HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα παλιά Ταμπάκικα της Λευκάδας

Τα παλιά Ταμπάκικα της Λευκάδας

(Το βιβλίο του Τάκη Μαμαλουκα «Λαογραφικά της Λευκάδας», από το οποίο αντλήσαμε το κείμενο για τα «Παλιά Ταμπάκικα της Λευκάδας», δημοσιεύτηκε το 1978 και προφανώς γράφτηκε νωρίτερα. Καλό είναι να το έχει κατά νου ο αναγνώστης, κάθε φορά που αναφέρεται στο κείμενο ο χρόνος.)

Μέχρι προ σαράντα σχεδόν χρόνων, η κατεργασία των τομαριών παρέμενε η ίδια απ’ τα παλιά, πολύ παλιά χρόνια. Όλα σχεδόν τα ταμπάκικα, καμιά εικοσαριά, βρισκόντανε και δουλεύανε στη Μεγάλη Βρύση, απέναντι απ’ την Εκκλησία Ζωοδόχος Πηγή, σε κάποια απόσταση, όπου μέχρι πρόσφατα σωζότανε σε κείνο το μέρος τα ερείπια απ’ τα κτίρια. Τα βυρσοδεψεία αυτά ανήκαν σε διάφορες οικογένειες των Κατωποδαίων, Φιλιπαίων, Λεκατσαίων, Ρομποταίων, Τζεβελεκαίων, και. άλλων. Οι Κατωποδαίοι είχανε τρία ταμπάκικα, τέσσερα οι Λεκατσαίοι και τρία οι Ρομποταίοι.

Αυτά τα ταμπάκικα τα εκμεταλλευόντανε προσωπικώς οι ιδιοκτήτες σαν δική τους επιχείρηση, εκτός από τρία που τά’χανε με νοίκι Ιταλοί και τα δουλεύανε, κι ένα δυο που νοικιάζανε άλλοι ντόπιοι. Στον Αη Αντώνη, απομακρυσμένη τότε συνοικία της Λευκάδος, είχανε ένα – δυο ταμπάκικα οι Καλακαίοι.

Σ’ αυτά τα βυρσοδεψεία γινόντανε η πρώτη φάση της κατεργασίας. Αρχικά τα δέρματα τα βάζανε μέσα σε στέρνες με νερό να μαλακώσουνε και να επανέλθουνε στην αρχική τους κατάσταση σαν νωπά. Κατόπιν τα βγάζανε και τα τοποθετούσανε στο χωμάτινο δάπεδο του βυρσοδεψείου και με μια καναβάτσα δεμένη σ ένα ξύλο, σαν πελώριο πινέλο, τ’ αλείφανε απ’ την ανάποδη, δηλαδή απ’ την πλευρά τη γυμνή του δέρματος, με λιωμένο στο νερό παχύ ασβέστη στον οποίον βάζανε κι ένα οξύ που το λέγανε σολφούρι και τ’ αφήνανε έτσι αλειμμένα μια νύχτα, ώστε αυτό το μίγμα να διεισδύσει στο τομάρι για ν’ ανοίξουνε οι πόροι και την άλλη μέρα να τραβήξουνε και να βγάλουνε τα μαλλιά.

Αλλά το αφάνταστα περίεργο είναι πως σ’ αυτή την τόσο σκληρή και βρώμικη δουλειά, την κατ’ εξοχήν ανδρική, δουλεύανε μονίμως και τέσσερις γυναίκες, αληθινές φεμινίστριες της εποχής, που δεν διστάζανε ν’ ανασκουμπώνουνε τα μακριά φουστάνια τους για να ‘ ναι ελεύθερα τα ποδάρια τους -φυσικά προς σκανδαλισμόν μερικών νεαρών εργατών- κατά το πάτημα των τομαριών!!!

Μόλις τέλειωνε αυτή η βρώμικη δουλειά, είχανε οι εργάτες μεγάλη φασαρία με το πλύσιμο των ποδιών και χεριών, που αλείβανε πρώτα με λιωμένο ασβέστη να πάρει την πολλή βρωμιά και στη συνέχεια σαπουνίζανε πολλές φορές και τα ξεπλένανε με άφθονο νερό να ξεμυρίσουνε, χωρίς φυσικά να φεύγει τελείως η μυρουδιά που οι βυρσοδέψες, κατά κάποιον τρόπον, είχανε συνηθίσει, όπως μπορούμε να πούμε, όλοι οι επαγγελματίες τη μυρουδιά του περιβάλλοντος της δουλειάς τους.

Οι ακαθαρσίες των σκύλων ήτανε ο εφιάλτης των βυρσοδεψών, γιατί κάθε βυρσοδεψείο είχε κατανάλωση από το είδος αυτό έξι με επτά ντενεκέδες πετρελαίου τη βδομάδα, κι’ η έλλειψη σταματούσε τη δουλειά. Έτσι προσφερόντανε πολύ αξιόλογη για την εποχή τιμή, κάπου είκοσι δρχ. τον ντενεκέ, κι’ είχανε δημιουργηθεί επαγγελματίες συλλέκτες ο Θεοδόσης, ο Κορδάκης, οΜπρίκης, ο Μουλιαράπης, ο Σωτήρης της Μπίας, ο Πορδόκος κι’ άλλοι. Κάθε συλλέκτης είχε ένα καλάμι στο ένα χέρι με διχάλα στην άκρη για να πιάνει αυτά τα περιττώματα και να τα ρίχνει στο ντενεκέ που κρατούσε το άλλο του το χέρι, κι μάζευε, εάν ήτανε καλός στη δουλειά του, σε μια μέρα ενάμιση ντενεκέ, κι’ έτσι εξασφάλιζε ένα πολύ καλό μεροκάματο. Αλλά ένα χαρτζιλίκι είχανε εξασφαλίσει κι’ οι γυναίκες των κυνηγών. Τότε ο κάθε κυνηγός είχε δύο – τρία σκυλιά και με μεγάλη επιμέλεια συγκεντρώνανε τα προϊόντα τους και τα πουλούσανε στα ταμπάκικα.

Η περιοχή της Μεγάλης Βρύσης (1891)

Στα ταμπάκικα της Μεγάλης Βρύσης γινόντανε η πρώτη κατεργασία η πιο δύσκολη κι’ η πιο βρωμερή του τομαριού, η κατεργασία της αποτριχώσεως. Είπαμε πως η τοποθεσία είχε διαλεχτεί για την αφθονία του νερού, γιατί καταναλώνανε μεγάλες ποσότητες τα βυρσοδεψεία της εποχής, ενώ στην πόλη μας το νερό ήτανε λιγοστό. Αλλά και για τον πρόσθετο λόγο τα ταμπάκικα να είναι μακριά από την πόλη, για ν’ αποφεύγεται η δυσοσμία σε κατοικημένο χώρο.

Όλοι οι βυρσοδέψες της Μεγάλης Βρύσης, είχανε και δεύτερα ταμπάκικα μέσα στην πόλη, διάσπαρτα στα πιο απίθανα αλλά και κεντρικά ακόμα μέρη. Εκτός από τέσσερα, κάπως απομακρυσμένα, στην Άγια Κάρρα, ταμπάκικα ήτανε και δίπλα στο Νοσοκομείο, κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Μηνά, μια αραδαριά, κάπου πέντε, και κοντά στην κεντρική πλατεία, άλλα πίσω απ’ το σημερινό Δημαρχείο και δίπλα στην παλιά ασετιλίνη (σήμερα Θερινός Κινηματογράφος ΦΟΙΝΙΞ).

Στα δεύτερα αυτά βυρσοδεψεία γινόντανε η φυτική κατεργασία των δερμάτων, ή κατεργασία δέψεως. Υλικά κυρίως βελανίδια, αλλά και φύλλα από σχοινάρι, σουμάκι, καθώς και φλούδα από πεύκο. Αυτά τα υλικά τα ξηραίνανε στον ήλιο και κατόπιν τα τρίβανε σ’ ένα είδος μύλου χειροκινήτου, πού αποτελούνταν από μια ακίνητη επίπεδη ορθογώνια πέτρινη βάση, κι’ από ένα λιθάρι λαξευμένο σε σχήμα μισού κυλίνδρου. Στο επάνω επίπεδο μέρος του, στις δύο άκρες, λάξευαν δύο εγκοπές απ’ τις οποίες πιάνανε το μισό κύλινδρο δύο εργάτες, κατά προτίμησαν γυναίκες, και του δίνανε μια συνεχή παλινδρομική κίνηση πάνω στη βάση ώστε να συνθλίβονται τα βελανίδια και τ’ άλλα υλικά πού τοποθετούσανε εκεί και να γίνονται σκόνη.

Αυτή τη σκόνη τη ρίχνανε σε βραστό νερό για να βγει ή τανίνη, κι’ ύστερα από ορισμένη ώρα αυτό το μίγμα το ρίχνανε σε μισές καπάσες μέσα στις οποίες είχανε τοποθετήσει τα δέρματα, διπλωμένα, κάθε κατηγορία σε χωριστή καπάσα. Την πρώτη μέρα τα ξεδιπλώνανε και τα γυρίζανε απ’ την άλλη μεριά τέσσαρες φορές για να εμποτιστούνε ομοιόμορφα απ’ την τανίνη, τη δεύτερη μέρα και τη τρίτη δύο με τρεις φορές. Κατόπιν χύνανε αυτό το μίγμα και ρίχνανε όμοιο καινούργιο για να επαναληφτεί ή ίδια διαδικασία. Απ’ αυτή την τριμμένη στο μύλο σκόνη χρειαζόντανε εκατό δράμια για τα μικρά τομάρια και μία οκά, για τα βοδινά και τα μοσχαρίσια, καμιά φορά και περισσότερο ανάλογα με το μέγεθος του τομαριού.

Σ’ αυτές τις καπάσες με το μίγμα πού προαναφέραμε, μένανε αρκετά τα δέρματα κι’ ανάλογα με το είδος τους. Τα τραγίσια και πρόβια δύο μήνες, τα μοσχαρίσια τρεις με τέσσαρες και τα βοδινά, που προοριζόντανε για σολοδέρματα ένα ολόκληρο χρόνο. Σ’ όλο αυτό το διάστημα τα ξεδιπλώναμε και τα διπλώνανε σε κανονικά διαστήματα και φρόντιζαν να είναι πάντα σκεπασμένα με το υγρό που περιείχε την τανίνη.

Αργότερα όταν τα βυρσοδεψεία, κατά κάποιον τρόπον, εκσυγχρονιστήκαμε, αντικαταστήσαμε τις μισές πήλινες καπάσες με ξύλινα δοχεία, σε σχήμα μισών βαρελιών, πού λόγω τού σχήματός τους τούς διευκολύνανε σ’ αυτή τη δουλειά.

Στα δέρματα από τραγιά που προοριζόντανε για φθηνά τσαρούχια, άλλα και στα τομάρια από μοσχάρια για τα καλά τσαρούχια ανάλογα με τη ζήτηση, με ειδικά σιδερένια χτένια πού σέρνανε πάνω τους, χαράσσανε τις πυκνές γραμμές, καθώς θυμούνται οι παλιοί, που βλέπανε αυτή την ιδιορρυθμία, την τόσο χαρακτηριστική των όμορφων τσαρουχιών.

Στα δεξιά της εικόνας τα κτίσματα κάποιου βυρσοδεψείου, το οποίο τότε είχε πάψει ήδη, να λειτουργεί.

Κι’ απ’ τα δεύτερα ταμπάκικα μέσα στην πόλη δεν έλειπε μια σχετική δυσοσμία. Κυρίως απ’ τα υγρά που μένανε μετά την τελική κατεργασία των δερμάτων και τα οποία φροντίζανε οι βυρσοδέψες να ρίχνουνε μακριά απ’ την πόλη. Μια φορά, ό αιώνιος Ζαχαρής, διάλεξε μια Κυριακή βράδυ να του’ ρθε η φαεινή ιδέα, όπως βιαζόντανε να βγει βόλτα, να ρίξει για ευκολία αυτά τα υγρά στο… αυλάκι μπροστά στο ταμπάκικο! Σε λίγο η βρώμα έφτασε στη κοντινή κεντρική πλατεία, που σύμφωνα με τη τότε συνήθεια τα βράδια έκανε όλος ό κόσμος βόλτες, με αποτέλεσμα να σκορπίσουνε όλοι, και να τρέξει η Αστυνομία η οποία δεν άργησε να ανακαλύψει τον δράστη για να τον υποχρεώσει την άλλη μέρα να κλείσει το ταμπάκικο, και να το μεταφέρει άλλου.

Τα παλιά ταμπάκικα ήτανε αναπόσπαστα δεμένα με την εποχή εκείνη, που μαζί με τις άλλες ιδιορρυθμίες της, είχε και την τρομερά δύσκολη, άλλα και επικερδή δουλειά της κατεργασίας των δερμάτων με τα περιττώματα των σκύλων και που απαιτούσε καλούς τεχνίτες και εργάτες, όλους ψημένους σ’ αυτή τη σκληρή δουλειά.

Αργότερα, όταν τα βυρσοδεψεία εκσυγχρονιστήκαμε, εξακολουθήσανε παρά ταύτα να χρησιμοποιούν τις ακαθαρσίες των σκύλων και μέχρι προ είκοσι χρόνων πού αντικατασταθήκανε από – ένα Γερμανικής προελεύσεως οξύ, οροπό το λέγανε οι βυρσοδέψες και μονάχα με αυτό το όνομα το ξέρανε, μα πού παρά ταύτα, κατά τη γνώμη μερικών, δεν έκανε τόσο καλή δουλειά όσο κάνανε τα προϊόντα των σκύλων…

Τα σύγχρονα εργοστάσια στις μεγάλες πόλεις, φέρανε σαν αποτέλεσμα να εκλείψει σιγά – σιγά αυτή η αξιόλογη οικοτεχνία στην πόλη μας πού έδινε σε πολλούς δουλειά κι’ ήτανε μια πλουτοπαραγωγική πηγή του τόπου, όπως εξέλειπε και σ’ όλες τις μικρές πόλεις μαζί με τις υπόλοιπες βιοτεχνίες, με το γνωστό αποτέλεσμα την απογύμνωση της Επαρχίας και τη συγκέντρωση των πάντων στην Πρωτεύουσα και στις πολύ μεγάλες πόλεις.

Σήμερα στη Λευκάδα μερικοί παλιοί βυρσοδέψες, μεταβλήθηκαν σ’ εμπόρους δερμάτων, που προμηθεύονται απ’ το νησί μας και τη γύρω Περιφέρεια Ακαρνανίας και Ηπείρου δέρματα ζώων και τα μεταπωλούν στους εργοστασιάρχες των μεγάλων πόλεων.

Προηγουμενο αρθρο
Λευκάδα: θέα από τον λόφο της Κυράς
Επομενο αρθρο
Νεκρός ανασύρθηκε άνδρας από τσιμεντένια δεξαμενή (στέρνα) στα Χορτάτα

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *