HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΣτην Απόλπαινα για πάντα…Μικρό κατευόδιο στον θείο Μήτσο

Στην Απόλπαινα για πάντα…Μικρό κατευόδιο στον θείο Μήτσο

Αγαπημένε μας θείε(1),

Φεύγετε ένας ένας και παίρνετε κομμάτια της ζωής, κομμάτια της ψυχής μας. Κι αν οι άνθρωποι θέλουμε να ανήκουμε στο μέλλον-αλλ’αυτό δεν είναι πάντα στο χέρι μας-το περισσότερο ανήκουμε στο παρελθόν μας. Σ’έναν πολιτισμό ο καθένας μας ιδιαίτερο, οικογενειακό, ατομικό πολιτισμό, όπως τον άκουσε και τον είδε στο πρώτο σκίρτημα της ζωής γύρω του. Γι’αυτά λοιπόν τα πολλά ακούσματα γι’αυτές τις πρώτες εικόνες-που κυρίαρχη μορφή αγαπημένη ήταν η δική σου, θέλω να σου μιλήσω και να τ’ακούσεις σαν ένα αντιχάρισμα μιας έλλαμψης που υπήρξε το ξύπνημά μου στον κόσμο.

Το πρώτο άκουσμα ήταν ο βαρύς, μεστός ρόχος του ποταμιού της Απόλπαινας. Ένας Βάρδας των ειδυλλίων του Θεόκριτου-δεν τον ήξερα τότε- που κυλούσε ασυγκράτητα την ευλογία των νερών του. Κι εκεί για πρώτη φορά-και πριν το μάθουμε στα σκολειά μας- πίστεψα πως μπορεί ο κόσμος και να κατάγεται από το νερό και το νερό πάλι να του κλέβει ό,τι ακριβό και πολύτιμο. Για μένα ήταν τα χρυσά δαχτυλιδάκια της Πρωτοχρονιάς που μου χάριζε η θείτσα Τζία κι η θείτσα Πέπω, η αδερφή σου, και τα’παιρνε το ποτάμι κι απαρηγόρητη μ’έπαιρνες, στην αγκαλιά σου και με παρηγορούσες λέγοντας πως όλα τα δαχτυλίδια του Χρύσανθου (Χατζηγεωργίου), του καλού πρόσφυγα χρυσοχόου, θα γινόταν δικά μου.

Το δεύτερο άκουσμα ήταν η βυζαντινή ψαλμωδία. Μεγάλωσα με την εικόνα μιας οικογενειακής αγιότητας, όπως η μάνα μου και κατά ένα χρόνο μεγαλύτερη αδερφή σου, η Κασσιανή, μου τη σμίλεψε εικόνα ανεξίτηλη μιας οικογενειακής μυσταγωγικής παιδαγωγικής από σελίδες του Παπαδιαμάντη και του Κόντογλου κι από τη ζωγραφική του Νικηφόρου Λύτρα, του Γύζη, του Ιακωβίδη: ο παππούς ο Στάθης, αληθινός νοικοκύρης και άρχοντας για το ήθος και την αυστηρότητα της δικαιοσύνης του, σας μάζευε γύρω του: τον Χρήστο, την Κασσιανή, εσένα, τον Ντίνο, τη Δέσπω και τον μικρό Σπύρο και σας μυούσε στα μυστικά και στους δύσκολους ήχους και στις κλίμακες της βυζαντινής μουσικής, στην επιστήμη και την τέχνη της ψαλτικής: στους εφτά τόνους της βυζαντινής μουσικής, πιο παρατεταμένη μουσική στ’αυτιά μου δεν υπάρχει άλλη- πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω και νΗ και στους οχτώ ήχους, από την Πυθαγορική Οκτάχορδο έλεγε ο παππούς ο Στάθης, Πρώτος, Δεύτερος, Τρίτος, Τέταρτος, Πλάγιος του Πρώτου, Πλάγιος του Δευτέρου, Βαρύς και Πλάγιος του Τετάρτου. Και σε άκουσα,- εσένα και τον θείο το Χρήστο-σε τόσες κυριακάτικες λειτουργίες, σε τόσες γιορτές κι Ακολουθίες, στον Μέγα Κανόνα και στον συγκλονιστικό Ακάθιστο Ύμνο, στην ενορία μας των Αγίων Αναργύρων κι έπειτα εδώ σ’αυτό τον ιστορικό ναό του Αγίου Μηνά, που τώρα σου ανταποδίδει τη χριστιανική αφοσίωση και σε ξεπροβοδίζει με τη γενναιοδωρία της συγκίνησης που συνόδευε την υπέροχη ψαλτική σου. «Διότι, ὅπως εἶναί τις ἱκανὸς να αἰσθανθῇ καὶ ἐκτιμήσῃ πρᾶγμα τόσον ἁβρόν, ὅσον ἡ Βυζαντινὴ μουσική, πρέπει νὰ ἔχῃ ἢ ἁπλότητα ἢ λεπτότητα», έγραφε ο «φτωχός άγιος» των νεοελληνικών μας γραμμάτων, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, σαν να σκιαγραφούσε την ουσία του συναισθήματος και της τέχνης σου.

Κι έπειτα έρχονται οι εικόνες. Μιας ησιόδειας χρυσής εποχής, μέσα σ’ένα περιβόλι γεμάτο δέντρα και καρπούς, από ατσιγκούνευτες πορτοκαλιές, μανταρινιές, νεραντζιές με πράσινα και κίτρινα νεράντζια. Και καρυδιές πλατύφυλλες, αμυγδαλιές καλοσυνάτες στο άπλωμα των ατάλικων χεριών μας, ροδιές μ’ανεμιστά μαλλιά, μια μουριά με βαθύ βυσσινί καρπό, που μάτωνε τα λευκά μας πουκαμισάκια του καλοκαιριού και μια φραγκοσυκιά στον ξύλινο φράχτη, αυτοδιόριστος φύλακας του περιβολιού. Όλα μαζί, διακριτές, επώνυμες ζωές, ευλογία ανταποδοτική ακάματου μόχθου και νοικοκυροσύνης που ζει επίμονα μέχρι σήμερα, κατάλοιπο μιας Εδέμ που ποτέ δεν φιλοξένησε αμαρτία. Και το λέω έτσι, γιατί ακόμα έχω την εντύπωση πως ο παράδεισος της Παλαιάς Διαθήκης, που πρωτομάθαμε στο σχολειό, ήταν το περιβόλι του παππού- στα δέντρα πάνω ζει η αφή και των δικών σου χεριών- αλλά εκεί δεν εμφιλοχώρησε καμιά ανυπακοή, καμιά πονηρή πράξη.

Είναι αλήθεια πως εσύ, αγαπημένε θείε, είχες κι άλλο ακόμα χάρισμα, αυτό που ξετρελαίνει τα παιδιά και που παράγει ωραία, αβίαστη, λυτρωτική κοινωνικότητα στους μεγάλους,, αυτό που δεν εναρμονιζόταν με τον ριγκορισμό και την ηθική απολυτότητα, τη στοχαστική και σύννου φυσιογνωμία του παππού και των άλλων μας θείων. Εσύ είχες το χάρισμα να γνωρίζεις και να παίζεις την ευλογία του γέλιου, ένα καταλυτικό χιούμορ, πότε με λόγο, πότε με μίμηση πράξης, προϊόν εμπεριστατωμένης ανθρωπογνωσίας, σαν κωμικό remedium- υπέρβαση της μικρής λύπης, της μικρής αταξίας, όταν κάποτε-ή μάλλον πολύ συχνά- μεγεθύνεται στην καθημερινότητά μας επισκιάζοντας αφιλοσόφητα τα ανεπανάληπτα της κάθε μέρας καλά. Γιατί το χιούμορ για σένα υπήρξε πράγματι μια πρακτική φιλοσοφία: συγχώρεσης κι ανεκτικότητας και κατανόησης και κατάφασης στον άνθρωπο, κι αισιόδοξης βίωσης της ζωής. Ήταν κι αυτό-μαζί με τόσα άλλα- αδιαμφισβήτητο τεκμήριο ευφυϊας, έκδηλο και στο σχολειό που θήτεψες-έτσι έλεγε η μάνα μας, ήσουν πολύ έξυπνος και στα γράμματα, άσχετα αν η σοφία μιας τάξης επιβίωσης σε κράτησε μαζί με το θείο Χρήστο, να βαστάξετε το βιος μιας ιδανικής συμπόρευσης, του παππού Στάθη, του αξιοσέβαστου πατέρα σας και της γιαγιάς Καλλιόπης, της προικισμένης μάνας σας. Θήτεψες και στα βιβλία της μοναδικής βιβλιοθήκης του πέτρινου σπιτιού σας, το μόνο αγροτικό σπίτι που διέθετε τα χρόνια εκείνα συγκροτημένη βιβλιοθήκη- και ξεφύλλισες τα χειρόγραφα λαϊκής ιατρικής, τον κώδικα του Στάθη Βουκελάτου2, τον οποίο ευτυχώς εγχείρισε ο ίδιος ο κάτοχός του στον λαογράφο συλλογέα και μελετητή του τοπικού μας λαϊκού πολιτισμού Πανταζή Κοντομίχη, και τώρα βρίσκεται, πηγή σοφής ανασκαφής στα μυστικά της φύσης, στη Λαϊκή Ιατρική του Λευκαδίτη λαογράφου.

Κι έπειτα ήρθαν τα χρόνια της ώριμης τοποθέτησης απέναντι στην τελεολογία της ζωής. Όλα κι αυτά με τάξη, με το πρέπον μέτρο της ευγένειας, της δικαιοσύνης, της απίστευτης εντιμότητας, της ανθρωπιάς και μεγαθυμίας. Το πρώτο λιτρουβιό κι ύστερα το εκσυγχρονισμένο ηλεκτροκίνητο, μια κοινότητα ανθρώπων, εξειδικευμένων στους ρόλους και στις εργασίες, αλλά φίλιοι και αταξινόμητοι, χωρίς διάκριση κοινωνική ή άλλη, θαυμαστή δημοκρατία, που προεξάρχει η σωστή εργασία, η έντιμη απόδοση του συνθλιμμένου καρπού, η αξιόπιστη βαθιά σχέση με συναλλασσόμενους και εργάτες. Ο μπάρμπα Γιάννης ο Τζορέλος, ο Νίκος και ο Τάσος Κοντογιώργης, ο Τάσος ο Τζορέλος (Κούρτης) και ο Χρυσόστομος (ο Χσόστομος στην τοπική εκφορά της γλώσσας μας), ο Βασίλης Πετούσης, ο Σπύρος Κακλαμάνης και πολλοί ακόμα από την πόλη, τους Καρυώτες, την Περατιά και την Πλαγια, σε εναλλασσόμενες βάρδιες και νυχτέρια, για να βγει η δουλειά και να παραδοθεί στην ώρα του το προϊόν. Ήταν όλοι τους ένα ανθρώπινο και παραγωγικό κεφάλαιο, αξιοσημείωτη οικονομική και αλληλέγγυα ευτοπία της ανθρώπινης συνεργατικότητας. Και αυτούς τους λίγους τελευταίους μήνες, που κατάπεσες στο κρεβάτι, ο Χσόστομος κάθε μέρα ερχόταν για την καλημέρα του και με τα φρέσκα αυγά για σένα, αγνή εσωτερίκευση άφατων λόγων και πράξεων, λαογραφία της ανθρώπινης συμβιωτικότητας.

Η ζωή φάνηκε –ευτυχώς- άξια ανταποδοτική μαζί σου. Ο γάμος σου με την Κατερίνα Κατηφόρη από τον Άγιο Πέτρο, μοναχοκόρη της αξιοσέβαστης οικογένειας Κατηφόρη, ήταν το «μεγάλο λαχείο» της ζωής σου, όπως συνήθιζε να λέει για τον εαυτό του και για σένα ο πατέρας μου. Προσωποποίηση ακίνητης εσωτερικής ομορφιάς, τρυφερότητας αγιοσύνης-«η γυναίκα που τη λεν Γαλήνη» του ποιητή. Συμπορεύεται στα καλοκαίρια και τους χειμώνες μαζί σου, από την άοκνη προκοπή των χεριών και την παρθενικότητα της ψυχής της αναδείχνεται υποδειγματική συνέχεια η οικογένεια του Μήτσου Βουκελάτου: οι δυο γιοι σου, ο Στάθης και ο Γιώργος, λεβέντες με τη σημασία των δημοτικών μας τραγουδιών, όπως ο πατέρας τους. Και τα δυο σου εγγόνια, η Κατερίνα και ο Δημήτρης, μια νέα γενιά για να κληρονομήσει αυτό το ανθρώπινο ηθικό και ψυχικό κεφάλαιο που αφήνεις, χωρίς να το εγκαταλείπεις. Η Χαρούλα η νύφη σου, είκοσι χρόνων εμπειρία στοργής και αφοσίωσης, θραύοντας των λαϊκών παραδόσεων και της λαϊκής μνήμης προκαταλήψεις ή και εμπειρίες ανθρώπινων σχέσεων.

Ακριβέ μας θείε,

Πόση τάξη και στο θάνατο ακόμα, πόση δημογραφική δικαιοσύνη! Όμως επειδή δεν χορταίνεται η ζωή και το κατανοούμε, αλίμονο, όταν ανεπίστρεπτα κονταίνει: Να σε χαιρετήσω θέλω εκ μέρους όλων των δικών σου ανθρώπων που με την άσωστη τιμή της αέναης αγάπης σε περιβάλλουμε, αυτή την πιο επίσημη ώρα σου, να σε χαιρετήσουμε θέλουμε προεκτείνοντας τα λόγια του ποιητή, από τη γη μέχρι τον ουρανό: «Καλλιεργούνται οι ντάλιες. Κι ο βραδύς κυνηγός μ’αιθερίου θηράματα επιστρέφει κόσμου. Κι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Αχ Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι η γη…Αλλ’η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»…Κι εσύ τη βρήκες την αλήθεια, την υπηρέτησες πιστά και φεύγοντας την εναποθέτεις στη δειλινή αύρα της άνοιξης, «μη γνωρίζοντας ερινύες».

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε θείε.

1.Δημήτριος Βουκελάτος, του Ευσταθίου και της Καλλιόπης, ο θείος ο Μήτσος (ή ο μπάρμπα Μήτσος), αδερφός της μάνας μου Κασσιανής. Με το -πιο πρόσφατο-ελαιουργείο στην πλατεία Αγίου Μηνά, στην οδό Μπέη 1, που το δούλεψε για δεκαετίες με τον μεγαλύτερο αδερφό του Χρήστο και μια ζωντανή «κοινότητα» εργατών. Το ελαιουργείο των Βουκελαταίων, ένας παραγωγικός βιότοπος που συνένωσε Λευκάδα (πόλη και ύπαιθρο) με την απέναντι Ακαρνανία.
2.Γράφει για τον Στάθη Βουκελάτο (παππού μου, από το μέρος της μάνας μου, Κασσιανής Βουκελάτου-Κοψιδά), ο Πανταζής Κοντομίχης:

Στάθης Βουκελάτος. Είναι ο νεότερος από τους λαϊκογιατρούς που αναφέρουμε σε τούτη την εργασία. Καταγόταν από το χωριό Απόλπαινα και η ιατρική του δραστηριότητα ήταν μάλλον περιορισμένη. Κινούνταν στην περιοχή του κάμπου και των Περιβολιών της Χώρας. Σεβαστός νοικοκύρης και πάντα καλοσυνάτος ο «μπάρμπα-Στάθης», αγαπούσε με πάθος τους ανθρώπους και τους γιάτρευε χωρίς καμιά απολαβή. Μας άφησε έναν κώδικα με γιατροσόφια, σε σχήμα μικρού τετραδίου, ντυμένον με μαύρο χαρτονένιο εξώφυλλο. Κατά τη μαρτυρία του ίδιου, τα γιατροσόφια του τα μάζεψε «από δω κι από κει» από παλιότερα «Ιατρικά βιβλία»…Σχηματίστηκε έτσι ένα σύνολο από 51 γιατροσόφια και 9 συνταγές διάφορες. Είχε την καλοσύνη να μου δανείσει το «τετράδιό» του να το αντιγράψω και μαζί μου έδωσε κι αυτές τις πληροφορίες που παραθέτω εδώ…Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Βουκελάτος δεν αντέγραφε πιστά. Από τη σύγκριση που κάναμε προκύπτει ότι απλοποιούσε συχνά το κείμενο γλωσσικά και το προσάρμοζε «κατά το δοκούν». Παρέλειπε επίσης λέξεις που αγνοούσε το περιεχόμενό τους ή που δεν μπορούσε να τις διαβάσει. Πέθανε το 1968 σε ηλικία 82 χρόνων. (Βλ. Πανταζή Κοντομίχη, Η λαϊκή ιατρική στη Λευκάδα, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σ. 59-60).

Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού
Τετάρτη, 11-5-2016

Προηγουμενο αρθρο
Παρουσίαση του project της Εύας Γιαννακοπούλου «Δούρειο Ύφος» στο Νήιον
Επομενο αρθρο
Παίζοντας με τα κύματα… Water sports στη Λευκάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *