HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΣτη Μικρά Ασία – Μάχες με τους Τσέτες- Σωτηρία σαν από θαύμα – Η ημέρα της απόλυσης

Στη Μικρά Ασία – Μάχες με τους Τσέτες- Σωτηρία σαν από θαύμα – Η ημέρα της απόλυσης

Απομνημονεύματα ιερέως Κωνσταντίνου Κακαβούλη – Μέρος H΄

ΤΙΜΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ

Τότε είχε έλθη στον λόχο μας ένας νέος Ανθυπολοχαγός Παπααργύρης ονομαζόμενος και έδωσε μίαν διαταγήν. Κατά την διανομήν του συσιτίου υποχρεωτικώς οι στρατιώται να φέρουν μεθ’εαυτών τα σακίδιά τους. Εγώ επειδή δεν είχαμε τίποτε να βάλουμε στα σακίδια μας, ούτε ψωμί, ούτε γαλέττα, τίποτε κυριολεκτικώς, είχα μέσα στο σακκίδιο μου τα εσώρουχά μου καθαρά. Διότι εάν τα έβαζα στον γυλιό μου, που τον έβαζα προσκέφαλο, θα γέμιζε ψείρες, ενώ από πάνω από εκεί που κοιμόμουνα και τον είχα κρεμασμένον έμεναν καθαρά και κάθε βράδυ Σάββατο άλλαζα εσώρουχα και μ’αυτόν τον τρόπο δεν έπιανα πολλές όπως άλλοι στρατιώτες που άλλαζαν ασπρόρουχα τακτικά.

Πήγα λοιπόν στην διανομή του σισσιτίου χωρίς σακίδιο. Εκεί μου συνέβηκε ένα μικρόν επεισόδιον. Ο λοχίας, αυτός ο ίδιος που είχαμε προηγουμένως κατά την πορείαν μαλώσει για το ψωμί, μου είπε γιατί δεν έχω το σακκίδιό μου και του είπα τι να κάμω το σακκίδιο αφού δεν έχω τίποτε να βάλω μέσα; ενώ μέσα έχω τα ρούχα μου καθαρά. Τον διάλογόν μου αυτόν με τον Λοχία αντελήφθη ο Ανθυπολοχαγός που έδωσε την διαταγήν και είπε στον Λοχία, τι συμβαίνει λοχία; και ο λοχίας του είπε ότι δεν πήρα το σακκίδιόν μου και τότε του είπα εγώ δεν μου λέτε κ. Ανθυπολοχαγέ τον προορισμόν που έχει να φέρουν οι στρατιώται το σακκίδιον κατά την διανομήν του συσιτίου; Εφ’όσον δεν έχουμε τι να βάλουμε μέσα, έβαλα τα εσώρουχά μου να διατηρούνται καθαρά. Τότε αυτός εξεμάνει και μου επέβαλε 4 ημέρες κράτηση και να πάρω τελευταίος συσσίτιο κι εγώ έφυγα τελείως από την γραμμή και πήγα στον σταύλο μου. Στο εσπερινό συσσίτιο ήτο πάλιν αυτός εκεί και μου είπε: Κακαβούλη να μην πας απόψε στο πειθαρχείο. Εγώ του απήντησα, γιατί κ. Ανθυπολοχαγέ αφού νομίζητε ότι παρεκτράπηκα πρέπει να τιμωρηθώ, αλλ’ αυτός είπε στον Δεκανέα της υπηρεσίας να μην με πάει στο πειθαρχείο. Έληξε λοιπόν αυτό το ζήτημα.

20

ΤΙΜΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΙΝΟ

Μετ’ ολίγας ημέρας άλλο επεισόδιον με τον ίδιον Ανθυπολοχαγό. Κάθε πρωί στο ρόφημα ήτο ένας νοσοκόμος ο οποίος κρατούσε στο ένα χέρι ένα μπουκάλι γεμάτο διαλελειμένη κινίνη και στο άλλο ένα κουτάλι και έδινε μια κουταλιά κινίνη στον κάθε στρατιώτη. Η γεύση του ήτο σωστό δηλητήριο. Εγώ όταν το έπαιρνα αυτό μου δημιουργούσε πονοκέφαλο και έπρεπε να παραμένω όλην την ημέραν στο κρεβάτι. Γι’ αυτό λοιπόν είπα ότι δεν ημπορώ να το πάρω διότι με βλάπτει. Αυτός επέμενε να το πάρω, εγώ του έλεγα ότι δεν ημπορώ να το πάρω και έβγαλα από την τσέπη ένα σωληνάρι κινίνο κόκκινο του κράτους και πήρα μπροστά του ένα χαπάκι για να πεισθή ότι παίρνω κινίνο αλλ’ αυτός επέμενε να πάρω από εκείνο που είχε ο νοσοκόμος. Εν τέλει δεν το πήρα και με τιμώρησε με 4 ημέρες κράτηση και να πάρω τελευταίος το ρόφημα. Τότε εγώ έφυγα από την γραμμή και του είπα ότι τους το χαρίζω.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΕΚΑΝΕΑΣ

Μετ’ ολίγας ημέρας μας καλεί ο λοχαγός, που είμεθα έξω σε φυλάκια, να έλθουμε στον λόχο. Μας έβαλαν στη γραμμή και μας είπε ο λοχαγός ότι διέταξε το σύνταγμα να προτείνουμε 20 στρατιώτες για Δεκανείς. Μπορεί όμως όποιος θέλει να βγει από την γραμμή και να δηλώση ότι δεν θέλει να γίνη Δεκανεύς. Πρώτος βγήκα εγώ κατόπιν και άλλοι. Τότε μου λέγει ο λοχαγός γιατί Κακαβούλη δεν θέλεις να γίνης Δεκανεύς, που είσαι καλός στρατιώτης; Τότε του απάντησα ότι, έχω τόσα χρόνια στρατιώτης και ποτέ δεν με πρότεινε κανείς για δεκανέα και τώρα που περιμένω να απολυθώ να πάω στο σπίτι μου με ανεγνώρισε ως άξιον η πατρίς για να γίνω Δεκανεύς ας γίνουν άλλοι νεώτεροι. Ήμουν τότε παντρεμένος και είχα 2 παιδιά. Ο λοχαγός όμως επέμενε και μου λέγει, δεν είσαι συ που μάλωσες προχθές με τον κ. Παπαργύρη τον Ανθυπολοχαγό; Εγώ είμαι του είπα και πάλιν επαναλαμβάνει, μα εσύ είσαι καλός στρατιώτης γιατί δεν θέλεις να γίνης Δεκανέας; Τότε του είπα, γιατί με λέτε καλόν στρατιώτη εφ’ όσον μάλωσα με τον αξιωματικό, και μου είπε ότι, είχες δίκιο. Εν τέλει δεν δέχθηκα να γίνω δεκανεύς.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ

5469
Εκεί στο χωριό που μέναμε Παλάγκα Βεσαραβίας επί 40 ημέρες δεν είχαμε ψωμί μόνον ζωμό μας έδιναν από γελάδες και μιά μερίδα κόκαλα, διότι οι γελάδες ήτο αδύνατες από τον χειμώνα που δεν είχαν λόγω της επαναστάσεως τροφές να τις ταΐζουν και πολλές απ’ αυτές ψοφούσαν.

Μετά από 4 ημέρες που φθάσαμε εκεί, ενώ δεν μπορούσαμε να σύρουμε τα πόδια μας, μας έβαλαν να παίξουμε. Ποιός είχε όρεξη να παίξη έπειτα από τόσα που είχαμε περάσει; κούραση, αϋπνία, ταλαιπωρία, νηστεία και τόσα άλλα και να σου λένε να παίξης. Εγώ καθόμουνα και σκεπτόμουνα την οικογένειαν. Έρχεται ο γνωστός λοχίας και μου λέγει να σηκωθώ να παίξω. Του είπα ότι δεν ημπορώ να παίξω, τότε ο Ανθυπολοχαγός μου ο Διμοιρίτης που με ήξερε πολύ καλά του είπε, άφησέτον μην τον ενοχλείς. Ξέχασα να σας πω ότι ολίγας ημέρας μετά που φθάσαμε εκεί μας διάβασαν την ημερήσια διαταγή του συντάγματος η οποία μεταξύ των άλλων έγραφε και τα ονόματα μερικών στρατιωτών, μαζί και το δικό μου όνομα, ότι μας ονόμασαν υποδεκανείς διότι περάσαμε τον ποταμό Δνείπερο αγογγύστως.

ΘΛΙΒΕΡΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Πέρασε κάνας μήνας και ήλθε το πέμπτον Πάσχα που έκανα στον στρατό. Εγώ βρισκόμουνα πολύ στενοχωρημένος διότι είχα λάβει γράμμα από τον πατέρα μου. Είχαν πεθάνει 2 κουνιάδες μου από την γρίπη μέσα σε μια εβδομάδα, μας έκλεψαν 2 γίδες και μια προβατίνα που είχαμε στο σπίτι, ολόκληρον την μπουγάδα της μητέρας μου και γενικά μου τα έγραφε ο πατέρας πολύ τραγικά τα οικογενειακά μας ζητήματα. Το Μ. Σάββατον ήλθε ο Δεκανεύς της υπηρεσίας και μου είπε να σηκωθώ να πάω να πλύνουμε τις πατσές από τα αρνιά και του είπα ότι δεν ημπορώ να πάω, έχω 4 φορές το Πάσχα που έπλυνα πατσές, εφέτος ας τις πλύνουν άλλοι, είπα ότι ήμουν πολύ στενοχωρημένος και μου λέγει αυτός ότι έπειτα που θα γίνει η διανομή της μαγερίτσας, έρχεσαι πρώτος, κι’ εγώ του απάντησα ότι δεν θα έλθω καθόλου. Και πράγματι δεν πήγα καθόλου στην διανομή της μαγειρίτσας. Πέρασε το Πάσχα στενοχωρημένο βέβαια, αλλά κάπως υποφερτόν.
Εν τω μεταξύ αρχίσαμε και κάναμε γυμνάσια και ήρχισαν να κυκλοφορούν φήμαι ότι θα απολυθούν οι μεγαλύτερες ηλικίες και λέγαμε ότι σώθηκαν τα βάσανά μας και θα πάμε σπίτια μας.

ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ


Αλλά δεν πέρασαν πολλές ημέρες που μας διάβασαν μίαν διαταγήν της Κυβερνήσεως, ότι απεβιβάσθη Ελληνικός στρατός στην Σμύρνη. Αντί λοιπόν να απολυθούμε και να πάμε στα σπίτια μας νέες περιπέτειες και βάσανα μας περίμεναν.

Πράγματι μετά τρίμηνον παραμονήν εις Βεσαραβίαν ήλθε διαταγή να φύγουμε για Ρουμανία και κατόπιν διήμερον πεζοπορίας φθάσαμε σιδηροδρομικώς εις το Γαλάζιον της Ρουμανίας. Εκεί καθήσαμε επί 4 ημέρες. Κατόπιν μπήκαμε στα πλοία πλεύσαμε τον ποταμόν Δούναβην, φθάσαμε στα στενά των Δαρδανελίων, αφού περάσαμε από την Κων/νουπολιν και βαδίσαμε κατ’ ευθείαν για την Σμύρνην της Μικράς Ασίας.

Απεβιβάσθημεν εκεί, παραμείναμε 5 ημέρες μέσα στην πόλη της Σμύρνης και απ’ εκεί φύγαμε και πήγαμε σε μίαν ωραίαν κωμόπολιν απέχουσα 2 ώρες από την Σμύρνη η οποία ονομάζετο . Πολύ καλό μέρος οι δε κάτοικοι μας εδέχοντο με μεγάλον ενθουσιασμόν και μας λέγανε τα κορίτσα ελάτε και στα δικά μας τα σπίτια αδέλφια και έκλαιγαν από την συγκίνησιν. Εκεί καθίσαμε σχεδόν ένα μήνα και κατόπιν φύγαμε πεζοπορία και πήγαμε εις μίαν πόλιν Οδεμήσιον λεγομένην.

Εκεί καθήσαμε λίγες ημέρες, αυτές τις ημέρες πήγα εις την εκκλησίαν, και είδα επάνω σε ένα μνημείο την εξής επιγραφήν:

Τάφε σκληρέ ειπέ ημίν
τίνα εντός σου κρύπτεις;
πάντας δ’ ημάς εις άφατον
και βαρύ πένθος ρίπτεις;

Αυτοί οι ολίγοι στίχοι με συνεκίνησαν και ενθυμούμαι που δάκρυσα.

ΜΑΧΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΣΕΤΕΣ


Μετά ολίγας ημέρας μας διέταξαν να φύγη το τάγμα μας για ένα χωριό ορεινό που ελέγετο Πυργί. Μόλις φθάσαμε από την πορείαν ώρα νύκτα και καθήσαμε λιγάκι να αναπαυθούμε, είχαν προκάμει και έβγαλαν προφυλακάς, ηκούσθηκαν πυροβολισμοί. Αμέσως πήραμε τα όπλα και τρέξαμε στο μέρος που έπεσαν. Είχον έλθει εκεί ένα τμήμα από Τσέτες (αντάρτες) που είχον πληροφορίες ότι μένουν εκεί μόνον 50 εύζωνες και ήλθον να τους σφάξουν, και θα τους έσφαζαν εάν το βράδυ εκείνο δεν πήγαινε το δικό μας τάγμα να τους αντικαταστήση. Διότι οι εύζωνες έμενον μέσα στο Διοικητήριον και ούτε σκοπούς δεν έβγαζαν όπως μας έλεγαν οι κάτοικοι του χωριού.

Την επομένην ημέραν ο λόχος ανέβηκε από πάνω απ’ το χωριό. Ημείς το φυλάκιό μας το είχαμε σ’ ένα σπίτι στην άκρη στο χωριό. Ένα πρωί, ενώ κοιμόμαστε ακόμη, ακούσαμε πυροβολισμούς, πήραμε τα όπλα βγήκαμε έξω και πιάσαμε μετερίζια από πέτρες, δυστυχώς μας είχαν σκοτώσει τον σκοπό μας. Τον πήραμε από μέσα στα χαρακώματά μας αλλά σε λίγη ώρα πέθανε. Εξακολούθησε μισή ώρα η μάχη και κατόπιν έφυγαν οι Τσέτες χωρίς άλλες απώλειες. Από εκείνην την ημέραν δεν ξαναπαρουσιάσθηκε εχθρός.
Καθήσαμε μερικές ημέρες εκεί και κατόπιν φύγαμε απ’ εκεί και πήγαμε εις μίαν κωμόπολιν που ελέγετο Λίγδα. Εκεί μείναμε 2 μήνες χωρίς να έχουμε εχθροπραξίας.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΑΝ ΑΠΟ ΘΑΥΜΑ

Κατά τον Αύγουστον μήνα του 1919 ήλθε η διαταγή να απολυθή η ηλικία μου της κλάσεως 1911. Αλλ’ ενώ ήλθε η διαταγή να απολυθούμε κάποιο τμήμα στρατού έπιασε μάχη εκεί κοντά στο χωριό που μέναμε και ζήτησε ενίσχυση από τον ιδικόν μας λόχον και έτυχε να πάη η διμοιρία μου. Είπα τότε στον Ανθυπολοχαγό, θα έλθω εγώ κοντά κ. Ανθυπολοχαγέ που είμαι απολυμένος; και μου είπε, έλα και συ και δεν θα σε αφήσω να πας μπροστά. Εγώ του είπα, εάν έλθω θα πάω μπροστά στη μάχη, πίσω δεν κάθομαι. Φύγαμε λοιπόν και φθάσαμε. Πέφτει μια οβίδα μπροστά μας η οποία εξεράγη και έσπειρε ένα σωρό κομμάτια. Ευτυχώς και τα κομμάτια ως εκ θαύματος δεν κτύπησαν κανένα. Τότε μου λέγει ο Ανθυπολοχαγός, αχ ορέ Κακαβούλη σε πήρα στον λαιμό μου. Ευτυχώς όμως αποτόμως σταμάτησε η μάχη και γυρίσαμε πίσω στο χωριό, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ

2
Την επομένην μας έδωσαν τα απολυτήρια. Τότε εγώ πήγα κι’ έφκιασα σ’ ένα ράφτη τα γαλόνια του υποδεκανέως, τα φόρεσα κι’ αγόρασα ένα μπουκάλι κονιάκ πήρα και δύο ρακοπότηρα και μπήκα ανάμεσα στους αξιωματικούς που ήτο συναθροισμένοι για φαγητό και τους κέρασα. Τότε είδανε ότι ήμουν υποδεκανέας. Μέχρι την ημέρα εκείνη δεν το ξέρανε. Τότε ο Ανθυπολοχαγός κ. Παπαργύρης με τον οποίον είχα μαλώσει επανηλειμένως είπε: Γειά σου Κακαβούλη, του είπα: Τώρα γειά μου; την ώρα που με τιμωρούσες το ξέχασες; και μου λέγει αυτός:

Είχες δίκιο για όλα, αλλά είχα έλθει νέος στον λόχο και ενόμιζα πως έτσι θα επέβαλα την πειθαρχία. Ο δε Διμοιρίτης μου, Ανθυπολοχαγός Φωτόπουλος έκλαιγε. Του έλεγαν οι άλλοι Αξιωματικοί: Τι έπαθες κ. Φωτόπουλε και κλαίς; Κι’ αυτός τους απάντησε ότι, φεύγει ο Κακαβούλης και χάνω τα πάντα, αυτός ήτο το στήριγμά μου. Κατά βάθος δεν του άρεσε που απολύθηκα.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Από τα Λίγδα κατεβήκαμε στο Οδεμήσιον. Εκεί μείναμε 40 ημέρες απολυμένοι αλλά δεν υπήρχε συγκοινωνία για να φύγουμε. Μέναμε με τον συνάδελφον μου εκ Βουρνικά Αλέξανδρον Φουρλάνον σε ένα σπίτι ενός χασάπη ο οποίος κάθε βράδυ μας έφερνε μιά πιατέλα γεμάτη μπριζόλες ψητές. Αυτός ήτο άγαμος, έμενε με την μητέρα του και με 2 αδελφές του γεροντοκόρες. Μας περιποιήθηκαν όλοι πάρα πολύ.

Μετά από τις 40 ημέρες φύγαμε σιδηροδρομικώς για Σμύρνην και απ’εκεί με πλοίο στον Πειραιά. Ανέβηκα στην Αθήνα, αντάμωσα τον μακαρίτη αδελφό μου Μιχαήλ, που ήταν χωροφύλακας εκεί, τηλ/φησα στο σπίτι μου ότι έρχομαι και την ίδιαν ημέραν έφυγα δια θαλάσσης για την Λευκάδα.

Απ’ εκεί έφθασα στο σπίτι μου το βράδυ σούρουπο την επομένην ημέραν πεζοπορία, Λευκάδα – Σύβρος.
Μόλις μπήκα στην αυλή, εκείνη την ώρα είχαν φθάσει και η μακαρίτισσα η γυναίκα μου με τα δύο μου παιδιά την Φροσύνη και τον Νίκο. Ήλθανε να με προϋπαντήσουν μέχρι την τοποθεσία Κερκεριά, αλλά όταν είδον ότι ενύκτωνε και δεν εφάνηκα, οπισθοχώρησαν σιγά, σιγά, και φθάσαμε μαζί στο σπίτι.

Εδώ τώρα τελειώνει το Α’ μέρος της ιστορίας της ζωής μου.

Ήτο η τελευταία φορά που πήγα στρατιώτης…

Συνεχίζεται.

line1

Διαβάστε το Α΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Β΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Γ΄ μέρος΄[ΕΔΩ].
Διαβάστε το Δ΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Ε΄ μέρος [ΕΔΩ].
Διαβάστε το Ζ΄ μέρος [ΕΔΩ]

2421
Προηγουμενο αρθρο
Ανακοίνωση του Συλλόγου Λευκαδίων Ηλιούπολης για το χορευτικό τμήμα
2016-11-26_0845
Επομενο αρθρο
Πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *