HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤαξίδι στο χρόνο: «τα επίχρυσα φλυτζανάκια»

Ταξίδι στο χρόνο: «τα επίχρυσα φλυτζανάκια»

Ελάτε, λοιπόν, αν θέλετε, να πάμε σαράντα και πλέον χρόνια πίσω, σ’ ένα χωριό της ορεινής Λευκάδας, το χωριό που έζησα τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής μου. Το σπίτι μας βρίσκονταν κάτω από τον κεντρικό δρόμο και αγνάντευε το Ιόνιο, καθώς το χωριό απλώνονταν στην πλαγιά ενός καταπράσινου λόφου.

Πάνω από το δρόμο, σε μια ανηφοριά, ήταν το πατρικό της γιαγιάς μου…κλασικό πέτρινο χωριάτικο λευκαδίτικο σπίτι, ανώγι και κατώγι. Στο κατώγι βάζαμε τα ζώα μας. Μέλη κι αυτά της οικογένειας. Ένα γαϊδουράκι που κουβαλούσε τα κοφίνια με τα σταφύλια στον τρύγο και τα σακιά με τις ελιές το χειμώνα, και μια κατσίκα ασπρόμαυρη με κέρατα.

Από πάνω το κυρίως σπίτι είχε μια πέτρινη σκάλα που σε ανέβαζε σε μια βεραντούλα πνιγμένη στην κληματαριά. Η γιαγιά μου είχε το κλειδί της εξώπορτας και όταν άνοιγε και μπαίναμε μέσα, ένιωθα ότι εισχωρώ σε ένα άλλο κόσμο, ότι κάνω βουτιά στο παρελθόν.

Δεξιά μας ένα τζάκι και δίπλα του ένα αρμάρι, ενσωματωμένο στον τοίχο, και σ’ ένα ράφι μια σειρά από φλυτζανάκια με επίχρυσα σχέδια και τίποτε άλλο…όλα σκεπασμένα με σκόνη. Και δυο κάμαρες… η μία κενή και η άλλη με ένα λευκό σιδερένιο κρεββάτι που πάνω του είχε ένα στρώμα τυλιγμένο ρολό. Και απέναντι από την είσοδο, μια πόρτα που έβγαζε στην πίσω αυλή…και εκεί, σ’ ένα μαυρισμένο από τον καπνό κοίλωμα υπήρχε μια πυρωστιά. Αυτό ήταν το πατρικό σπίτι της γιαγιάς μου.

Συχνά με έπαιρνε μαζί της, όταν πήγαινε να το ανοίξει και να το αερίσει. Εγώ παιδάκι 4-5 χρονών, κοίταζα και με τη φαντασία μου πήγαινα πολλά χρόνια πίσω. Αργότερα έμαθα ότι ο τελευταίος ένοικος -η μάνα της- πέθανε τη χρονιά που γεννήθηκα, δηλ. πολύ πρόσφατα. Και σκέφτομαι τώρα πόσο νωπά ήταν όλα τότε για τη γιαγιά μου και πόσο μακρινά τα θεωρούσα εγώ…..και πόσο δεν μπορούσα να καταλάβω τον πόνο και την νοσταλγία της όταν μου έλεγε: «εδώ κοιμόταν ο Σπύρος, εδώ η Μαυρέτα και εδώ εγώ…»

25Και τα φλυτζανάκια στο αρμάρι του τοίχου, που στεκόμουν και τα κοίταζα με περιέργεια, πόσο δεν μπορούσα να καταλάβω την αξία που είχαν για κείνη. «Να τα πάρουμε γιαγιά» της έλεγα «αφού δεν μένει κανένας εδώ». «Όχι καμάρι μου, έχουμε εμείς» μου απαντούσε. Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτά τα φλυτζανάκια συμβόλιζαν για κείνη τη συνέχεια της ζωής που στην πραγματικότητα είχε σταματήσει να υπάρχει πια στο πατρικό της σπίτι….ήταν ο πατέρας και η μάνα που δεν υπήρχαν πια, ήταν τα αδέρφια που είχαν ξενιτευτεί στην Αθήνα, αναζητώντας καλύτερη ζωή….

Ένα απόγευμα την είδα στο πεζούλι του σπιτιού μας να κλαίει. Φοβήθηκα, γιατί την ήξερα πάντα ψύχραιμη και μετρημένη. «Τι έχεις γιαγιά;» τη ρώτησα. «Τίποτε» μου απαντάει…αλλά συνέχισε να κλαίει. Την ξαναρώτησα και επέμεινα πολύ. «Το σπίτι της μάνας μου έπεσε μέσα!» μου απαντάει. (Έπεσε μέσα σήμαινε ότι δεν είχε πια σκεπή, ότι πέθανε…) Δεν ήξερα τι να πω και κάθισα δίπλα της, μέχρι να της περάσει η λύπη.

Πέρασαν πάνω από 40 χρόνια από τότε. Η γιαγιά μου δεν υπάρχει πια. Οι τοίχοι όμως του σπιτιού είναι ίδιοι, όπως εκείνη την ημέρα που «έπεσε μέσα» και περιμένουν – απογυμνωμένοι από κληματαριές και πορτοπαράθυρα – εκείνον που θα τους αναστήσει.

Πόσο δεμένοι είναι όμως οι τοίχοι του κάθε σπιτιού με τους ενοίκους του; Και πόσο αποξενωμένοι είναι οι άνθρωποι που κληρονομούν τους τοίχους αυτούς, με το ίδιο το σπίτι, όταν δεν έχουν μνήμες από τα χρόνια που ήταν ζωντανό; Από τα χρόνια που έκρυβε μέσα του τις χαρές, τις λαχτάρες, τον αγώνα μιας οικογένειας για επιβίωση.

1042-750x375

Τώρα το χωριό μας είναι καλοκαιρινός προορισμός και με ελάχιστους μόνιμους κατοίκους. Οι τοίχοι των σπιτιών όμως -άλλα ερειπωμένα, άλλα ανακαινισμένα- στέκουν όρθιοι και κοιτάζουν το Ιόνιο, όπως πριν 40-50-60 χρόνια. Μας συνδέουν όμως με το παρελθόν μας; Όταν χάνονται οι συνδετικοί κρίκοι, που είναι οι άνθρωποι, χάνεται η μνήμη, χάνεται η συνέχεια, η αλυσίδα κόβεται. Που θα βρουν τα παιδιά μας την άκρη της για να την πιάσουν και να πάνε παραπέρα; Μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό;

Πηνελόπη Κοψιδά

Προηγουμενο αρθρο
Γνωρίζοντας την Εύγηρο Λευκάδας από μια σπάνια εξιστόρηση
Επομενο αρθρο
Η Κόκκινη Εκκλησιά και ο διθύραμβος του Πατριάρχη

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *