HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤο βιβλίο του Ν. Κονδυλάτου δεν είναι μια ακόμη ελεγεία στην ουτοπία, αλλά ένα χρηστικό εργαλείο για την πορεία μας…

Το βιβλίο του Ν. Κονδυλάτου δεν είναι μια ακόμη ελεγεία στην ουτοπία, αλλά ένα χρηστικό εργαλείο για την πορεία μας…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η τοποθέτηση του Κώστα Κατηφόρη στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Κονδυλάτου «Η Λευκάδα αύριο», που έγινε στις 3 Ιουνίου στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας.

«Η Λευκάδα αύριο» – Από την τουριστική μονοτροπία στη διαλεκτική της βιωσιμότητας

Αλλά εμείς ας ξεκινήσουμε από το χθες:

«Υπάρχει μια πόλη. Μέσα στη μνήμη μας. Με τα χαμηλά σπιτάκια, με σκοτεινά κι υγρά σοκάκια και με τα καμπαναριά, σα βιγλάτορες, να προεξέχουν πάνω απ’ τις ξύλινες στέγες. … Δεξιά κι αριστερά απ’ το λιμάνι τα τενάγη, τα ιχθυοτροφεία και οι αλυκές που τις έχουν από χρόνια εγκαταλείψει και τα νερά, σαπισμένα, μυρίζουν σαν κλούβιο αυγό. … Η πόλη κοιμάται τις νύχτες και μουσκεύει μέσα στην υγρασία. Οι τοίχοι της αναβρύζουν νερό και τ’ ανήλιαγα σοκάκια της μυρίζουν μούχλα. Καμιά φορά απ’ τις μικρές αυλές … έρχεται η μυρουδιά από κάποιο γιασεμί που σκαλώνει αυθάδικα στο μουσκεμένο τοίχο. Τότε η μυρουδιά της μούχλας κατακάθεται στα βρώμικα ρείθρα και κάτι σαν αέρας ανοιχτού πελάου μπατσίζει.»

Αυτή, λοιπόν, είναι η Λευκάδα της μνήμης μας, έτσι όπως την αποτύπωσε ο αγαπητός Κώστας Φωτεινός κι επανεξέδωσε, πρόσφατα, ο Νίκος Τσιρίμπασης. Στο διήγημα αυτό εξιστορούνται, ακόμη, με τρυφερότητα, η απόλυτη φτώχεια, ο ταξικά ανεπίτρεπτος και τελικά διαψευσμένος έρωτας, η ανήμπορη αδερφή, ο ξενιτεμός του λεβέντη και, γενικά, όλα όσα στοιχεία χαρακτήριζαν τη μελαγχολική Λευκάδα του άλλοτε.

Όμως, υπάρχει και η Λευκάδα του σήμερα. Πολύχρωμη και πολύφερνη, με φαρδιές λεωφόρους και ασφαλτοστρωμένους δρόμους απ’ άκρη σ’ άκρη, με πολυτελή ξενοδοχεία και ολόφωτα μαγαζιά που σφύζουν από κόσμο και κάθε λογής πραμάτεια, με κραταιά κτίσματα και καλοζωισμένους ανθρώπους που παρέχουν και απολαμβάνουν ένα τεράστιο φάσμα υπηρεσιών, με ζωηρά γλέντια και πλήθος εκδηλώσεις που συμβαίνουν νυχθημερόν, με γραμμές επικοινωνίας που διασταυρώνονται σε όλο τον κόσμο.

Είναι η Λευκάδα όπως δεν την ξέραμε εδώ και 50 χρόνια, από τότε που άνοιξε το βηματισμό της στην ανάπτυξη και, μαζί με την υπόλοιπη Ελλάδα, βαδίζει πλέον στην οδό της ευημερίας. Ευημερία, βέβαια, είναι έννοια σχετική, γι’ αυτό και πολλοί ισχυρίζονται ότι η ευημερία μας διακόπηκε βίαια με την έναρξη της κρίσης. Αλλά, επειδή είναι έννοια σχετική, η ευημερία είναι και μετρήσιμη. Γι’ αυτό και η στατιστική απαντά ότι, παρά την κρίση, το 2016 η Ελλάδα κατείχε την 44η θέση σε ποικίλους δείκτες ευημερίας, μεταξύ 149 χωρών, παγκοσμίως. Και στην 44η θέση έπεσε, σημειωτέον, από την υψηλότερη 27η θέση που κατείχε το 2007.

Συμπέρασμα: Κατά τα φαινόμενα, ευημερούμε και μόνον όποιος διακατέχεται από δημιουργικά ανατρεπτικό πνεύμα, δηλαδή από το κατά Εμπεδοκλή «νείκος», θα παρέμενε σκεπτικός απέναντι στα αγαθά που απολαμβάνουμε. Και πράγματι, δυο τουλάχιστον φερώνυμοι συμπατριώτες μας που παρακάθηνται, ο Νίκος και ο έτερος Νίκος, δεν ξέρω εάν είναι σκεπτικοί, είναι όμως εξαιρετικά δημιουργικοί και, πάνω απ’ όλα, λάτρεις της Λευκάδας..

Ο Νίκος Θερμός, Πρώτα, είναι ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος, με ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων και δεξιότητα να τα υλοποιεί. Συγγραφέας ο ίδιος και καταξιωμένος εκδότης, μας προσέφερε και συνεχίζει να μας προσφέρει εξαιρετικούς τίτλους, πάντοτε με τεχνική αρτιότητα και καλαισθησία. Προσφορά κάθε άλλο παρά αυτονόητη, όχι μόνον εξαιτίας της κρίσης που μαστίζει τον εκδοτικό κλάδο, ιδίως στην περιφέρεια, αλλά και της αδιαφορίας με την οποία η καθημερινότητά μας αντιμετωπίζει -κακά τα ψέματα- τα ζητήματα παιδείας και πολιτισμού. Επομένως, χάρη στον Νίκο Θερμό διαθέτουμε πλήθος γνώσεις και πληροφορίες, με έμφαση στη Λευκάδα. Απόδειξη της προσφοράς του αποτελεί, άλλωστε, το εξαιρετικά επιμελημένο βιβλίο που υποδεχόμαστε. Δεδομένες, επομένως, οι χάριτες που του οφείλουμε.

Όσο για τον Νίκο Κονδυλάτο, είναι διακεκριμένος- πολεοδόμος-χωροτάκτης, με στέρεη επιστημονική κατάρτιση και μακρά επαγγελματική διαδρομή. Αλλά, πέρα απ’ αυτά, είναι ένας εξαιρετικά καλλιεργημένος άνθρωπος, με ευρεία κλασική παιδεία και διανοητικό ορίζοντα που εκτείνεται πολύ πέρα από την ελληνική πραγματικότητα. Ψήγματα των ιδιοτήτων του αυτών ανιχνεύονται, άλλωστε, στα πάμπολλα παραθέματα του βιβλίου του από την έγκριτη διεθνή βιβλιογραφία, στη διεθνή εμπειρία με την οποία συσχετίζει τα τεκταινόμενα στη Λευκάδα στη νηφάλια, παραστατική και άψογα δομημένη γραφή του.

Ο Νίκος Κονδυλάτος, όμως, είναι και κάτι άλλο: Αφού «πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», εδώ και Ι0ετίες διεξάγει ένα ζωηρό διάλογο με τους λευκαδίτες, με αντικείμενο -τι άλλο;- τη Λευκάδα. Σε αυτό το διάλογο τον κινεί, πρόδηλα, μια αγάπη έλλογη και απολύτως προσωποποιημένη, που προϋποθέτει παιδεία και εκδηλώνεται με διαρκή προσφορά και συνεπή ακτιβισμό αγάπη για τους λευκαδίτες και τη ζωή τους• για τους λευκαδίτες, τον τόπο που διαμόρφωσαν και τους διαμόρφωσε. Επιτομή του διαλόγου αυτού αποτελεί, λοιπόν, το βιβλίο που μας καταθέτει σήμερα.

Στην αφετηρία του βιβλίου, ο συγγραφέας θέτει ένα αρχετυπικό ερώτημα: Τι είναι, τελικά, ο άνθρωπος; τι επιδιώκει στη ζωή του; τι είναι εκείνο που τον ολοκληρώνει και δικαιώνει το πέρασμά του από τη γη; -Μα είναι οι σχέσεις του – απαντά- και τα θετικά συναισθήματα που αντλεί από αυτές, ωθώντας τον να απολαμβάνει ό,τι δημιουργεί και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να ευημερεί. Δύο, επομένως, είναι οι κύριες συνιστώσες της σκέψης του συγγραφέα, που μας παρέχουν το νήμα για να τον ακολουθήσουμε στην οργάνωση του βιβλίου του.

Πρώτη κεφαλαιώδης συνιστώσα, η παραδοχή ότι, στην ενεστώσα ιστορική εποχή και αφού ο άνθρωπος εξασφάλισε, λίγο-πολύ, τους υλικούς όρους για την επιβίωσή του, είναι πλέον σε θέση να αποκαταστήσει ποιοτικές σχέσεις με το ανθρώπινο και εν γένει περιβάλλον του, επειδή έτσι θα προαχθεί και θα δώσει ποιότητα στη ζωή του. Απαιτεί, εν ολίγοις, να εισαγάγουμε στην καθημερινότητά μας εκείνο που αποκαλεί «έμπρακτο πολιτισμό». Δεύτερη συνιστώσα της σκέψης του συγγραφέα είναι η συλλογικότητα. Αφού ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν» επηρεάζει και επηρεάζεται από τη λειτουργία της «πόλης», της κοινωνίας, από τις αναφορές και τις σχέσεις με το ανθρώπινο και εν γένει περιβάλλον του. Συνακόλουθα, προϋπόθεση για την επιτυχία κάθε δημιουργικής προσπάθειας αποτελεί η συμμετοχή και η συλλογική δράση των πολιτών.

Με βάση τις δυο αυτές παραδοχές, λοιπόν, ο συγγραφέας αναπτύσσει τη σκέψη του στον τομέα της ειδικότητάς του, του πολεοδόμου-χωροτάκτη.
Αντικείμενο του βιβλίου είναι η βιώσιμη ανάπτυξη της Λευκάδας και αδήριτη πραγματικότητα αποτελεί ο απόλυτος προσανατολισμός της ντόπιας παραγωγικής δραστηριότητας προς τον τουρισμό, συνακόλουθα δε, η εξάρτηση της κοινωνικής ζωής από τον τουρισμό. Άρα, ζητούμενο για τον συγγραφέα αποτελεί η μέθοδος με την οποία ο τουρισμός θα αναπτυχθεί επ’ ωφελεία των λευκαδιτών και του τόπου τους.

Το βιβλίο οργανώνεται σε 4 κεφάλαια, που αρθρώνονται επαγωγικά. Ξαναπιάνοντας το μίτο της σκέψης του συγγραφέα, τον είδαμε να υποστηρίζει το αυτονόητο, δηλαδή ότι ποιότητα στη ζωή μας χαρίζει το απόσταγμα της παιδείας που ονομάζεται πολιτισμός.

Στο Α’ κεφάλαιο, λοιπόν, ο συγγραφέας διατυπώνει τους όρους βάσει των οποίων μια Πολιτεία κατακτά ένα επίπεδο πολιτισμού και, μελαγχολικά, διαπιστώνει ότι οι όροι αυτοί δεν συντρέχουν, σήμερα, στην Ελλάδα. Η Λευκάδα δεν θα μπορούσε, φαίνεται, να αποτελέσει εξαίρεση στην επί τα χείρω ομοιογένεια, όπως άλλωστε τεκμηριώνει ο συγγραφέας, με πλήθος παράταιρα και κοινώς γνωστά που παραθέτει και, ίσως, έχουμe μοιρολατρικά αποδεχθεί ως συστατικό της καθημερινότητάς μας.

Για τις φιλοσοφικές θεωρίες του «κοινωνικού συμβολαίου» που διατυπώθηκαν από το 17ο αιώνα κι έπειτα, ο άνθρωπος και όχι η Θεότητα είναι εκείνος που δημιούργησε την πόλη. Και τη δημιούργησε, αφού δέχθηκε, με το κοινωνικό συμβόλαιο, να περιορίσει κάποιες από τις απεριόριστες ελευθερίες που απολάμβανε κατά την προ-κοινωνική φάση, προκειμένου να επιτευχθεί η αρμονική του συμβίωση με τους άλλους. Ο άνθρωπος δημιούργησε την πόλη, την κοινωνία, με ό,τι διέθετε σε υλικά και ιδέες. Φαίνεται, λοιπόν, ότι τα δομικά αυτά υλικά και οι ιδέες δεν λειτουργούν πλέον αποτελεσματικά και ότι φυγόκεντρες δυνάμεις αναπτύσσονται.

Ο συγγραφέας αποκαλεί «παρασιτικό καταναλωτισμό» τις δυνάμεις αυτές, που έρχονται να πληρώσουν το κενό που δημιουργείται όταν αποσαθρώνεται ο συνεκτικός ιστός τον οποίο εγγυώνται νόμος και οι κοινωνικές αξίες. Και τις παρακολουθεί να ενσκήπτουν στο δημόσιο χώρο, να διπλασιάζουν τον ιδιωτικό τους χώρο, μέχρι να αποψιλώσουν το λευκαδίτικο τοπίο, οπότε Θα ακολουθήσει και η δική τους καταστροφή ή, ακριβέστερα, η οριστική τους έξοδος από το τουριστικό γίγνεσθαι.

Προσοχή όμως : Οι επισημάνσεις του συγγραφέα δεν εμπεριέχουν κανέναν ηθικό ψόγο. Τα φαινόμενα αλλοίωσης οικισμών και τοπίου, στη Λευκάδα, τα αντιμετωπίζει ως μια αντικειμενικότητα που δημιούργησαν άνθρωποι οι οποίοι, άθελά τους, δεν είχαν γνώσεις, εμπειρία και παραστάσεις από μια ποιοτικότερη μορφή εκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου και του δομημένου χώρου που τους κληροδότησαν οι πρόγονοί τους, αλλά εφάρμοσαν πρότυπα συμπεριφοράς που τους προβλήθηκαν με κάποιο σχετικό κύρος.

Ειδικότερα ο συγγραφέας γνωρίζει την αποφασιστική σημασία που έχουν, για την ανάπτυξη ή τη συρρίκνωση μιας κοινωνίας, οι ιθύνοντές της, οι λεγόμενες ελίτ των διαφόρων επαγγελματικών, κοινωνικών, πνευματικών κλπ. κύκλων. Γι’ αυτό και δεν τις απαλλάσσει από ευθύνες για τις δυσάρεστες επιπτώσεις αυτών των φαινομένων, αλλά προσδοκά να παρέμβουν και να καθοδηγήσουν μια ποιοτικότερη και οπωσδήποτε βιώσιμη οικονομική εκμετάλλευση.

Ειπώθηκε και επαναλαμβάνεται, για την εποχή μας, ότι το παλιό πέθανε και το καινούριο πασχίζει ακόμη να γεννηθεί. Σε αυτή τη μεταβατική περίοδο, λοιπόν, είναι φυσιολογικό να επικρατεί αμηχανία για το πώς πρέπει να οργανωθεί η επινόηση του καινούριου. Κι εξίσου φυσιολογικό είναι να κυριαρχούν φωνές που σαλπίζουν την επάνοδο στο δήθεν ειδυλλιακό παρελθόν ή κηρύσσουν την ουτοπική στασιμότητα ή κομπορρημονούν εξαγγέλλοντας το τίποτα. Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, είναι όσο ποτέ αναγκαία η παρέμβαση του φωτισμένου διανοούμενου, του ενεργού πολίτη, του καταρτισμένου επιστήμονα που θα αντιπαρατεθεί σε κατεστημένες νοοτροπίες, κοντόφθαλμους καθωσπρεπισμούς και ιδιοτέλειες. Και στην παρέμβαση αυτή ο Νίκος στρατεύεται χωρίς αμφιταλαντεύσεις.

Έτσι, στο Β’ κεφάλαιο του βιβλίου, τον παρακολουθούμε να διασχίζει τη Λευκάδα απ’ άκρη σ’ άκρη κι έπειτα να αρθρογραφεί: εγκωμιάζει τις ομορφιές της, επισημαίνει σφάλματα και ασχήμιες, προτείνει συγκεκριμένους τρόπους για την ανάταξή τους, με ευαισθησία, επαγγελματική πείρα και ανοιχτούς διανοητικούς ορίζοντες. Παραπέμπει στο ευρωπαϊκό κεκτημένο για να θυμίσει ότι «Οι πόλεις τους αποπνέουν ένα άρωμα ποιότητας και πολιτισμού, σέβονται τον δημόσιο χώρο και τον αποδίδουν αναβαθμισμένο με ποικίλες παρεμβάσεις στον κάτοικο και τον επισκέπτη για να τον ζήσουν οι πρώτοι και να τον ανακαλύψουν οι δεύτεροι». Και το υψηλό ποιοτικό επίπεδο αυτών των πόλεων συσχετίζει με τα αδιέξοδα στα οποία κατέληξαν οι παραθαλάσσιοι οικισμοί της Λευκάδας από την αλόγιστη εκμετάλλευση, θεωρώντας τους, ήδη, χαμένη υπόθεση: ομοιόμορφα θέρετρα, στερεότυπη αναψυχή, μοναδική απασχόληση η τουριστική, ίδιες προσδοκίες, διανθισμένες με τις ίδιες ανυπόφορες μουσικές που εκπέμπονται ως θόρυβος και όχι μελωδία.

Γι’ αυτό και προτείνει τη βιώσιμη ανάπτυξη των ορεινών χωριών, με κριτήριο τη λογική και μέτρο τον άνθρωπο. Πρόταση, ουσιαστικά, για διάλογο ή, όπως λέει ο Νίκος : «Να συζητήσουμε για τη ζωή μας στην πόλη και τους οικισμούς, για τις αλλοιώσεις και παραμορφώσεις που έχουν υποστεί και αν πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους να τις σταματήσουμε, για το πώς θα αλλάξουμε την εικόνα τους ώστε να αποπνέουν ποιότητα, ομορφιά και πολιτισμό, για το πώς θα αναδείξουμε την παράδοσή μας με δράσεις και πρωτοβουλίες γνήσιες και ποιοτικές και όχι τυποποιημένες για τουριστική κατανάλωση, για το πώς στη θέση του ανταγωνισμού, της διχόνοιας και της διαίρεσης, θα μπει η θέληση για συνεργασία για το κοινό καλό, για το πώς εν τέλει θα αλλάξουμε νοοτροπίες και συμπεριφορές στη ζωή και την καθημερινότητά μας».

Ο λόγος του συγγραφέα είναι μαχητικός, αλλά όχι καταγγελτικός, έτσι όπως και η δράση του. Γιατί ο Νίκος δεν αρκείται στην εποπτεία των πραγμάτων, δεν είναι δογματικός στις αντιλήψεις του, αλλά τις υποβάλλει στη δοκιμασία του διαλόγου που θα οδηγήσει με ασφάλεια στην εφαρμογή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Νίκος πρωτοστατεί στην ίδρυση και λειτουργία του σωματείου «Φηγός», στον Αλέξανδρο, που αποτελεί πρότυπο συλλογικής δράσης και δημιουργίας για τη Λευκάδα.

Έτσι, το Γ’ κεφάλαιο του βιβλίου αφηγείται τη γοητευτική περιπέτεια του σωματείου αυτού, που εντυπωσιάζει για την ποικιλία των εκδηλώσεων που οργάνωσε, την πρωτοτυπία και την επιστημονική εμβέλεια των θεμάτων που παρουσίασε, το κύρος των ομιλητών που επιστράτευσε, την ευρεία κινητοποίηση και συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής, αλλά και τη μεγάλη ικανοποίηση που εξέφρασαν απ όλη την Ελλάδα οι μετασχόντες.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, αποδείχθηκε στην πράξη ότι είναι εφικτό το είδος τουρισμού που διακηρύσσει ο συγγραφέας: Εκείνο που έχει εμπιστοσύνη στις παραγωγικές δυνάμεις του νησιού και συμβάλλει στην ανάπτυξή τους, εμψυχώνει τη δημιουργικότητα των. συμπολιτών μας και προάγει τις δεξιότητές τους, καθοδηγώντας τους, σε τελική ανάλυση, να αντλούν υπεραξία και όφελος, όχι από την εκμετάλλευση εισαγόμενων προϊόντων και υποβαθμισμένων υπηρεσιών, αλλά από την καταξίωση της μοναδικότητας του νησιού και της κοινωνίας του.

Ο Νίκος δεν αιθεροβατεί και το βιβλίο του δεν είναι ένα ουτοπικό ονειροπόλημα, μια νοσταλγική απόδραση από την πραγματικότητα. Κάθε άλλο μάλιστα. Είναι μια εμπεριστατωμένη επιστημονική πραγματεία αυστηρά δομημένη, με οξύ λογικό κριτήριο, ενοφθαλμισμένη με τα πορίσματα πλειάδας επιστημονικών κλάδων, με ισχυρισμούς πλήρως στοιχειοθετημένους. Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά ότι μια κοινωνία υπερβαίνει την κρίση όταν αποκτήσει επίγνωση του παρελθόντος που την οδήγησε στην κρίση, του παρόντος που ζει και του μέλλοντος στο οποίο στοχεύει. Γι’ αυτό, κατέγραψε με ακρίβεια όσα φαινόμενα έρχονται από το παρελθόν και θεωρεί ότι ταλανίζουν τη Λευκάδα. Παράλληλα, έχει συναίσθηση ότι ζούμε σε μια εποχή γενικευμένης εμπορευματοποίησης αγαθών και υπηρεσιών που είναι αδύνατο να ανακοπεί -και γιατί άλλωστε.

Με αυτά τα δεδομένα, το Δ’ κεφάλαιο του βιβλίου του αποτυπώνει εμπεριστατωμένες και ορθολογικές προτάσεις για να σχεδιαστεί μια βιώσιμη ανάπτυξη της Λευκάδας. Προγραμματικά, δηλώνει: «Θεωρείται πλέον αυτονόητο πως οι βιώσιμες λύσεις, τα σύνθετα πολύπλοκα προβλήματα της σύγχρονης πόλης δε μπορούν να λυθούν με αποσπασματικές μονοσήμαντες δράσεις. Οι επιμέρους πολιτικές και εφαρμογές σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης θα πρέπει να εντάσσονται σε ένα στρατηγικό πλαίσιο πολιτικής που ολοκληρωμένα και συντονισμένα να στοχεύει στη βιώσιμη ανάπτυξη.» Υποστηρίζει ότι αναγκαίο όρο για την επιτυχία του σχεδιασμού αυτού αποτελεί η καθοδήγησή του από έναν κεντρικό φορέα, για τη στελέχωση του οποίου θα επιστρατευτούν καταξιωμένοι επιστήμονες, που θα προτάξουν την εκπόνηση χωροταξικού σχεδίου της Λευκάδας.

Συνεπής με την πεποίθησή του για τη σημασία της συμμετοχής, θεωρεί ότι στη διαβούλευση για την εκπόνηση του σχεδίου πρέπει να συμπράξουν και οι πολίτες του τόπου, καθώς επίσης ότι οι σχετικές διεργασίες πρέπει να κοινοποιηθούν ευρέως, ώστε να πειστούν και να τις υιοθετήσουν οι πολίτες. Εξοικειωμένος με τη λειτουργία του διοικητικού μηχανισμού και με τα ευρωπαϊκά δρώμενα, στη συνέχεια προτείνει συγκεκριμένες μεθόδους αξιοποίησης των στοιχείων που αποτελούν προστιθέμενη αξία για τη Λευκάδα, δίνοντας έμφαση στην πολιτισμική διάσταση….

Aπό το βιβλίο του Νίκου έμαθα έναν όρο που νομίζω ότι χαρακτηρίζει τις κοινωνικές σχέσεις και την επικοινωνία μας, τα τελευταία χρόνια, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό χώρο: «ετερομομφικός ιδεασμός». Είναι η έξη να μεμφόμαστε, να κατηγορούμε τον έτερο, τον άλλον, επειδή, μέσω της μομφής, θεωρούμε -ιδεαζόμαστε- ότι αποκτούμε υπόσταση και κοινωνικό έρεισμα, λόγο και παρέμβαση στα δρώμενα. Γι’ αυτό και, κατά κανόνα, εμπλουτίζουμε τη μομφή μας με διάφορες εξαγγελίες για το τι πρόκειται να πράξουμε για να αποκαταστήσουμε τη φυσική τάξη πραγμάτων, σε αντίθεση με τους άλλους που δεν το έπραξαν.

Θα πει κάποιος ότι η συνήθεια της κακολογίας του άλλου ήταν εξαιρετικά διαδεδομένη, ανέκαθεν, στη Λευκάδα, αλλά και σε όλες τις μικρές και κλειστές κοινωνίες που ταλαιπωρούνταν από κακές συνθήκες διαβίωσης, όπου επικρατούσαν δοξασίες, υπήρχαν αυστηρά ήθη κλπ. Στις κοινωνίες αυτές, η ενδιάθετη οργή, η εκδήλωση μομφής για τον άλλον απηχούσε δυσφορία και αντίδραση των ανθρώπων στην παντοειδή πίεση που δέχονταν. Γι’ αυτό και το φαινόμενο δεν είχε κάτι το περίεργο. Το περίεργο είναι, ωστόσο, ότι ο ιδεασμός αυτός, η μομφή για τον γείτονα, τον νεήλυδα, τον ξένο, τον μαγαζάτορα, το δημόσιο υπάλληλο κ.ο.κ. διατρέχει την κοινωνία μας και σήμερα. Μάλιστα, η ενδιάθετη οργή του άλλοτε βλέπουμε, στις μέρες μας, να εκδηλώνεται εκκωφαντικά, με τραχύ τρόπο και με βία που συχνά ξεσπάει σε έμψυχα και σε άψυχα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό χώρο. Και, σε επίπεδο ιδεών, η παραγωγή σκέψης εκφράζει θυμό, συνθέτει ελεγείες στην υποτιθέμενη αναξιοπάθεια και σαλπίζει την προσήλωση στην ακινησία, σ’ έναν κόσμο που, αναπότρεπτα, αλλάζει. Συνοπτικά, τα σημάδια μαρτυρούν ότι δεν είμαστε ευχαριστημένοι με το βίο μας, με τον εαυτό μας, με τις σχέσεις μας και με τον περίγυρο που μας περιβάλλει. Άλλως ειπείν, δυσφορούμε με την πόλη που εμείς οι ίδιοι οργανώσαμε. Και αυτό, μολονότι οι δείκτες ευημερίες ακμάζουν, όπως είδαμε. Άρα, είναι ώριμες σι συνθήκες για να αναστοχαστούμε πλήθος αυτονόητα και παραδεδεγμένα της ζωής μας.

Είπαμε ότι ο άνθρωπος φτιάχνει την πόλη του με ό,τι στοιχεία διαθέτει, υλικά και διανοητικά, την κατοικεί και τη διαμορφώνει ανάλογα με τις αντιλήψεις του, σε τελική ανάλυση, δε, διατελεί σε συνεχή διαλεκτική σχέση μαζί της, αφού και η πόλη τον διαμορφώνει, διαμορφώνει τις σχέσεις του, καθορίζει την
ανάπτυξη ή και την παρακμή του. Και, στο βιβλίο που παρουσιάζεται, ο συγγραφέας εντοπίζει ανησυχητικά σημάδια δυστοπίας στη Λευκάδα, στους οικισμούς και στο τοπίο της. Δυστοπία που, ακόμη και αν δεν καθηλώνει τους πολίτες της σε μια μίζερη ζωή, οπωσδήποτε τους μετριάζει τη δυνατότητα να βιώσουν την ποιότητα ζωής που οι πρόγονοι και η φύση μας χάρισαν γενναιόδωρα.

Ως γνήσιος διανοούμενος, ο Νίκος δεν συμπλέει με το συρμό, δεν αναλώνεται σε ανέξοδες διακηρύξεις για το πως θα μπορούσε ο τόπος μας να επανέλθει σε κάποια ειδυλλιακή δήθεν προηγούμενη κατάσταση. Ούτε αποδίδει αστοχίες για την ενεστώσα κατάσταση οικισμών και υπαίθρου σε όσους προηγήθηκαν ημών, αφού και εκείνοι έπραξαν όπως έμαθαν. Έχει, όμως, πλήρη επίγνωση του ότι ο κόσμος προχωράει και ότι δεν θα προσαρμοστεί ο κόσμος στις δικές μας πεποιθήσεις, αλλά εμείς θα προσαρμοστούμε, αναπότρεπτα, στις παγκόσμιες εξελίξεις.

Επομένως, το βιβλίο δεν είναι μια ακόμη ελεγεία στην ουτοπία, αλλά ένα χρηστικό εργαλείο για την πορεία μας. Ακόμη περισσότερο, είναι ένα μανιφέστο που μας καλεί σε ρήξη με ό,τι έχει φθαρεί και σε εγρήγορση για να διεκδικήσουμε ό,τι μας δείχνει. Γιατί ο Νίκος είναι ενεργός πολίτης, συνεπής με τις αξίες του, θαρραλέος για τη γνώμη και την παρέμβασή του. Μα, πάνω απ’ όλα, ο Νίκος είναι ένας γενναιόδωρος φίλος, που σήμερα μας χαρίζει ένα πολύτιμο δώρο : Ένα εξαιρετικό σύγγραμμα που αξίζει να το έχουμε, όχι μόνο για να χαιρόμαστε τον πλούτο του, αλλά, ιδίως, για να θυμόμαστε ότι αξίζουμε μια καλύτερη ζωή και είναι στο χέρι μας να τη ζήσουμε.

Προηγουμενο αρθρο
Άγιος Νικήτας
Επομενο αρθρο
Κάποια σκουπίδια με... παρελθόν

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *