HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΡαφτάδες και Φραγκορράφτες

Ραφτάδες και Φραγκορράφτες

Τα ραφεία με την σημερινή τους μορφή, στα παλιότερα χρόνια, ήταν άγνωστα στα χωριά της Λευκάδας. Οι ράφτες ήταν τις πιο πολλές φορές πλανόδιοι, γύριζαν από χωριό σε χωριό, και λέγονταν ραφτιάδε ς ή φραγκορράφτες.

Δεν είχαν, λοιπόν, όλα τα χωριά το ράφτη τους ή καλλίτερα τον καλό ράφτη τους. Κι’ όποιος ήθελε να ράψει την ντυμασιά του καλούσε το ράφτη στο σπίτι του. Κι’ εκείνος «μετά χαράς» πήγαινε, κι’ έμενε όσο να τελειώσει η δουλειά. Άλλωστε καλοπερνούσε. Είχε πάντα εκλεκτό φαγητό, γλυκό κρασί και κοιμόταν σε καθαρά σεντόνια, που μοσκοβολούσαν. Ο καθένας, έπειτα, στο χωριό, «μια και ήρθε ο ράφτης», που τον έφερε ο τάδε, τακτοποιούσε και τις δικές του δουλειές. Που να τον ξανακουβαλήσουν τον άνθρωπο! Έτσι δουλειά πάντα υπήρχε κι’ ο ράφτης έμενε σε κάθε πελάτη μια βδομάδα, δεκαπέντε μέρες, καμμιά φορά και μήνα, ανάλογα.

Ο ράφτης» η αλλιώτικα και ραφτιάς κουβαλούσε μαζί του και τα σύνεργά του: Μιά μέτρα, ένα μεγάλο ψαλίδι, το τσουκνοψάλιδο, για να κόβει χοντρές τσόχες, βελόνια μικρά και χοντροβέλονα, δακτυλήθρες και τη μηχανή του, από τότε πού βγήκε. Η δουλειά του ήταν άλλοτε λεπτή και άλλοτε χοντρή, καθώς λέμε. Βέβαια δεν έρραβε κομψά κουστούμια, σαν τα σημερινά• έφκιανε όμως αρχοντόσκουτα, φορεσιές αιώνιες, πού θέλανε επιτηδειοσύνη και γούστο. Κι’ έβανε όλη την τέχνη του για τα κάθε λογής κεντίδια που απαιτούσαν οι συνδυασμοί των γαϊτανιών.

93

Ασχολούνταν κυρίως με αντρικές ενδυμασίες. Αλλά συχνά καταπιανόταν και με γυναικείες νυφιάτικες φορεσιές και με φλοκάτες και με κοντέσια γυναικεία.

Η αντρική ενδυμασία, αν και απλή, είχε εν τούτοις τις δυσκολίες της: Η μπουραζάνα που την ξέρομε καλλίτερα σαν κοντοβράκι ή πλατοβράκι, έφτανε ως τα γόνατα και ήταν φουσκωτή προς το επάνω μέρος. Κάτι ανάλογο με όλες τις νησιώτικες βράκες, και πάντως όχι πλούσια και φουσκωτή, όπως αυτές. Στη μέση δενόταν με το βρακοζώνι και σχημάτιζε από κει και κάτου πτυχές που σβήνονταν στους μηρούς. Από τα γόνατα ως τα στραγάλια έμπαιναν οι σκάλτσες που ήταν άσπρες από χοντρό μάλλινο ύφασμα – τσόχα. Καμμιά φορά γίνονταν και μεταξωτές. Πάντως όλες ήθελαν προσοχή στην εφαρμογή τους: Δεν έπρεπε να φουσκώνουν πουθενά, ούτε να εμποδίζουν την κίνηση του ποδιού.Οι παλιοί που τις φορούσαν ήταν πολύ ιδιότροποι σ’ αυτό. Κι’ ο ράφτης ίδρωνε και ξεΐδρωνε, μέτραγε και ξήλωνε, ως που να τις φέρει καλά, σε σορταγιά, όπως έλεγαν.

100

101

102

Αυτά όμως πού ήθελαν ιδιαίτερη προσοχή ήταν η φλοκάτα, το γελέκι ή επικρατέστερα «σταυρογέλεκο» και η καμπζέλα – καμιζόλα.

Η φλοκάτα ήταν ένα είδος πανωφοριού χωρίς μανίκια και χωρίς γιακάδες.Κατασκευαζόταν από χοντρό μάλλινο ύφασμα, που το ύφαιναν οι γυναίκες στον αργαλειό και το έλεγαν δίμιτο. Όταν το έβγαναν απ’ τον αργαλειό, το πατούσαν πολλήν ώρα μέσα στο νερό να βγάλει τρίχα και να μαλακώσει κιόλας. Έτσι γινόταν πολύ κρουστό και μαλακό ύφασμα. Η φλοκάτα ράβοταν με το χέρι στο γόνατο, με μεγάλα βελόνια και χοντρή λινή κλωστή. Γύρω, γύρω, σ’ όλη την περιφέρεια, ταίριαζε ο τεχνίτης του βελονιού γαϊτάνια χρωματιστά (μεταξογάϊτανα) σε χρώμα γαλάζιο ή σκούρο πράσινο, καμμιά φορά και μαύρο, σε διπλές και τρίδιπλες σειρές, αρμονικώτατα. Τη στολισμένη με γαϊτάνια φλοκάτα τη λέγανε γαϊτανάτη. Υπήρχαν όμως και οι αγαϊτάνωτ ε ς ή σκέτες, και γι’ αυτές δεν πολυνοιαζόταν ο ράφτης. Πολύ πιο περιποιημένες εν τούτοις ήταν οι γυναικείες φλοκάτες. Σ’ αυτές οι ραφτάδες έκαναν ωραιότατα κεντήματα στην πλάτη και στο στήθος με κόκκινα γαϊτάνια και σε ποικιλία σχεδίων. Τους ράφτες που είχαν ιδιαίτερη επίδοση στα κοντέσια και τις φλοκάτες τους έλεγαν και κοντεσάδες.

94

104

Το γελέκο ή ο (γκολές ) ωστόσο έδινε πιο πολύ τη χάρη, την αρχοντιά και πραπαντός τη λεβεντιά στο χωρικό που το φορούσε. Σταύρωνε μπροστά και κούμπωνε με γυαλιστερά ασημένια κουμπιά που, ανάλογα με την αξία τους, τάλεγαν δίκαρα, πενταρίτικα κλπ. Τα καλά όμως κουμπιά που έβαναν στα γελέκια των νοικοκυραίων ήταν χτυπητά, μισάργυρα και μπαίνανε φορετά όπως βάνουμε τα κουμπιά στα μανικέτια των πουκαμίσων μας. Στις πλάτες του γελέκου ο ράφτης έβανε μεταξωτό χρωματιστό ύφασμα και μπροστά τσόχα ψιλή. Η ομορφιά και η αξία του γελέκου οφειλόταν στα κεντήματά του και στους συνδυασμούς των γαϊτανιών του. Τα μεταξογάϊτανα έπρεπε να μπουν σε θαυμάσιες γεωμετρικές αναλογίες. Μερικά γελέκια είναι στ’ αλήθεια σωστά έργα τέχνης: Κομψοτεχνήματα υπομονετικού μόχθου. Μέρες και μέρες έσκυβαν οι ραφτάδες για να ταιριαστούν τα γαϊτάνια με κρυφοβελονιά «στην εντέλεια». Τα στολίδια όλα τάβαναν στο στήθος δεξιά και αριστερά του ανοίγματος, συμμετρικώτατα. Κι’ ανάλογα με την οικονομική θέση του καθ’ ενός γινόταν και η κατασκευή: Οι νοικοκυραίοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους, ποιος θα φορέσει το καλλίτερο γελέκι και κάνανε επίδειξη στα πανηγύρια, φιγουράροντας πάντα καβάλλα σε καλοσυντηρημένα όμορφα άλογα. Βέβαια τα ακριβά σταυρογέλεκα δεν τα φορούσαν καθημερινά, γι’ αυτό κι’ ο ράφτης έπρεπε πλάϊ στο καλό να φκιάσει και το κατίβο δεύτερο και τρίτο, για καθημερινή χρήση…

103

Κοπιαστική για τους «ραφτάδες» ήταν κι’ η δουλειά της κάπας, που μας ήρθε από την Ακαρνανία και την Ήπειρο. Η Λευκαδίτικη κάπα ήταν μακρυά ως τα στραγάλια και αρκετά περιποιημένη. Φορέθηκε περισσότερο στην κεντρική και νότια Λευκάδα και ήταν όμορφη, στητή και γαϊτανάτη. Μεγάλος μπελάς για το ράφτη ήταν το συμμετρικό της ταίριασμα και το στήσιμό της.

Μερικοί καλοί κτηματίες και προεστοί στα χωριά, τόβαναν μεράκι να φοράνε την κάπα και να κάνουν επίδειξη αρχοντιάς. Οι ραφτιάδες ανταποκρίνονταν στα γούστα τους και κατόρθωναν να κάνουν την κάπα πράγματι στητή. Όταν την ετελείωναν την έστηναν στο πάτωμα όρθια κι’ αν δεν έπεφτε, η κατασκευή θεωρούνταν άριστη.

Φημισμένος καποράφτης και κοντεσάς ήταν ο Αρέθας απ’ το χωριό Εγκλουβή, που δούλευε από το 1900 και δώθε. Σωστός άρχοντας, μας λένε, με πολλή νοημοσύνη. ‘Ο,τι έφκιανε ο Αρέθας μιλούσε. Περίφημα ήταν τα σταυρογέλεκα που έκανε. Πολύ γνωστός ακόμα στις Σφακιώτες και στην Καρυά ήταν ο Νιάουρας από τα Ασπρογερακάτα. Ψηλός-ψηλός με τα μισοσπασμένα γυαλιά του, ήρεμος, γιομάτος σκέψη. Γνωστοί και φημισμένοι ακόμα ήταν ο Ιωάννης Φέτσης ή Σκαλτσάς που είχε το ραφείο του στη Χώρα, όπου σήμερα το κουρείο πλάι στο καφενείο του Σγουροπούλου, ο Δημητράκης Καββαδίας απ’ το Μαραντοχώρι, ο Θεόδωρος Δελλαπόρτας ή Παπαντώνης απ την Εύγηρο, ο Ευάγγελος και Σπύρος Ροντογιάννης απ’ τις Τσουκαλάδες κ.ά.

Γενικά οι ραφτάδες ήταν τύποι: Άνθρωποι γνωστικοί και σοβαροί που εμπνέανε εμπιστοσύνη. Αν σκεφτούμε πως έμεναν πολλές φορές, βδομάδες ολόκληρες στο ίδιο σπίτι και γίνονταν, κατά κάποιο τρόπο σπιτικοί, καταλαβαίνουμε τον λόγο. Κατανοούσαν τα αισθήματα φιλοξενίας των άλλων και δεν ήθελαν ποτέ να καταχραστούν την καλωσύνη των σπιτικών ανθρώπων.

Ζούσαν πάντα με επιφύλαξη και ήταν μετρημένοι σε όλα. Δούλευαν κατά τρόπο τελείως πρακτικό και στην τέχνη τους οδηγούσε αποκλειστικά το λαϊκό τους αισθητήριο. Όπως άρεσε στην ψυχή και στο μάτι τους. Έκαναν προβολή της προσωπικής τους αισθητικής αντίληψης που φυσικά, ήταν προϊόν μιας κάποιας προνομιακής καταβολής και κάποιας πείρας. Ο παλιός ράφτης δεν ήταν σαν το σημερινό, που μετράει γεωμετρικά και κόβει με βάση κάποιο φιγουρίνι, αλλά δημιουργούσε ο ίδιος βασάνιζε το μυαλό του, ρώταγε την ψυχή του, ίδρωνε σαν τον ποιητή που χτυπιέται να βρει μια εικόνα και μια λέξη να δέση αρμονικά το στίχο.

Σχεδίαζε πολυποίκιλα, σε χίλιους δυο συνδυασμούς χωρίς τυποποίηση. Δεν απογοητευόταν, ούτε που βιαζόταν. Έραβε και ξήλωνε και ξανάρραβε και ξαναξήλωνε, ώσπου να πετύχει αυτό πού ήθελε. Και τότε ανακουφιζόταν• και σαν άνθρωπος που κάτι πέτυχε ζούσε με την έννοια της ηθικής απολαυής σαν τον καλλιτέχνη που αποζητάει το χειροκρότημα. Αξίζει να σημειώσομε πως κάθε κέντημα που έκαναν σε γελέκο ή φλοκάτα δεν ήταν όμοιο με το άλλο. Πάντα έβαναν και κάτι διαφορετικό, της στιγμής….

242-horz

Απ’ τον καιρό που οι χωρικοί μας άρχισαν να φοράνε τα «ευρωπαϊκά» κοστούμια τα«φράγκικα» οι ραφτιάδες ξέπεσαν. Κι’ αυτό έγινε κυρίως έπειτα απ’ τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Τότε παρουσιάστηκαν νέοι τεχνίτες που σιγά-σιγά εξελίχτηκαν στους σημερινούς. Κι αυτοί είναι εκείνοι που κατ’ εξοχήν διατήρησαν την ονομασία φραγκορράφτης: Γιατί έρραβαν τα φράγκικα, δηλ. τις νέου συρμού φορεσιές. Αλλά κι’ αυτό για ένα ορισμένο διάστημα, γιατί σιγά-σιγά καθιερώθηκε οριστικά η ονομασία ράφτης για τους επαγγελματίες του βελονιού και η λέξη φραγκορράφτης έμεινε για να μας θυμίζει τους παλιούς ραφτιάδες, που ράβανε κυρίως λαϊκές φορεσιές στα χωριά.

90

Πάντως φραγκορράφτες θα πρέπει να ονομάζονταν αρχικά οι ράφτες της χώρας, που έρραβαν φορεσιές ευρωπαϊκές στους εμποροαστούς της πόλης κι από κει γενικεύτηκε η ονομασία για όλους και στα χωριά.

Πανταζής Κοντομίχης: «Αγροτικές Βιοτεχνικές Εργασίες» – Λαογραφικά της Λευκάδας, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

Προηγουμενο αρθρο
Μια απλή σκέψη για την μεταφορά της εισόδου του νησιού
Επομενο αρθρο
Ακυβερνησία σκάφους στη θαλάσσια περιοχή Βασιλικής με τρεις επιβαίνοντες

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *