HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΣκέψεις για την προϊστορία της μπάντας στα Επτάνησα με αφορμή μιαν εικόνα

Σκέψεις για την προϊστορία της μπάντας στα Επτάνησα με αφορμή μιαν εικόνα

Αν και τα σύνολα πνευστών στα Επτάνησα θεωρούνται ένα από τα μουσικά χαρακτηριστικά του γεωγραφικού αυτού χώρου, αδιερεύνητος παραμένει ακόμα ο εντοπισμός των συνθηκών εκείνων που οδήγησαν τις επτανησιακές (αρχικά αστικές αργότερα και εξωαστικές) κοινωνίες στην ανάγκη ίδρυσης τέτοιων μουσικών σχημάτων, τα οποία επιπλέον κατά απόλυτο κανόνα χρηματοδοτούσαν.

Αφορμή για ένα σύντομο προβληματισμό σχετικά με την ιστορική πορεία των συνόλων αυτών στην Επτάνησο δίνει η εικονιζόμενη λεπτομέρεια από τον πίνακα του Ιωάννη Κοραή, Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη, έργο φιλοτεχνημένο το 1756, το οποίο ανήκει στη συλλογη του Μουσείου Ζακύνθου.

Πρόκειται για την απεικόνιση ενός πενταμελούς στρατιωτικού μουσικού συγκροτήματος της βενετικής φρουράς της Ζακύνθου αποτελουμένου από δύο φλαουτίστες, έναν σαλπιγκτή και δύο τυμπανιστές και το οποίο προηγείται του κυρίως μέρους της θρησκευτικής πομπής.

Η ύπαρξη των στρατιωτικών μουσικών σωμάτων στα κύρια νησιά της Επτανήσου που φιλοξενούσαν βενετικές (και, αργότερα, γαλλικές και βρετανικές) φρουρές και η συνεπαγόμενη συμμετοχή τους σε δημόσιες τελετές ήταν, πιθανόν, η πιο σημαντική αιτία που οδήγησε το συγκεκριμένο μουσικό σχήμα να θεωρείται κατά τον 19ο αιώνα αναπόσπαστο μέρος των αντίστοιχων δημόσιων συναθροίσεων.

Ασφαλώς, η συμμετοχή του μουσικού σώματος μιας ρωμαιοκαθολικής δύναμης (αν και πασιφανώς με χαλαρές, αν όχι προβληματικές, σχέσεις με την Αγία Έδρα), όπως η Βενετία, σε θρησκευτικές τελετές του ορθόδοξου δόγματος είχε σαφέστατο πολιτικό αντίκρισμα, το οποίο έτυχε της σχεδόν αδιάκοπης και διαχρονικής (κατά)χρήσης εκ μέρους των κατά καιρούς διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας των Ιονίων.

Από την άλλη, η συμμετοχή των σωμάτων αυτών σε μη θρησκευτικές τελετές ήταν μέρος των συμβατικών υποχρεώσεών τους και, σε κάθε περίπτωση, έφτασε να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος τους από πολύ νωρίς στα βενετικά Επτάνησα, τα οποία, όπως έδειξε πρόσφατα η Αλίκη Νικηφόρου (Δημόσιες τελετές στην Κέρκυρα κατά την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας (14ος–18ος αιώνας), Αθήνα, Θεμέλιο, 1999) έσπευδαν και με τον τρόπο αυτό να συνδέονται με την λάμψη των τελετών της μητροπολιτικής λιμνοθάλασσας.

Εξίσου, όμως, σημαντικό είναι ότι το τέλος της βενετικής παρουσίας στα Επτάνησα (1797) συμπίπτει με τον ιδιαίτερο ηχοχρωματικό εμπλουτισμό και την αριθμητική διεύρυνση των μουσικών αυτών σχημάτων, εξελίξεις που είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται εμφανείς με την χρήση των σχημάτων πνευστών για συναυλίες σε ανοικτούς χώρους και την εισαγωγή οργάνων, όπως το κλαρινέτο. Η επαφή των Επτανήσων με τους Γάλλους της Επανάστασης (1797–1799) και, αργότερα, με εκείνους του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Βοναπάρτη (1807–1814) φαίνεται να διεύρυνε τα ακούσματα των Ιονίων, ειδικά αν ληφθεί υπόψη (και οι ως σήμερα γνωστές αρχειακές πηγές συνηγορούν σε αυτό) ότι οι στρατιωτικές μπάντες έπαιζαν κεντρικό ρόλο στις προπαγανδιστικές γαλλικές εορτές και των δύο περιόδων, οι οποίες βασίζονταν επίσης στη φαντασμαγορία.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι η μπάντα, ως αναγκαίο μέρος ενός αρτίως οργανωμένου στρατεύματος ήταν παρούσα, σύμφωνα με πηγές της εποχής, όχι μόνο στις ευρισκόμενες στα Ιόνια βενετικές και γαλλικές δυνάμεις, αλλά και κατά την
παρουσία στα νησιά των Ρώσων του ναυάρχου Ουσακώφ, όπως και κατά την περίοδο της Ιονίου Πολιτείας (1800–1807). Έτσι η έναρξη της εποχής της Αγγλικής Προστασίας (1814–1864) προσέφερε απλώς τη μακροχρόνια εκείνη σταθερότητα μετά την ταραγμένη περίοδο των Ναπολεόντειων Πολέμων που οδήγησε στην ωρίμανση της ιδέας της δημιουργίας πολιτικών («αστυκών» (sic), δηλ. μη στρατιωτικών) συνόλων πνευστών. Επιπλέον, ουσιαστικά συνέβαλε στην καθιέρωση του νέου προτύπου της μπάντας που έφτασε στα νησιά κυρίως με τους Γάλλους και στην ανάδειξή του ως μουσικού σχήματος που δεν συμμετείχε μόνο σε θρησκευτικές και κρατικές τελετές, αλλά και που είχε μια έντονη συναυλιακή παρουσία σε ανοικτούς χώρους.

Και όλα αυτά με μπάντες, οι οποίες, αν και ανήκαν στην βρετανική φρουρά και είχαν συνεχή παρουσία στα Ιόνια μέχρι τις τελευταίες μέρες της αγγλικής παρουσίας (1864), απαρτίζονταν, ιδιαίτερα κατά την πρώιμη περίοδο της Προστασίας, κυρίως από Ιταλούς μουσικούς και διευθύνονταν από Ιταλούς μαέστρους, ενώ αργότερα χαρακτηριστική ήταν και η παρουσία ελληνικής καταγωγής μουσικών.

Με τα δεδομένα αυτά η δημιουργία παρόμοιων πολιτικών μουσικών συνόλων στη Ζάκυνθο (1816), στο Ληξούρι και το Αργοστόλι (τέλη δεκαετίας του 1830), αλλά και της μπάντας της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας (η οποία, όμως, αποτελούσε μικρό μόνο μέρος των πολυσχιδών δραστηριοτήτων της πρώτης αυτής Μουσικής Ακαδημίας της νεώτερης Ελλάδας, και όχι αποκλειστικό σκοπό, όπως εσφαλμένως πιστεύεται και καλλιεργείται), με σκοπό τη μουσική επένδυση διαφόρων δημόσιων τελετών και την πραγματοποίηση υπαίθριων συναυλιών συνάδει με την ήδη από μακρού χρόνου παραδεδεγμένη χρήση των συνόλων αυτών στα Ιόνια, ενώ σε κάθε περίπτωση δικαιώνει την άποψη του Παναγιώτη Χιώτη στα τέλη του 19ου (Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, τομ. 6, Ζάκυνθος, 1887, 263), ότι τέτοιου είδους σύνολα ήταν συνδεδεμένα με «πανηγύρεις, λιτανείας και πανδήμους ομηγύρεις», αντανακλώντας τις απόψεις όλης της Ευρώπης για την μπάντα κατά την ίδια περίοδο.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΔΑΜΗΣ

(IONIO ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ * ΤΜΗΜΑ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΕΥΧΟΣ 3 ΙΟΥΛΙΟΣ–ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ–ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2006)

Προηγουμενο αρθρο
Η δημιουργία του ΤΕΙ ήταν ένα ρουσφέτι στην τοπική κοινωνία
Επομενο αρθρο
Υποδοχή του Βενιζέλου εις Λευκάδα και Πρέβεζαν το 1928

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *