HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤα παλιά Χάνια και οι Χατζήδες της Λευκάδας

Τα παλιά Χάνια και οι Χατζήδες της Λευκάδας

Βασικό χαρακτηριστικό της περιοχής του Αγίου Μηνά ήταν τα χάνια με τούς χατζήδες. Πριν ακόμα γκρεμιστούν τα παλιομάγαζα, ιδιοκτησίας ιερού Ναού Αγίου Μηνά, κι’ ανοιχτεί η πλατειά λεωφόρος προς το σημερινό ΚΤΕΥΛ, εδώ και χρόνια, σωζότανε ακόμα το περίφημο χάνι του Θοδωρή Ρομποτή, του γνωστού με το παρατσούκλι Κατίνης.

Απέναντι, άλλο πασίγνωστο χάνι με λότζα μπροστά και δίπλα αποθήκη για σανό, του Χρήστου Τετράδη. Συνέχεια το χάνι του Νίκου Αρβανίτη Τσιρή και κολλητά το σαμαράδικο των αδελφών Γιάννη και Νίκου Τετράδη. Κοντά το μαγαζί του Νίκου Περδικάρη που έφτιανε κι επισκεύαζε κάρα και καροτσίνια.

Τα χάνια κι’ οι χατζήδες, ήτανε η καρδιά του Αϊ – Μηνά και μαζί με τη ζωή, δίνανε κι ένα κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό χρώμα στην περιοχή. Ο καφενές του Γεράσιμου Βερύκιου και τα μπακάλικα του Μήτσου Θεόδοτου και του Σωκράτη Λιβιτσιάνου, με τα λεγόμενα εδώδιμα – αποικιακά κι’ ακόμα πέντε έξι σπίτια, του Γιώργη Μεσσήνη – Λιάλιου και τα Σταματελέικα, νάτα όλα κι’ όλα τα χτίσματα στην περιοχή εκείνης της εποχής. Θα πρέπει να προσθέσουμε και τη σαπωνοποιία του Βασίλη Φίλιππα – Τάμπανου, σ’ ένα κοντινό στενό απ’ το πίσω μέρος.

Κάθε πρωί απ’ τα χωριά, ξεκινώντας νύχτα βαθειά, καμιά φορά κι’ αποβραδίς απ’ τα μακρινά χωριά, να μη τους φάει το κάμα, ερχόντανε οι χωριάτες με εκατοντάδες ζωντόβολα (γαϊδούρια), άλογα και μουλάρια φορτωμένοι κατά κανόνα, κι’ ανάλογα με την εποχή, ασκιά με κρασί ή λάδι άλλα προϊόντα της υπαίθρου.

Για τις μεταφορές αυτές υπήρχαν και τέσσαρα – πέντε δίτροχα κάρα μ’ ένα άλογο, που κουβαλούσανε συνήθως για λογαριασμό των εμπόρων τα ίδια προϊόντα, αλλά μεταφέρανε κι’ απ’ τη χώρα αλεύρια και διάφορα εμπορεύματα κι’ ότι χρειαζότανε τα χωριά. Πριν τ’ αυτοκίνητα αργότερα αρχίσουν να προστίθενται δειλά – δειλά στα παλιά μεταφορικά μέσα, τα οποία βραδύνανε αφάνταστα να εκτοπίσουν, κι’ έτσι, με τον ίδιο ρυθμό, να μειωθεί η δουλειά των χανιών, που η αποστολή τους ήτανε πολύ ζωτική και κάλυπτε όλες τις απαραίτητες ανάγκες για την εξυπηρέτηση των ζώων και των κάρων.

Θα προσθέσουμε οτι υπήρχαν ακόμα μερικά, 5 – 6 στενόμακρα τετράτροχα κάρα, μ’ ένα μεγαλόσωμο άλογο, ειδικά λόγω του σχήματός τους για τη μεταφορά κυρίως βαρελιών με λάδι ή κρασί και τσουβαλιών με αλεύρι στα στενοσόκακα της Λευκάδας.

Μόλις φθάνανε οι χωρικοί, κι αφού ξεφορτώνανε τα ζώα τους όπου ήτανε ο προορισμός των προϊόντων που μεταφέρανε, δένανε τα ζωντανά τους μέσα στα χάνια, που οι χατζήδες τα τάιζαν σανό, κι’ εκεί μένανε μέχρι την ώρα τής επιστροφής στα χωριά. Πολλές φορές τα ζώα που προερχόντανε απ’ τα μακρινά πισινά χωριά. Άη – Πέτρο, Βασιλική κλπ. διανυκτερεύανε στα χάνια οπότε οι χατζήδες τους δίνανε κι’ άλλο σανό και τα ποτίζανε, κι’ έτσι τα ζώα ασφαλισμένα απ’ το κρύο και τη βροχή και προφυλαγμένα από τη κάψα το καλοκαίρι, γυρίζανε ξαπόσταμα στα χωριά με τα κουρασμένα απ’ τη πεζοπορία και τις δουλειές όλη τη μέρα αφεντικά τους καβάλα, να γλυτώσουν το δρόμο τής επιστροφής, φορτωμένοι μ’ ότι αγαθό είχανε ανάγκη να κουβαλήσουνε απ’ τη χώρα στα χωριά, προ παντός σακιά μ’ αλεύρι, ή άλλα τρόφιμα, και σε περίπτωση μισού φορτίου, με τους νοικοκυραίους καθισμένους στη μπάντα, γυναικεία πως λέγανε.

Στα παλιότερα χρόνια, έφθανε μια δραχμή για παραμονή το ζώου στο χάνι, μαζί με το σανό, φυσικά για διανυκτέρευση η ταρίφα ήτανε δύο με τρεις δραχμές. Στα χάνια βρίσκανε καταφύγιο και τα ξένα αμάξια απ’ τη Βόνιτσα ιδιαίτερα, που ξεζεύανε τ’ άλογα και τα τάιζαν οι χατζήδες σανό, αλλά και βρώμη κατά παραγγελία.

Τα ντόπια αμάξια και κάρα είχε το καθένα το στάβλο του και καταφεύγανε στα χάνια μονάχα για να πεταλώσουν τ’ άλογά τους. Λευκαδίτικα αμάξια ήτανε εκείνο τον καιρό, του Σπύρου Πολίτη, πού του δώσανε το παρατσούκλι αγωγιάτης, γιατί έκανε τακτικά δρομολόγια Λευκάδα – Βόνιτσα – Ζαβέρδα και του Στέφανου Πολίτη – Τσή, μια σούστα είχε ό Νίκος Αρβανίτης – Τσιρής.

Μια βασική αποστολή των χανιών ήτανε και το τόσο απαραίτητα αλλά και αρκετά συχνό καλίγωμα, πως λέγανε το πετάλωμα των ζώων. Πάω στο χάνι να καλιγώσει τ’ άλογο ο αλμπάνης. Αλμπάνηδες λέγανε τότε τους πεταλωτήδες. Άσσος σ΄ αυτή τη δουλειά ήτανε ο Χρήστος Τετράδης, πού έμαθε τέλεια την τέχνη σε ειδική σχολή στη Θεσσαλονίκη• Μάλιστα, χρησιμοποιούσε καμιά φορά, σ’ άλογα αξίας, πέταλα Γερμανικής προελεύσεως χωρίς καρφιά. Αυτά τα πέταλα είχανε ειδικές προεξοχές που σφηνώνανε στο νύχι (οπλή) των ζώων, αφού πρώτα μ’ ένα καμένο σίδερο το ζεσταίνανε να μαλακώσει.

Αλλά, και οι άλλοι χατζήδες, ξέρανε καλά αυτή την τέχνη. Τα ζώα, τα ήσυχα, τα πεταλώνανε μέσα στα χάνια, ενώ τα ατίθασα απ’ έξω στο δρόμο, απ’ το φόβο μήπως αγριέψουν και κλωτσήσουν κανένα άλλο ζώο, κι’ αυτοί φρόντιζαν πρώτα με μια πελώρια σιδερένια τσιμπίδα να τα πιάσουνε απ’ τη… μύτη. Αυτή η ειδική τσιμπίδα είχε σκάλες κι’ έσφιγγε λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με την αγριεμάρα του ζώου.

Φυσικά οι χατζήδες, είχανε στα χάνια τους μια καλή παρακαταθήκη από όλα τα νούμερα τα πέταλα, απ’ τα ντόπια Ελληνικά, τα γνωστά κοινά πέταλα, μέχρι τα ημικυκλικά τα λεγόμενα Γερμανικά, καθώς και τα ανάλογα καρφιά, πού προμηθευότανε απ’ τους γειτόνους τους, τους χάβρους.

Το πετάλωμα ήθελε επιδεξιοσύνη, να εφαρμόσει καλά το ανάλογο με την οπλή το ζώου πέταλο, να κοπεί εάν περίσσευε το νύχι, αλλά να κοπούνε και οι λώθρες, δηλαδή τ’ άκρα απ’ τα καρφιά που περισσεύανε και στη συνέχεια τα μικρά κομμάτια των καρφιών που άφηναν επίτηδες να εξέχουν απ’ τα νύχια, να γυρίσουν για να σφηνωθούν στις οπλές, ώστε το πέταλο να στερεώνεται καλά και να μη φεύγει, αλλά να μη πληγώνουν τα ποδάρια των ζώων κάτι που θα συνέβαινε αν μένανε οι προεξοχές των καρφιών.

Όλα τα χάνια ήτανε και σαμαράδικα και οι ίδιοι οι χατζήδες, μερακλήδες τεχνίτες, φκιάνανε περίτεχνα σαμάρια με ξύλο οξυάς που προμηθευότανε απ’ τα Γιάννενα και το Μέτσοβο, σαμάρια στολισμένα με διάφορα σκαλίσματα, μπρούτζινα καρφιά κι’ άλλες γαρνιτούρες.

Ο Κατίνης, πρόσθετα, ήτανε κι’ ο μοναδικός περίφημος, κι’ επίσημα αναγνωρισμένος πρακτικός κτηνίατρος της εποχής μέχρι πού γέρασε. Ούτε λίγο ούτε πολύ είχε ιδρύσει και .. Νοσοκομείον κτηνών σε ειδικά διασκευασμένο κτήριο δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, στη σημερινή οδό Βαλαωρίτη.

Από μακριά παράδοση οι Λευκαδίτες, όπως κι’ οι άλλοι κάτοικοι της Επτανήσου, είναι φιλοπαίγμονες και μέχρι σήμερα διατηρούν αυτή την παράδοση του καλαμπουριού και της φάρσας, συνδυασμένης με το ανάλογο φαρομανητό (φαρομανίδι) δηλαδή της ομαδικής θορυβώδους ευθυμίας. Στον Άη Μηνά, γινόντανε στις αρχές του αιώνα μας και μέχρι του πολέμου του 40 μεγάλο φαρομανητό, τις περισσότερες φορές σε βάρος αφελών χωρικών, που αρκετοί απ’ αυτούς, όταν κατεβαίνανε στη χώρα, χάνανε κυριολεκτικώς τα νερά τους και βλέπανε με κάποιο δέος τους μπουρανέλους, αφού ακόμα και τα σκυλιά τους, τα τόσο άγρια στο φυσικό τους περιβάλλον όταν τύχαινε ν’ ακολουθήσουν τ’ αφεντικά τους στην πόλη, πηγαίνανε με την ουρά υπό τα σκέλη και χωνότανε κυριολεκτικά κάτω από τα ποδάρια των αφεντικών τους. Πάμπολλες, οι φάρσες, όχι πάντοτε καλού γούστου και πού συχνά φθάνανε στην υπερβολή.

Οι χατζήδες άφησαν αληθινά εποχή στη Λευκάδα, γιατί ήξεραν να δουλεύουνε αλλά ξέρανε και να γλεντάνε και να ζωντανεύουν τη σχεδόν έρημη τότε περιοχή του Αη Μηνά.

Τάκη Μαμαλούκα: «Λαογραφικά της Λευκάδας», 1978

Προηγουμενο αρθρο
Τριετή παράταση για το Κτηματολόγιο στη Λευκάδα ζητά ο βουλευτής Θανάσης Καββαδάς
Επομενο αρθρο
Το δυο πρόσωπα του Δήμου Λευκάδας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *