HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΣαν σήμερα μίσεψες – Της Ιουστίνης Φραγκούλη

Σαν σήμερα μίσεψες – Της Ιουστίνης Φραγκούλη

5Πάνε κιόλας δέκα χρόνια αφότου μας εγκατέλειψες μικρή Πεταλούδα της αδιάκοπης φυγής και η απουσία σου αντί να συνηθίζεται, χαράζεται βαθύτερα μέσα στο μυαλό και την ψυχή μου.Η απουσία σου κατέχει παραμόνιμη παρουσία στην καθημερινότητά μου, που έχει χάσει το χρώμα και το νόημά της.

Σε αναζητώ παντού, στα καλοκαίρια και τους χειμώνες, στους τόπους που γυρνάω, στις στιγμές της γραφής. Σε κυνηγώ στις πεταλούδες που φτερουγίζουν γύρω μου πολύχρωμες και πλουμιστές. Σε βλέπω σαν αερικό να περνάς μπροστά μου στιγμές ανυποψίαστες και τρέχω να σε πιάσω , να σου μιλήσω, να σου πώ: Πέσμου γιατί;

Θυμάμαι που στα παιδικά μας κρεβατάκια στο πατρικό σπίτι της Λευκάδας κάναμε όνειρα πριν κοιμηθούμε, που εσύ ήθελες να γίνεις Πριγκίπισσα ντυμένη στα ρόζ να παντρευτείς ένα Γαλάζιο Πρίγκηπα κι εγώ σε κορόιδευα γιατί ήθελα απλά να παίζουμε κρυφτό και κυνηγητό στους δρόμους.

Που εσύ έπαιζες με τα καροτσάκια πηγαινοφέρνοντας τις κούκλες σου πάνω κάτω στη γειτονιά κι εγώ σου κατέστρεφα τα παιγνίδια, θέλοντας να σε παρασύρω στην ξενοιασιά του δρόμου. Που εσύ φύλαγες τους μπουναμάδες σου κι εγώ τους ξόδευα για σφυρήχτρες και μπάλες.

Που εσύ ήσουν προκομμένη και πάνσοφη, όμορφη, λεπτοδίνικη, περιποιημένη, κομψή, και ήσουν η αγαπημένη της μαμάς. Ησουν το μικροκαμωμένο μας κοριτσάκι που είχε μια θέληση μεγαλύτερη απο τη ζωή.

Κι όμως ήρθε ο σίφουνας, αυτός που λέγεται καρκίνος και σε παρέσυρε στο διάβα του. Οι γιατροί μας παρηγορούσαν πως ήταν ιάσιμο το νόσημα, πως τώρα πιά ο καρκίνος πολεμιέται με τα νέα μέσα, τις χημειοθεραπείες και τα τοιαύτα.

Και πήγαμε στους ειδικούς τους ογκολόγους κι εκεί κι εδώ και παραπέρα κι όλα τους τα μαντάτα ήταν ενθαρρυντικά. Μα εσύ ολοένα κατρακυλούσες στην ασθένεια και όμως μου έλεγες πως θα γίνεις καλά και πως θα ζήσεις. Κι εγώ σε πίστευα κι ας έβλεπα το σώμα σου να αλλοιώνεται, το κεφαλάκι σου ν΄αδειάζει απο μαλλιά, το πράσινο βλέμμα σου να είναι βυθισμένο στο άπειρο και το μηδέν. Σε ΄πίστευα κι ας άδειαζε το αίμα σου κι ας κάναμε τις μεταγγίσεις τη μιά πίσω απο την άλλη.

Στο Μόντρεαλ, όπου κι αν πήγαμε, στους ογκολόγους, στους πνευμονολόγους, μου το είπαν καθαρά: «Η αδελφή σας έχει μόνο τρείς μήνες ζωής, χαρείτε αυτό το χρόνο μαζί της». Κι εσύ το κρυφάκουσες κι είπες πάλι πως θα νικήσεις το θεριό και πως θα ζήσεις. «Μην τους ακούς, θα γίνω καλά», μου ψυθίρισες.

Ετσι κύλησε εκείνο το τραγικό καλοκαίρι του 2004, όπου η Ελλάδα είχε βάλει τα καλά της να υποδεχτεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Περνούσαν κάτω απο το σπίτι μας οι Μαραθωνοδρόμοι κι εσύ ήσουν καρφωμένη στο κρεβάτι του πόνου. Γέλια, χαρές, φωνές, νίκες, ρεκόρ κι εμείς είχαμε κάνει το Καλλιμάρμαρο-Αλεξάνδρα τη μόνη διαδρομή του βίου μας.

Κι εσύ έφευγες και με ρωτούσες κάθε μέρα την ίδια ερώτηση: Πώς γίνεται εγώ, μια Πεταλούδα, να είμαι καρφωμένη στο κρεβάτι; Πώς;

Και τρέξαμε με τον αγαπημένο σου τον Τεντ μέχρι την Κούβα, να σου φέρουμε το φάρμακο του μπλέ σκορπιού, αγοράζοντας ψεύτικες ελπίδες απο αγύρτες. Στις λευκές παραλίες του Βαραντέρο όπου κάποτε εμείς οι δυό κολυμπούσαμε ανέμελα μας βρήκαν τα τραγικά νέα. Εφυγες λέει, έφυγες και δεν περίμενες να γυρίσω να σε ξαναδώ…

Υστερα ήρθαν τα υπόλοιπα, η κηδεία στην ενορία του πατέρα μας, η Φιλαρμονική με τον Μπάχ, τα δάκρυα της οικογένειας, και το βύθισμά σου στα σπλάγνχα της γής. Αυτή η σκηνή ξεκόλλησε τα σωθικά μου, ούρλιαξα, φώναξα, έκλαψα, χτυπήθηκα γιατί έβλεπα ολοκάθαρα τον οριστικό μας αποχωρισμό. Εσύ να γλιστράς στα χώματα κι εγώ να σπαράζω.

Απο τότε κοιτάζω και ξανακοιτάζω τις φωτογραφίες σου. Προσπαθώ να διακρίνω αν υπήρχε έστω κι ένα δείγμα, ένας υπαινιγμός για τη φυγή σου. Και ανακαλύπτω ένα μελαγχολικό βλέμμα που κοιτούσε πάντα στο άπειρο.

Ισως αυτό το άπειρο να αναζητούσες στην πεπερασμένη μας ζωή, ίσως να απογειώθηκες σε ένα κόσμο άυλο. Κι εκεί να πετάς με τα φτερά της Πεταλούδας, ανέμελη και ξένοιαστη απο τα βάρη του βίου.

Εγώ καθημερινά σου ανάβω το χρωματιστό κεράκι σου με όλα τα αρώματα των ανθών και σε χαϊδεύω στο κάδρο της φωτογραφίας, αναζητώντας τη δροσιά σου. Καληνύχτα Κωνσταντίνα! Καληνύχτα!

Η αδελφή σου

Πηγή: ioustini.blogspot.gr

Προηγουμενο αρθρο
Η Equal Society ενημερώνει για τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας στη Λευκάδα από 22/09 έως 29/09/2014
Επομενο αρθρο
Τέλος εποχής για την ταβέρνα Ρεγάντος

1 Σχόλιο

  1. παϊσιος
    24 Σεπτεμβρίου 2014 at 17:32 — Απάντηση

    Δεν είχα την χαρά και την τύχη να γνωρίσω σε μεγαλύτερη ηλικία εκεινα τα δυό μικρά κοριτσόπουλα με τα φιογκάκια στα μαλλιά, πιασμένα χέρι χέρι, που τα συναντούσα να πηγαίνουν βόλτα, εκείνα μπροστά και πίσω οι γονείς τους ο παπά Φραγκούλης (έτσι τον ήξερα) με την παπαδιά στο πλάι. Μου έμεινε η εικόνα, και την επανέφερα προ δεκαετίας περίπου οταν έμαθα (μακρυά απο την γενέτειρα) το θλιβερό γεγονός. Το μόνο σίγουρο είναι το βιολογικό μας τέλος. Θνητοί γαρ. Όμως όχι πρόωρα. Είναι πικρό, πολύ πικρό το ποτήρι που γεύονται όσοι γνωρίζουν αυτόν που φεύγει, μα ακόμη πικρότερο για τους δικούς του ανθρώπους.
    Τι να πει κανείς? κουράγιο και δύναμη στις ζεστές φωλιές του μυαλού και της μνήμης που φυλάνε τον δικό τους άνθρωπο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *