμάτι ακολούθησε μοιραία την πορεία του νησιού. Πρόκειται για μια θεαματική εκδήλωση, αρέσει σε ντόπιους και επισκέπτες. Το μεσημέρι δίνεται η δυνατότητα σε περισσότερο κόσμο να το παρακολουθεί και τείνει πλέον να καθιερωθεί, σαν χαρακτηριστικό γνώρισμα του νησιού.

Το θέμα λοιπόν είναι να είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις και ιδέες και για το χώρο και για τον τρόπο παρουσίασης του εθίμου, ώστε και θεαματικό να είναι αλλά να μην προσβάλει την αισθητική μας, όπως τα καραγκιοζλίκια με τα κάγκελα της πλατείας, την εκτόξευση των πήλινων και τις παδέλες στα πόδια των μουσικών.

Η μεταφορά του στην πλατεία Μαρκά συζητήθηκε από πέρυσι. Και αντί να αδράξουν την ευκαιρία οι αρμόδιοι να την εκμεταλλευτούν, τείνουν να καθιερώσουν το «τσίρκο της πλατείας», κάνοντας μάλιστα συμμέτοχους στο έθιμο αδιακρίτως -μοίραζαν παδέλες αβέρτα- μετατρέποντάς το σε ομαδικό χαβαλέ.

Υ.Γ. Όσο πίσω μπορούν να θυμηθούν οι παλαιότεροι,(στη Λευκάδα της φτώχειας), αναφέρουν πως στο κομμάτι πετάγονταν αγγειά, σπαζούμενα, που ήταν συνήθως παλιά και άχρηστα. Σχετικά με τους μπότηδες -που πετούν στην Κέρκυρα- η εξήγηση είναι προφανής. Το νησί μας δεν είχε Λίμπρο ντ’ Όρο όπως η Κέρκυρα, αλλα φτωχούς ψαράδες στην πλειοψηφία του. Και οι δικοί μας άρχοντες είναι σίγουρο πως δεν πετούσαν παλιά πιάτα και σκουτέλες αλλά περισσότερο ογκώδη και καινούρια αντικείμενα. Ο μπότης είναι πιθανόν να ήταν επιλογή τους, επειδή υπήρχε στα σπίτια τους, τότε, σε αφθονία. Ως μειοψηφία οι άρχοντες στη Λευκάδα, όπως ήταν φυσικό, δεν άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στο χρόνο αλλά έμεινε αυτό της πλειοψηφίας των κατοίκων…

* Νίκος Βαγενάς: «Πάτρια ίχνη – ψηφίδες από τη Λευκάδα του χθες», εκδόσεις Fagottobooks,

Προηγουμενο αρθρο
Ανάσταση στη Λευκάδα [φωτό+βίντεο]
Επομενο αρθρο
Εκεί που το ψήσιμο του Πασχαλινού οβελία είναι... τέχνη!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *