HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤαξίδι στο χρόνο: ο ιππότης με το τρύπιο στήθος

Ταξίδι στο χρόνο: ο ιππότης με το τρύπιο στήθος

Και αν είσαι τυχερός και διασχίσεις μεγάλο μέρος της «διαδρομής», έρχεται και η στιγμή που οι δυνάμεις σου αρχίζουν σιγά-σιγά να σε εγκαταλείπουν. Αυτό σημαίνει ότι έζησες… έζησες, μεγάλωσες και γέρασες.

Ανθρώπινο είναι, βέβαια, να παραπονεθείς για τα χρόνια που γλιστρούν και φεύγουν… το παράπονο όμως μπορεί μαζί να είναι και πληρότητα και λύτρωση. Ευτυχής όποιος φτάνει σε αυτό το σημείο ήρεμος και με επίγνωση του δώρου που του χαρίστηκε… του δώρου της ζωής.

Η ζωή όμως, δεν δείχνει σε όλους το ίδιο πρόσωπο. Σε άλλους έρχεται ήρεμη, άνετη, ξεκούραστη και συχνά μας κάνει βολεμένους και μαλθακούς. Σε άλλους όμως δείχνει πρόσωπο ανελέητο, σκληρό και έτσι μας μετατρέπει σε στοχαστές , αγωνιστές, επαναστάτες.

Για όλους όμως αποτελεί μια διαρκής κίνηση προς τα εμπρός. Ένα ταξίδι που αναπόφευκτα καταλήγει σε ένα προορισμό, που είναι ταυτόχρονα και το τέλος. Το ταξίδι αυτό είναι μοναδικό και ο καθένας το πραγματοποιεί μόνος. Κανένας δεν πήγε, ούτε θα πάει ποτέ το ίδιο ταξίδι. Η μοναδικότητά του το καθιστά πολύτιμο. Και είναι αμάρτημα να μην μοιραστείς τις εικόνες που είδες, αλλά και μεγάλη γενναιοδωρία να τις απλώσεις μπροστά στα μάτια των άλλων. Γιατί ξεδιπλώνεις μπροστά τους την ύπαρξή σου, τους αφήνεις να δουν κάτι αποκλειστικά δικό σου… το «πέρασμά» σου … τη δική σου στιγμή ύπαρξης.

Ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα «Δρυμώνας» (άνοιξη 1983 – αρ. φύλλου 9), βρέθηκα μπροστά στις διηγήσεις του σχεδόν αιωνόβιου συγχωριανού μου Τιμολέοντα Βερύκιου.

Ο πάντα γελαστός γέροντας γεννήθηκε το 1887 στο Δρυμώνα. Από την αρχή της έκδοσης υπήρξε συνεπής και συνειδητός ανταποκριτής της εφημερίδας και μέχρι την τελευταία του πνοή, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, να γράφει, να ενημερώνει και να μας διδάσκει με την πείρα της μακρόχρονης ζωής του. Έγραψε πολλά και πολύ όμορφα. Εδώ επέλεξα να μεταφέρω το τελευταίο του άρθρο, που δημοσιεύτηκε μαζί με την αναγγελία του θανάτου του:

ΣΚΛΗΡΗ ΖΩΗ


«Πεσμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ήρθε στο νου μου η περασμένη μου ζωή. Ήμουν οχτώ χρονών και μ’ έστελνε η μάνα μου στη Χώρα, δυο φορές τη βδομάδα φορτωμένο, σαν ένα μουλαράκι, με κρασί για εφτά δεκάρες, να πάρω κουραμάνες να θρέψω τη μάνα μου και τη μικρότερη αδερφή μου.

Κάποια φορά, ήταν παραμονή των Φώτων, ξεκίνησα με άλλους χωριανούς, φορτωμένος κρασί για το μπάρκο. Ο καιρός ήταν βροχερός και γίναμε μούσκεμα. Πήρα τις εφτά δεκάρες και με τις λίγες οικονομίες που είχα μαζεμένες πεντάρα-πεντάρα, πήγα στο φούρνο του Βασίλη του Ντούλιου, έτσι έλεγαν τον παππού του Τάκη Βερύκιου, που είχε το εμπορικό στη Λευκάδα.

Αφού στέγνωσα, πήρα 15 λίτρες αλεύρι και κίνησα για το χωριό. Αλλά ο καιρός χιόνιζε και στο κόνισμα, εκεί που πάει ο δρόμος προς το Σπανοχώρι, λιποθύμησα από το κρύο. Πέρασε ένας με ένα κάρο, με πήρε και αφού με ζέστανε, έβγαλε ως τον Κόντρο για να΄ρθω σπίτι μου, όπου η μάνα μου ζύμωσε όλη τη νύχτα για να πάμε το πρωί στην εκκλησιά τη λειτουργία του παπά.

Στα δεκαπέντε μου με πάντρεψε η μάνα μου, χωρίς να θέλω. Όταν τους είπα αν με ρώτησαν εμένα αν θέλω παντρειά, μου απάντησαν ότι τη γίδα, όταν θέλουν να την κάμουν ασκί, δεν τη ρωτάνε! Έφαγα μάλιστα και ξύλο για να δεχτώ κι έτσι φόρτωσαν κι άλλο ένα άτομο στην πλάτη μου.

Για να περιγράψω το βίο μου, θέλω είκοσι σελίδες εφημερίδας και δεν φτάνουν…. Ήμουν μερακλής σε όλα, στο χορό, στο μπουζούκι, στο τραγούδι. Παρακαλούσα το θεό να τελειώσει η ζωή μου ή στο χορό ή στη δουλειά. Αλλά η σκρόφα η ζωή τα γκρέμισε όλα και στις 15 του Ιούλη, αντί να πάω στο πανηγύρι, μ’ έστειλε μισοπεθαμένο στο νοσοκομείο. Άντεξα όμως και βγήκα.

Σήμερα που είναι Κυριακή και κίνησα να πάω στην εκκλησιά, στο δρόμο έγιναν τα πόδια μου σίδερο, όχι στην αντοχή, αλλά στο βάρος. Και θυμήθηκα τότε που σμίγαμε στο καφενείο και πίναμε ένα παραπάνω και ήθελε ο καθένας μας να είχε την κυβέρνηση για 24 ώρες να κάμει κάτι καλό για το λαό. Και είπα να είχα και εγώ τώρα την κυβέρνηση, όχι για το λαό, αλλά για να διατάξω τα πόδια μου να με ακούσουν. Μα αυτά έμεναν καρφωμένα στο δρόμο. Και τότε ένας συρφετός από τα περασμένα νιάτα ξαναστροβίλισε μπροστά μου. Μια επίκληση, μια διαμαρτυρία ανέβηκε από μέσα μου, ένα βογγητό και κραυγή άγρια: Ή ζωή ή θάνατος! Αλλά τα πόδια μου έμεναν στη θέση τους κολλημένα και ένας σκληρός κόμπος μου φράζει τον καταπιώνα μέχρι πνιγμού.

Και λέω στον εαυτό μου: Ταλαίπωρε ξωμάχο Τιμολέο, ζητιάνε της δουλειάς, με τα πολύτιμα ιδανικά, φαιδρέ απόμαχε της ζωής, ιππότη με το τρύπιο στήθος, σήμερα μέτρησες τη ζωή, δεν μένει και δεν πρέπει να ξαναδοκιμάσεις, μην αυτοπαρηγοριέσαι, άσε το βαρύ σταυρό στον ώμο, που σου χάρισε η λάμια μητριά ζωή και συνέχισε τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά σου.

Δεν θα βρεθούν Κηρηναίοι να σε βοηθήσουν, ούτε θα σχιστεί καταπέτασμα στην πτώση σου, ούτε θα ανοιχτεί άλλος τάφος από το δικό σου. Υπόμενε την καταδίκη που σου χάρισε η σκρόφα η ζωή. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το πεπρωμένο!»

«Π.Κ. ταξιδευτής»

5
Προηγουμενο αρθρο
Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Το ρόδο του Παράκελσου
Επομενο αρθρο
Το γράμμα «V» στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στην κεντρική πλατεία της Λευκάδας (ανανέωση)

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *