HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα ασβεστοκάμινα στη Λευκάδα

Τα ασβεστοκάμινα στη Λευκάδα

Ασβέστ! Ασβέστ! ακούγονταν η φωνή του μικροπωλητή στην κεντρική αγορά του κάθε χωριού, καθώς γυρνούσε πρώτα με ένα αγροτικό αυτοκίνητο και αργότερα, όταν η επιχείρηση μεγάλωνε, έφθανε με μεγάλο φορτηγό. Πάνω από την καρότσα διαλαλούσε με την ηπειρώτικη προφορά του «Ασβέστ – ασβέστ, σκόνη, διαλυμένο και χοντρό!». Έτρεχαν τότε όλοι, κυρίως πριν το Πάσχα, και αγόραζαν ασβέστη για να ασπρίσουν τα σπίτια τους, τις αυλές, τους στάβλους, τα κοτέτσια, τα δέντρα της αυλής και τους κήπους, τις υποτυπώδεις εξωτερικές τουαλέτες, να ρίξουν σκόνη στον κορίτο που έπιναν οι κότες (για προφύλαξη από την «κόρζα»), να φτιάξουν το χαλκό να ραντίσουν τ΄αμπέλια τους, να φτιάξουν ασβετοκονίαμα να «σύρουν» τις στέγες των σπιτιών, να χτίσουν τις μάντρες και ότι άλλο τους ήταν χρήσιμο.

Ο ασβέστης ήταν το πιο σημαντικό οικοδομικό υλικό και ταυτόχρονα απολυμαντικό για όλους τους χώρους.

Σήμερα πωλείται σε όλες του τις μορφές και σε μεγάλες ποσότητες στις μάντρες οικοδομικών υλικών, γιατί η οικοδομική δραστηριότητα, ανέβασε κατά πολύ τη ζήτησή του. Τα παλιότερα χρόνια, πριν βιομηχανοποιηθεί η κατασκευή του, ο ασβέστης παράγονταν σε μικρές ποσότητες στα ασβεστοκάμινα. Η διαδικασία αυτή ήταν επίπονη και χρειάζονταν σκληρή δουλειά και μεγάλο κόπο για να παραχθεί.

Στο χωριό μου, το Δρυμώνα, οι κάτοικοι ασχολούνταν με αυτή τη διαδικασία πολύ συχνά. Και αυτό, γιατί γειτόνευε με τον Άγιο Νικήτα, που είχε μεγάλες εκτάσεις με νανώδη δασική βλάστηση, που ήταν μακριά από καλλιεργήσιμη γη και ατομικές καλλιέργειες. Ωστόσο, ασβεστοκάμινα στήνονταν σε όλα τα χωριά της Λευκάδας, γι΄αυτό μέσα στους λόγγους και τα θαμνόδασα των χωριών βρίσκονται ερείπια που μαρτυρούν το στήσιμο και τη λειτουργία τους.

Τότε, όποιοι κάτοικοι του χωριού επρόκειτο να χτίσουν ένα σπίτι ή οποιοδήποτε άλλο κτίσμα, έπρεπε να έχουν εξασφαλίσει το βασικό οικοδομικό υλικό, που ήταν ο ασβέστης. Τα άλλα υλικά, πέτρες και άμμος, ήταν άφθονα γύρω από το χωριό.

Η διαδικασία που ακολουθούνταν ήταν η εξής:

Έπρεπε αρχικά να βρεθεί η παρέα που θα εκτελούσε το έργο. Αφού συμφωνούσαν, έβρισκαν το δασικό μέρος που θα στηνόταν το ασβεστοκάμινο. Το μέρος επιλέγονταν κοντά στο δασικό τόπο, για να είναι εύκολη η μεταφορά της καύσιμης ύλης. Στη συνέχεια απαιτούνταν άδεια από το δασαρχείο, την κοινότητα και τους ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων.

Το μέρος που θα στήνονταν το ασβεστοκάμινο επιλέγονταν από τεχνικούς με εμπειρία σε τέτοια έργα. Το καθάριζαν και στη συνέχεια με δυναμίτες και «βαριές», έσπαγαν τις μεγάλες, συμπαγείς πέτρες και τις πλησίαζαν κοντά στο μέρος που θα στήνονταν το καμίνι. Εργάτες, με την καθοδήγηση των ειδικών, έκαναν την εκσκαφή, που έμοιαζε με μισή σφαίρα ανάποδη. Ο λάκκος αυτός είχε βάθος από την επιφάνεια του εδάφους 1,5 με 2 μέτρα. Ορίζονταν ο πρωτομάστορας, οι τεχνίτες ξερολιθιάδες και οι εργάτες. Έτσι, όταν τελείωνε ο λάκκος, άρχιζε το λίθιασμα. Έβαναν πρώτα τη στρώση με μεγάλες πέτρες-σόμπολα, που θα γίνονταν ασβέστης. Κατόπιν, έχτιζαν την περιμετρική ξερολιθιά, που έπρεπε να είναι στέρεη, να μην αφήνει κενά και ν΄ακουμπά στα χωμάτινα τοιχώματα του λάκκου, για να υπάρχει μόνωση και να μην χάνεται η θερμοκρασία. Και αυτή η περιμετρική επένδυση θα γίνονταν ασβέστης.

Μόλις έφτανε η ξερολιθιά στην επιφάνεια του εδάφους, συνεχιζόταν με κλίση προς τα έσω. Όταν έφτανε στο ύψος 1,5 μ. σταματούσαν. Άφηναν ένα κενό, 25 με 30 πόντους, και μετά έχτιζαν άλλη ξερολιθιά που δεν ακουμπούσε στην εσωτερική. Το κενό ανάμεσα στις δυο ξερολιθιές το γέμιζαν με ψιλό, νοτισμένο χώμα, χωρίς χαλίκια, για μόνωση. Η εξωτερική ξερολιθιά συγκρατούσε την εσωτερική που θα γίνονταν ασβέστης. Ο αρχιτεχνίτης αναλάμβανε να φτιάξει τον εξωτερικό θόλο. Ήταν έργο δύσκολο και απαιτούσε γνώσεις και εμπειρία. Χρησιμοποιούσε μεγάλες και μικρές πέτρες και στην κορυφή του τοποθετούσε μια μακρόστενη πέτρα, η οποία συγκρατούσε όλο το οικοδόμημα και ονομάζονταν «κλειδί». Με τον ίδιο τρόπο οι Ηπειρώτες μαστόροι, όταν έχτιζαν τα μεγάλα γεφύρια των ποταμών, έφτιαχναν τόξα και εκεί που έσμιγαν αυτά, τοποθετούσαν το «κλειδί» κι έτσι το γεφύρι σκαριαζόταν.

Όταν το έργο τελείωνε με επιτυχία, οι υπόλοιποι τεχνίτες χειροκροτούσαν και έκαναν το σταυρό τους. Στη συνέχεια έριχναν με προσοχή από πάνω μικρά σόμπολα και έφτιαχναν την κατσούλα του ασβεστοκάμινου. Στη βάση του θόλου, στην επιφάνεια του εδάφους, έφτιαχναν την μπούκα, δηλαδή την πόρτα από την οποία θα τροφοδοτούσαν με ξύλα το καμίνι. Το ασβεστοκάμινο ήταν έτοιμο να ανάψει.

Στο μεταξύ οι γυναίκες, αλλά και πολλοί εργάτες εθελοντικά, είχαν κόψει, δεματιάσει και μεταφέρει όλα τα ξύλα γύρω από το καμίνι. Από την στιγμή που άναβε, έκαιγε ασταμάτητα 10 με 15 ημέρες. Γι΄αυτό και η ομάδα των εργατών είχε στήσει παραδίπλα ένα κιόσκι με λαμαρίνες, ώστε να ξεκουράζεται, αφού δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν το καμίνι καθόλου, όσο αυτό έκαιγε. Επίσης, εξασφάλιζαν και μεγάλους τσίγκους με τους οποίους θα κάλυπταν το καμίνι στην περίπτωση ξαφνικής βροχής, διαφορετικά όλες οι ετοιμασίες, οι κόποι και τα έξοδα θα πήγαιναν χαμένα. Συνεργεία από ομάδες συγχωριανών σχηματίζονταν με σκοπό να βοηθήσουν με τη σειρά και εθελοντικά σε αυτή τη δύσκολη διαδικασία, και κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και της νύχτας. Η συνήθεια αυτή της αλληλοβοήθειας ήταν καθιερωμένη και οι εργάτες του καμινιού την έκαναν πάντα δεκτή.

Το κάψιμο του ασβεστοκάμινου γινόταν πάντα καλοκαίρι, τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου, μετά το θέρισμα και το αλώνισμα. Την ημέρα που θα άναβαν το καμίνι καλούσαν τον παπά να κάνει Αγιασμό. «Από Θεού άρχεσθαι», ο παπάς ευλογούσε το έργο και τους εργάτες. Ακολουθούσαν κεράσματα, ευχές και χοροί και ο ιερέας έριχνε το πρώτο δεμάτι ξύλα στη φωτιά. Από κείνη τη στιγμή η καύση έπρεπε να είναι συνεχής.

Καθώς περνούσαν οι μέρες ο σωρός της κορυφής άρχισε να λιγοστεύει, να μικραίνει και να κατεβαίνει. Μετά την 6η με 7η μέρα, η ποσότητα των ψιλών ξύλων που είχαν συγκεντρώσει για να τροφοδοτούν το καμίνι είχε τελειώσει. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα χοντρά που ζύγιζαν ένα τόνο ή και περισσότερο. Ήταν κλώνοι ελιάς, πουρναριών, βελανιδιών, ρουπακιών, τεμαχισμένοι ώστε να χωρούν στο λάκκο του καμινιού. Τα έριχναν όλα μαζί στο καμίνι και με λάσπη και μια ειδικά μετρημένη πέτρα σφάλιζαν την μπουκαπόρτα και για μόνωση πρόσθεταν ένα μεγάλο σωρό από χώμα. Τα ξύλα αυτά όπως ήταν χοντρά, σιγοκαίγονταν και διατηρούσαν τη θερμοκρασία που χρειάζονταν το ασβεστοκάμινο. Αυτό διαρκούσε 2-3 ή και 4 ημέρες. Μόλις τελείωνε το κάψιμο των ξύλων αυτών, άρχισε να βγαίνει άσπρος καπνός. Ο θόλος άρχισε να μικραίνει, μέχρι που έπεφτε στο βάθος του καμινιού. Μετά από κάμποσες μέρες που η θερμοκρασία είχε ελαττωθεί, ξεκινούσε μια νέα δουλειά. Αφαιρούσαν την εξωτερική πετρολιθιά και την χωμάτινη στρώση της μόνωσης και έμενε ο καθαρός ασβέστης. Προχωρούσαν στον καθαρισμό της περιοχής γύρω από το καμίνι για να σωριάσουν τον ασβέστη. Σιγά-σιγά γίνονταν το ξεφόρτωμα του καμινιού, μια δύσκολη και κοπιαστική εργασία.

Σε ζεμπίλια και χοντρά σακιά, αράδιαζαν τους σωρούς, ανάλογα με τα μέλη της παρέας. Πολλοί έρχονταν να αγοράσουν ασβέστη από το καμίνι, τον οποίο ζύγιζαν σε καντάρια ή στατέρια (το καντάρι αντιστοιχούσε σε 44 οκάδες). Για τη μεταφορά του ασβέστη στο χωριό, βοηθούσαν και πάλι όλοι οι χωριανοί, όσοι διέθεταν φορτηγά ζώα, άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια. Έτσι μέσα σε λίγο χρόνο ο ασβέστης βρίσκονταν στα κατώγια ή στις ασβεσταριές κάθε συνεταίρου και από εκεί επίσης γίνονταν πωλήσεις στους συγχωριανούς.

Στο χωριό Δρυμώνας, θυμάμαι 4 ή 5 ασβεστοκάμινα, το τελευταίο στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, δηλ. το ΄56 ή ΄57. Τότε είχα την τύχει να ζήσω ένα 24ωρο κοντά στους ανθρώπους που τάϊζαν το καμίνι, διότι μέρος της παρέας ήταν και ο πατέρας μου. Αυτό το καμίνι έγινε στον Αρκιά, περιοχή που είναι πάνω από τον Κάπρο του Αγίου Νικήτα. Θυμάμαι καλά τον κόπο, τον μόχθο και την αγωνία αυτών των ανθρώπων, αλλά και το άγχος που τους διακατείχε, για τα οποία δεν ήταν αντάξια καμιά αμοιβή.

Παναγιώτης Φίλιππας
Συνταξιούχος δάσκαλος
Νυδρί Λευκάδας

Προηγουμενο αρθρο
Δελτίο τύπου πανελληνίων συλλόγων Βορειοηπειρωτών και Συλλόγου Νεολαίας Βορειοηπειρωτών Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Βίαιο επεισόδιο σε βάρος του Γιάννη Μπουτάρη -video

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *