HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΣκοτεινά Χριστούγεννα

Σκοτεινά Χριστούγεννα

Όπου κι αν κοιτάξεις, φώτα χριστουγεννιάτικα σε τυφλώνουν. Στις βιτρίνες στις κολόνες, στα δεντράκια, στα μπαλκόνια, παντού! Αγγελάκια με κυτταρίτιδα χαμογελούν γλυκά και κλείνουν το μάτι δείχνοντάς σου καταναλωτικούς πειρασμούς. Αγιοβασίληδες, στρουμπουλοί, σκαρφαλώνουν από φωταγωγημένες σκάλες στα παράθυρα και στις καμινάδες. Φορούν παλτούδια στο χρώμα της Coca-Cola (αυτή λανσάρισε την μόδα με τα κόκκινα ανθρωπάκια για να διαφημίσει το προϊόν της, κάπου στην Αμερική πριν 50 περίπου χρόνια).

Στο χαζοκούτι έρευνες αγοράς: «Πόσο θα κοστίσει το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν; Ποιες είναι οι gourmet γεύσεις; Ποια η τιμή της γαλοπούλας; Tι θα φορέσετε στην αλλαγή του χρόνου;» Οι ειδήσεις στο «πνεύμα» των ημερών: «Ποιο είναι το ψηλότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο; Πού θα γιορτάσουν οι celebrities; Ποια η κίνηση των casino;» Και περσινά βιντεάκια να έπαιζαν, ποιος θα το καταλάβαινε; Hellooo! To ότι γεννήθηκε ο Χριστός, ενδιαφέρει κανέναν εκτός από τον Ηρώδη;

Γυρίζω πίσω σαράντα χρόνια, τέτοιες μέρες. Το χωριό βυθισμένο στην νύχτα. Η ψυχούλα μιας λάμπας πετρελαίου τρέμιζε που και που σε κάποια παραθυράκια. Αχάραγα σηκώνονταν οι γυναίκες να ζυμώσουν Χριστόψωμα. Το κρύο περόνιαζε. Κόλλαγαν την φωτιά. Τριζοβολούσε η αγριλίδα, τσιτσίριζε το πρινάρι, μοσκοβόλαγε το κυπαρισσόξυλο. Ένας σκύλος γάβγιζε στην στενιά. Κλαψούριζε κάποιο αλουπάκι στον λόγγο. Σερνόντανε στον κάμπο η πάγρα σαν τα χλωμά φαντάσματα των Χριστουγέννων. Μέρες Γιορτών. Βδομάδες πριν, μάζευα τ’ αλουμινόχαρτο απ’ τα πεταμένα πακέτα των τσιγάρων για να τυλίξω τα κυπαρισσόμηλα του δέντρου ώστε να φαντάζουν ασημένια. Έστρωνα λειχήνες μπροστά απ’ την φάτνη. Κι η φάτνη ήταν μια κάρτα σταλμένη απ’ τον φίλο μου τον Παύλο απ’ την Αμερική (με κάτι πράσινα χαρτάκια μέσα, που τα λέγανε δολάρια).

Μέρες Γιορτών. Τα κάλαντα. Το στολισμένο με δεντρολίβανο καλαθάκι για τα ρεγάλα. Εγώ, ο Μήτσος κι ο Δημήτρης ξυπνάγαμε πριν απ’ τους κοκοτούς, μην μας προφτάσει η άλλη παρέα (ο Στάθης, ο Βασίλης κι ο Γρηγόρης). Θυμάμαι την καημένη την θεια-Θεώνη, που παρ’ όλη την φτώχεια της δεν μας άφηνε ποτέ παραπονούμενους. Ένας κουραμπιές πολυκαιρινός, ένα ξεραμένο λουκούμι, κι ένα πενηνταράκι για το καλό. Άλλοι, που είχαν και τον τρόπο τους, δεν μας άνοιγαν καν την πόρτα. Μέρες Γιορτών. Ποιον θα δούμε πρώτον την Πρωτοχρονιά για να μας πάει καλά ο χρόνος. Το γούρι της κουτσούνας. Ένα βάζο από γάλα Τσέχα για την στρούνα. Τα Φώτα, η αγιαστούρα, τα καλικαντζαράκια που φεύγουν…

Ξαναγυρίζω στις μέρες μας. Άπλετο φως πλημμυρίζει το χωριό. Οι κολόνες της Δ.Ε.Η. όπως το μεγάλο μάτι του Κύκλωπα. Κρέμεται από έναν σπάγκο, σαν χέρι στραγκουλισμένο, μια φτωχή γιρλάντα (ό,τι απόμεινε απ’ τον επιβλητικό στολισμό της Χώρας), μνεία Χριστουγέννων. Οι γυναίκες αγοράζουν τα Χριστόψωμα απ’ τον φούρνο. Τα δεντράκια στολίζονται μ’ ετοιματζίδικα παιχνίδια. Οι φάτνες πλαστικές. Ο Παύλος «ταξίδεψε» πιο μακριά κι απ’ την Αμερική. Ο Βασίλης επίσης. Τα κάλαντα λέγονται από κάτι πιτσιρίκια που ξέρουν μόνον τις πρώτες γραμμές απ’ έξω κι ύστερα σταματούν κι απλώνουν το χέρι για μπαξίσι. Κι αν τους δώσεις κατιτίς λιγότερο απ’ αυτό που περιμένουν, στραβομουτσουνιάζουν και φεύγουν μουρμουρίζοντας λόγια ακατάληπτα (για τους μεγαλύτερους). Και ποιος δεν λέει τα κάλαντα σήμερα: χορωδίες (εν χορδαίς και οργάνοις), γύφτοι με κλαρίνα και τουμπερλέκια (μόνον η αρκούδα λείπει), ορδές ανέργων (που βρήκαν για μια μέρα μερική απασχόληση και που πολλάκις αλληλο-μπινελικώνονται για την οριοθέτηση της καλαντικής τους επικράτειας). «Κουτσοί, στραβοί, στον Άι Παντελεήμονα!» Ένα τόσο τρυφερό έθιμο, συνδεδεμένο με αθώα παιδάκια που ψαλμωδούν, κατάντησε στις μέρες μας μορφή ζητιανιάς.

Ούτε κουτσούνες και πέταλα για το γούρι, μόνον φτηνιάρικα κινέζικα, ψεύτικα ρόδια αγοραστά, μπιζού κι επώνυμα κοσμήματα. Εμπόριο κανονικό, για να ζεσταθεί η αγορά, να κινηθεί το χρήμα, να τσουλήσει η οικονομία. Κι εκδηλώσεις πληθώρα, σε κάθε γειτονιά, κάθε γωνιά σ’ όλη την Χώρα, χριστουγεννοποίηση κανονική. Bazaar τα λένε τώρα: αμερικανιές, μαϊμουδίσματα, ντελίριο για να περνά η ώρα. Η τηλεόραση τίγκα στα κινούμενα σχέδια! Για να χαρούν οι μικροί μας φίλοι κι οι μεγάλες εταιρείες παιχνιδιών, που βγάζουν ομοιώματα των κινουμένων σχεδίων και καρατομούν τα έργα με τόνους διαφημίσεων για να τα μοσχοπουλήσουν: Christmas $pirit!

Μέρες Γιορτών. Γέμισε η ζωή μας κουραμπιεδόσκονη, φράκαρε απ’ τα μελομακάρονα, μπούχτισε απ’ τα φαγιά, απόκαμε απ’ τις διασκεδάσεις! Γίναμε τυφλοί ακροβάτες σε μια δίνη υστερικής ηδονής. Κι όλοι οι βρικόλακες της καθημερινότητας (διαφημιστές, πολιτικοί, τραπεζίτες, αφεντικά) φόρεσαν τις ιλουστρασιόν φατσούλες τους για να μας ευχηθούν (πριν μας ξαναρουφήξουν το αίμα). Καλοσύνη κονσερβοποιημένη: Σωματεία αλληλεγγύης, Μη Κερδοσκοπικές Οργανώσεις, τηλεμαραθώνιοι αγάπης, sms που στέλνεις απ’ το κινητό σου για καλό σκοπό, και το κράτος σου χρεώνει και Φ.Π.Α. στην φιλανθρωπία! Ε, ρε, γλέντια! Ρίχνεις έναν ευρώ στον ζητιάνο της γωνίας με το κομμένο πόδι ή στο παιδί με το παραμορφωμένο πρόσωπο, για να ’βρεις δεκανίκι να σωθείς απ’ την ασχήμια, για να ξορκίσεις το κακό απ’ την ζωή σου, αλλά όχι κι απ’ την καρδιά σου. Οι παλαιοί ασκητές έλεγαν πως εκείνο που ενδιαφέρει τον διάβολο δεν είναι η πράξη, αλλά το κίνητρο. «Αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον».

Μια καθαρά πνευματική εορτή, αφορμή για ενδοσκόπηση ενδελεχή, κατάντησε ένα ακόμα καταναλωτικό προϊόν. Τώρα, αν πούμε πως η Γέννηση δεν έγινε χειμώνα αλλά άνοιξη, έχει καμιά σημασία; Πως επιλέχθηκε η 25η Δεκεμβρίου γιατί τότε γιόρταζαν οι Ρωμαίοι την ημέρα της γεννήσεως του Αήττητου Ήλιου (dies natalis invicti solis); Πως ο ένας ευαγγελιστής μιλάει για αστρολόγους κι ο άλλος όχι; Πως η κλασική εικόνα του Ιωσήφ στο πλάι της Μαρίας με τον νεογέννητο Ιησού είναι εφεύρημα, μιας και την εποχή εκείνη θεωρούνταν μιαρό οι άνδρες να βλέπουν τις γυναίκες στο διάστημα του τοκετού; Πως ο Ηρώδης δεν είχε την δικαιοδοσία να διατάξει απογραφή; Πως ακόμα κι αν το έκανε, δεν συμπίπτει η ημερομηνία με την γέννηση του Ιησού; Δεν υπάρχει νόημα σ’ όλα τούτα. Όμως ακόμα κι αν οι εικόνες που έχουμε για την ημέρα αυτή είναι προϊόντα μυθοπλασίας, η αλήθεια είναι στο Μήνυμα, το οποίο δεν φαίνεται να ελήφθη κι ας ταξιδεύει αδιαλείπτως πάνω από 2000 χρόνια…

Ξαναγυρίζω στις μέρες μας. Η ψυχή μου όμως αρνείται να επιστρέψει. Εκεί, στο σκοτεινό χωριό, με όλα τα φώτα της αγάπης αναμμένα, θα σηκωθεί τα χαράματα αλαφροπατώντας, για να μην ξυπνήσει την πραγματικότητα, και θα ζυμώσει, σαν μια απλή χωριάτισσα, τα Χριστόψωμα των αναμνήσεων, ενώ – όπως στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη – «το ρίγος των δρυμών, παγερό και θρηνώδες, θα θροεί στα δέντρα, θα διασχίζει κρημνούς, θα μπαίνει βαθιά μέσα στην κάμαρα, καθώς το κερί λειώνοντας θ’ αναδεύει την τελευταία του φλόγα».

CHRISTMAS $PIRIT

Στου κρεοπώλη τις σακούλες
κηδεύονται οι γαλοπούλες.
Και τα σφαγμένα, αθώα, δεντράκια
νεκροστολίζουν με φωτάκια.
Φέτος οι κόκκινες οι μπάλες
είναι της μόδας κι όχι άλλες.
Κι αίμα ζεστό απ’ την Παλαιστίνη
ψάλλει το «επί γης ειρήνη».

Καλήν ημέραν, άρχοντές μου,
τάχατες είδα και ποτές μου;
Γλυκαίνει η πίκρα της ανάσας
με τα μελομακάρονά σας;
Φτάνουνε τ’ άψυχα στολίδια
για της ψυχής μου τα ξεσκλίδια
και τα κοψίδια στις ψηστιέρες
για των Γιορτών τις άγιες μέρες;

Χριστέ, στου κόσμου το χειμώνα
ντύσου τον ένα μου χιτώνα.
Στης γης αυτής τα μαύρα χάλια
φόρα τα τρύπια μου σανδάλια,
σαν μεγαλώσεις, να βαδίσεις
στον μάταιο Γολγοθά της ζήσης.
Κι όσα καρφιά έχω στα χέρια
κάντα της Βηθλεέμ Αστέρια,
να ’χω στην νύχτα μια παρέα,
φτωχέ Ιησού απ’ την Ιουδαία.

Δεκαπενθήμερο κι ετούτο –
μέσα στης μοναξιάς τον πλούτο!
Καλύτερα να μην το ζούσα
κι ότι έβλεπα ν’ αποσιωπούσα:
Στα Super Market με κουπόνια
κερδίζεις δώρα – καλά ψώνια!
Στης Coca-Cola το κουτάκι
ο Αϊ-Βασίλης αρκουδάκι.
Κι ο παλιός χρόνος, ο παππούλης,
με lifting δείχνει νεαρούλης.

Καιροί γεμάτοι αδειοσύνη…
Χρόνια πολλά, χριστιανοσύνη!

Δημήτρης Ε. Σολδάτος
«Τύπος Λευκαδίων», Αριθμ. Φύλλ. 3, 2/1/2015, σελ. 5

Προηγουμενο αρθρο
Απορίες και ερωτηματικά για τον Κινηματογράφο «Απόλλωνα»
Επομενο αρθρο
Ένα χωριατόπουλο στην Αθήνα κάποτε

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *