HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ«Στο εκτάκι μου»… Της Έλενας Ακρίτα

«Στο εκτάκι μου»… Της Έλενας Ακρίτα

Το κείμενο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε πριν από αρκετά χρόνια. Είναι όμως -ιδιαίτερα αυτή την εποχή- επίκαιρο

«ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΑ γιορτή του σχολείου. Τα παιδιά της Έκτης που αφήνουν το Δημοτικό για το Γυμνάσιο. Σε παρακολουθώ, γιε μου. Εκτάκι μου. Σου είχα υποσχεθεί να μην κλάψω. Να μη σε κάνω ρόμπα. Σου τη σπάει η Ελληνίδα μάνα, όταν βγαίνει από μέσα μου. Αγκαλιές, φιλιά, γέλια, κλάματα. Έτσι είμαι εγώ, τώρα θα με μάθεις, ρε μωρό μου; Όπα! H απαγορευμένη λέξη: «Μωρό μου!» Θα τσατιστείς. Συγγνώμη: «Αγόρι μου» ήθελα να πω. Εκτάκι μου…

ΜΕΣΑ στα φώτα της γιορτής, τα φλας και τις βιντεοκάμερες – ύπουλα, σαν νάρκη που σε τινάζει στον αέρα – ελλοχεύει η μνήμη.
Και θυμάμαι, εκτάκι μου… Θυμάμαι…

Τριών μηνών, ένα ξανθογάλανο πανέμορφο σκατούλι, με το μπιμπερό. Να κόβουμε βόλτες πάνω – κάτω μέχρι να ακούσω επιτέλους, το σωτήριο ρέψιμο στον ώμο μου. Ένα μωρουδάκι να ρεύεται με το κέφι ενός γέρου συνταξιούχου. Γελούσες κι εσύ, μαζί μου, χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί.

ΠΩΣ έμαθα να αναγνωρίζω το κλάμα σου! Το κλάμα της νύστας, της πείνας, της αγκαλιάς. Το κλάμα γιατί δεν γουστάριζες την καινούργια πιπίλα κι ήθελες την παλιά, το χούι σου.

Παιδική χαρά, βόλτες, διακοπές, ταξίδια. Έχωνες ένα τόσο δα χεράκι στο δικό μου. Αυτό το χεράκι, γεμάτο εμπιστοσύνη. Αυτό το μουτράκι με την πλάνην την οικτράν ζωγραφισμένο: Όταν είναι η
μαμά δίπλα, τίποτα κακό δεν μπορεί να σου συμβεί.

ΛΙΓΟ μετά τα πεντέμισί σου χρόνια, διαβήκαμε μαζί το κατώφλι του Δημοτικού που τώρα τελειώνεις, εκτάκι μου. Γύρω μας, μεγαλύτερα παιδιά. Τα τριτάκια τώρα μού μοιάζουν σπόροι. Τότε φάνταζαν θηρία, έτοιμα να κατασπαράξουν το πρωτάκι μου. Τα λόγια μου καθησύχαζαν την αγωνία σου. H καρδιά μου μού ‘λεγε να κάνουμε στροφή επί τόπου. Θα τα βγάλεις πέρα; Θα εγκλιματιστείς; Θα συνηθίσεις;

KI ΟΛΑ ΕΓΙΝΑΝ
. Κι όλα πήγαν καλά. Έκανες φίλους.

KAI περνούσαν τα χρόνια. Και κάθε βηματάκι σου, κάθε καινούργια σου κατάκτηση, μου έσκιζε την καρδιά στα δυο. Απ’ τη μια, καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι. Απ’ την άλλη, ένα χιλιοστό κάθε φορά, το χεράκι σου χαλάρωνε το σφίξιμο στο δικό μου.

Κι εγώ να μη σε καταπιέζω. Να το παίζω «κουλ». Όμως, όταν κοιμάσαι και δεν μ’ ακούς, καμιά φορά, σου ψιθυρίζω «μωρό μου». Έτσι για να βγάλω το άχτι μου… Κι όταν ξυπνάω, επιστρέφω στο «μεγάλε» και στο «αφεντικό»! Μωρό μου, μωρό μου, μωρό μου!

ΟΛΑ όσα κορόιδεψα, όλα τα λούστηκα. Να σε κυνηγάω με το κουτάλι στην πλατεία. Να μετράω μπουκιές και ώρες ύπνου. Να σε βουτάω στην μπανιέρα για τον πυρετό. Βάλε κάλτσες, θα κρυώσεις. Μην τρέχεις, θα τσακιστείς. Βάλε καπέλο, έχει ήλιο. Διάβασες τα μαθήματά σου; Σε σήκωσε η κυρία Ιστορία; Γιατί, βρε παιδί μου, δεν τρως και λίγη σαλατούλα; «Σταμάτα, μαμά, με καταπιέζεις!». Τι να κάνω κι εγώ, ρε αγόρι μου. Το χιούμορ, χιούμορ, αλλά ξυπνάει κι η Μικρασία μέσα μου!

ΕΣΥ κι οι συμμαθητές σου. Σε τρεις μήνες θα δοκιμάσετε δειλά, με την άκρη του ποδιού σας, τα παγωμένα νερά του Γυμνασίου. Αποχαιρετιστήρια γιορτή. Σου υποσχέθηκα να μην κλάψω. Όμως τα δάκρυα έχουν τον δικό τους τσαμπουκά. Δεν καταλαβαίνουν Χριστό. Και μας προδίδουν και τους δύο. Και μας λυτρώνουν…

ΑΓΟΡΙ MOY ακριβό.
Καλό δρόμο, εκτάκι μου»…
Έλενα Ακρίτα

Πηγή: www.mothersblog.gr

Προηγουμενο αρθρο
Λευκάτας ο «Ιερός» Βράχος της Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Ζητείται ΓΡΑΦΙΣΤΑΣ-ΤΡΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *