HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΣτούβες και μοσχοπαπαδιές

Στούβες και μοσχοπαπαδιές

Γράφει η Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα

Οι στούβες αγκυλώνουν, οι μοσχοπαπαδιές μοσχοβολούν, Οι στούβες αναμμένες μάς χαρίζουν τη ζεστασιά τους. Οι μοσχοπαπαδιές, τρυφερές και μυρωδάτες, χαρίζουν την αρωματική γεύση στην πίττα μας.

Στούβες

Η στούβα, ένας όμορφος σφαιροειδής θάμνος (με την επιστημονιή ονομασία «Ευφορβία η ακανθόθαμνος, γαλαστοιβίδα») με μικρά φύλλα και μικρά κίτρινα άνθη την Άνοιξη, κοσμεί τις χαμηλές πλαγιές των βουνών μας. Ενδιαφέρον όμως για μας είχε, όταν έπεφταν τα φύλλα και τα άνθη, και έχανε τη χλωράδα και τη ζωντανή γοητεία του. Αγκυλωτός με μικρά σουβλερά αγκάθια αυτός ο φουντωτός γκρίζος πλέον θάμνος.

Κατάξερος, αλλά ακριβώς με αυτή την άγρια γοητεία της αφάνας προσφέρονταν για προσάναμμα. Κι εμείς το εκμεταλλευόμασταν. Αναζητούσαμε τις στούβες ως ιδιαίτερη παιγνιώδη απασχόληση, συνεισφορά όμως και στο νοικοκυριό της μάνας μας.

Μια μικρή ορειβασία, ώς τον Άι-Νικόλα, στις δυτικές πλαγιές των Ακαρνανικών ορέων για συλλογή στούβας. Άφθονες οι στούβες εκεί πάνω. Με ζήλο τις συλλέγαμε. Θελκτικές για μας, έτσι ξερές. Με την επιμελή συλλογή μας απαρτίζονταν το δεμάτι μας. Οι στούβες είναι ἐλαφρές. Με το δεμάτι στο κεφάλι κατεβαίναμε η μια πίσω από την άλλη – κρίμα, που δεν υπήρχε φακός, να απαθανατίσει την κάθοδό μας, Φτάνοντας στην αυλή του σπιτιού μας απιθώναμε θριαμβευτικά τον θησαυρό μας. Βασικά για μας ήταν ένα παιγνίδι. Η μάνα μας αξιοποιούσε όμως το φορτίο μας, τα προσανάμματα για τη φωτιά μας στη γωνιά ή στον φούρνο. Μεγάλη η ικανοποίηση, όταν συνειδητοποιούσαμε τη συνεισφορά μας στο λαμπάδιασμα της φωτιάς.

Μοσχοπαπαδιές

Με τα πρωτοβρόχια χλόιζε ο τόπος. Κάθε λογής λάχανο ξεφύτρωνε. Έτσι χωλάτος, καταπράσινος μάς έκραζε ο κάμπος. Με το σακκούλι μας στον ώμο και το μαχαίρι μας στο χέρι οι φιλενάδες σμίγαμε και εξορμούσαμε να μαζέψουμε λάχανα.

Ο κάμπος ήταν δικός μας. Τον διασχίζαμε από Βορρά προς Νότο. Λοξεύοντας από ένα σημείο νοτιοανατολικά. ἀνοίγονταν πλέον ο κάμπος ώς τη θάλασσα ελεύθερος, χωράφια ξέφραγα – δεν είχε φυτευθεί με ελιές ακόμα ο κάμπος. Στη διάθεσή μας, στα πόδια μας η ακαρνανική πεδιάδα. Το μαχαίρι δούλευε και το σακκούλι γέμιζε Γνωρίζαμε κάθε βότανο με το όνομά του. Ξεχωρίζαμε τα φαγώσιμα – τα είχαμε γευθεί πολλές φορές βρασμένα ή στη λαχανόπιττα. Γρούβες, λαψάνες, σκολύμπρια, χειροβότανα, ζόχοι, ραδίκια, λάπατα, και, φυσικά, και μοσχοπαπαδιές. Από τις γρούβες και τις λαψάνες προτιμούσαμε τις τρυφερές κορφάδες. Τα σκολύμπρια τα ξεριζώναμε από βαθιά με τις χοντρές ολόασπρες ρίζες τους, που τις γευόμασταν και ωμές. Οι πικροὶ ζόχοι και τα πικρά ραδίκια ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα, για να απαρτισθεί μια βρασιά λάχανα, που περίμεναν οι μανάδες μας για το βραδινό φαγητό.

Τα λάπατα ήταν η βάση και οι παπαρούνες εμπλουτισμός για τη λαχανόπιττα. Αλλά τί θα ήταν η λαχανόπιττα χωρίς τις μοσχοπαπαδιές (κοινώς: καυκαλήθρες) με τα μυρωδάτα χνουδωτά φύλλα τους! Η πεμπτουσία της γεύσης της πίττας. Άφθονες κι αυτές μπροστά μας. Με ζήλο τις ξεριζώναμε.

Το σακκούλι γέμιζε γρήγορα με λάχανα μιας βρασιάς και λάχανα μιας πίττας.

Αν βρίσκαμε και «οβριές» ή σπαράγγια, τα φτιάχναμε ξεχωριστά ματσάκια.

Η πορεία μας όμως συνεχιζόταν. Στόχος μας ένα χωράφι πριν από την ερειπωμένη βυζαντινή εκκλησία Αγιά Σοφιά κοντά στη θάλασσα, απέναντι απ᾽το νησάκι Κάλαμος. Το άκρον άωτον της συλλογής μας ευδοκιμούσε εκεί: Καρδάματα και σέλινα, προπαντός σέλινα, που, γλυκά και εύγευστα, μπορούσαμε, πλένοντάς τα στο εκεί άφθονο νερό, να τα γευθούμε ἀμέσως.

Δεν ήταν μια, δεν ήταν δυο οι φορές που βγαίναμε για λάχανα. Δεν ήταν μια, δεν ήταν δυο οι φορές που τραβούσαμε προς τον Νότο και την Ανατολή για τις μοσχοπαπαδιές. Και ήμασταν παράλληλα πολλές παρέες οι λαχανομαζώχτρες. Ο κάμπος αντιλαλούσε από τις φωνές και τα γέλια μας. Κι ανάμεσά μας κάλπαζαν τὰ παιδιά με τα άλογά τους, που τα έφερναν για βοσκή. Αλησμόνητος ο καβαλλάρης του Ψαρή.

Η Παρασκευή Σιδερά – Λύτρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κανδήλα, φοίτησε στο Γυμνάσιο Λευκάδας. Σπούδασε στη Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία και μετεκπαιδεύτηκε στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαιδεύσεως. Σπούδασε κατόπιν στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Γοττίγγης Κλασσική Φιλολογία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία.
Δίδαξε σε σχολεία στην Ελλάδα και στη Γερμανία και τελευταία Νεοελληνική Γλώσσα ως εντεταλμένη στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης. Έχει δημοσιεύσει σε περιοδικά άρθρα και βιβλιοκρισίες και έχει μεταφράσει θεωρητικά και λογοτεχνικά έργα από τα γερμανικά στα ελληνικά και αντιστρόφως.
Κάτοχος του κρατικού βραβείου μετάφρασης έργου ελληνικής λογοτεχνίας σε ξένη γλώσσα 2007.

Προηγουμενο αρθρο
Μας κοροϊδεύουν μέχρι την τελευταία στιγμή
Επομενο αρθρο
Η εξέλιξη του κάστρου Αγίας Μαύρας σε φρούριο

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *