HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων κατά την Ιταλική κατοχή στην πλατεία Ζαμπελίου

Το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων κατά την Ιταλική κατοχή στην πλατεία Ζαμπελίου

Αυτό το όμορφο νεοκλασικό κτίριο στην πλατεία Ζαμπελίου, επί της οδού Ι. Μαρίνου, είναι γνωστό ως οικία Ρουσόπουλου.

Ο Αθανάσιος Ρουσόπουλος (1903 – 1 Ιουνίου 1983) του Ιωάννη, ήταν επιστήμονας και πολιτικός. Υπηρέτησε ως υπουργός Δημοσίων Έργων και πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Η στενή σχέση του με την Λευκάδα δημιουργήθηκε μετά τον δεύτερο γάμο του με την Λευκαδίτισσα Ξένη Σολδάτου, με την οποία απέκτησε 2 γιους, τον Αλέξανδρο (1943–2008) και τον Ανδρέα (1946–2004).

Αιτία να ασχοληθούμε με την οικία Ρουσόπουλου είναι η μαρμάρινη επιγραφή στην Ιταλική γλώσσα με το Ελληνικό Εθνόσημο που βρίσκεται μέσα στο σπίτι.

Με μια γρήγορη ματιά δεν είδαμε να γίνεται αναφορά για το οίκημα από τον Δήμο Μαλακάση στα «Παλιά σπίτια της Λευκάδας». Το σπίτι όπως μας πληροφόρησε ο κ. Μάκης Μελάς πρέπει να κτίστηκε στις αρχές του 1900. Εκεί έμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα και ο Άγγελος Σικελιανός.

Η Ιταλική επιγραφή που πρέπει να ήταν τοποθετημένη στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου δείχνει ότι το σπίτι επί Ιταλικής κατοχής (1941-1943) επιτάχτηκε και στέγασε το γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων Λευκάδας. AFFARI CIVILI ISOLE JONIE CONSULENZA DI SANTA MAURA, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία.

Αξιοσημείωτο στην μαρμάρινη πλάκα είναι το Εθνόσημο του ελληνικού κράτους: «Βασίλειον της Ελλάδος» με την κορώνα καθώς και η ονομασία της Λευκάδας ως Santa Maura.

Όπως αναφέρει στην Ιστορία του ο Ροντογιάννης: Το κεντρικό γραφείο πολιτικών υποθέσεων των Ιταλών βρισκόταν στην Κέρκυρα και στο οποίο υπάγονταν όλα τα τοπικά γραφεία των υπολοίπων νησιών. Διευθύνων το γραφείο της Λευκάδας ήταν ο δικηγόρος Carlo Castiglia με βαθμό Ανθυπολοχαγού.

Οι ελληνικές Αρχές και Υπηρεσίες Λευκάδος έπαψαν να έχουν αλληλογραφία με τα Υπουργεία στην Αθήνα ως προϊστάμενες Αρχές και ήταν υποχρεωμένες να αλληλογραφούν με το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων της Λευκάδας. Σταμάτησαν επίσης σύμφωνα με εντολή του Carlo Castiglia να χρησιμοποιούν στις αναφορές και έγγραφά τους τον επίτιτλο «Βασίλειον της Ελλάδος».

Στις 30-6-1941 η ύπ’ άριθ. 189 Εγκύκλιος σε όλες τις Αρχές του νησιού γνωστοποιούσε, ότι, για την πρόσληψη ή τοποθέτηση υπαλλήλου, ακόμα και με διαταγή της Κυβερνήσεως Αθηνών, ή και επιστροφή υπαλλήλου, που υπηρετούσε ήδη εκτός Λευκάδος, στην οργανική του θέση στη Λευκάδα, έπρεπε να λαβαίνει γνώση το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων της Λευκάδας.

Αργότερα, στις 24-11-1941, ο Carlo Castiglia έστειλε και νέα διαταγή για το ίδιο ζήτημα στους προϊσταμένους των υπηρεσιών, που αφορούσε τώρα στο διορισμό οποιουδήποτε προσώπου σ’ οποιαδήποτε θέση, όχι δηλαδή μόνο σε θέση Δημοσίου υπαλλήλου.

Τέλος τον Μάη του 1942 ο Carlo Castiglia έστειλε σ’ όλες τις Αρχές την παρακάτω διαταγή, πού προωθεί ουσιαστικότερα την αποξένωση των νησιών από την ελληνική Επικράτεια.

Αυτό που δεν άλλαξαν οι Ιταλοί, φοβούμενοι προφανώς τις αντιδράσεις, ήταν ο όρκος των δασκάλων και επιθεωρητών. Διατήρησαν αυτόν που είχε επιβληθεί από το Υπουργείο Παιδείας της κυβέρνησης των Αθηνών 52921/1941.

Ο σημερινός ένοικος του σπιτιού, αν δεν κάνουμε λάθος είναι Ιταλός!

Προηγουμενο αρθρο
64χρονος θανάτωσε επτά γάτες στον Καστό
Επομενο αρθρο
Δελτίο Τύπου για το 45ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή

1 Σχόλιο

  1. Βασίλης Φίλιππας
    3 Σεπτεμβρίου 2019 at 16:33 — Απάντηση

    Μερικές ιστορικές και άλλες συμπληρώσεις σχετικά με το κτίριο Καββαδία/Ρουσόπουλου και το «Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων»…

    Στο ρυμοτομικό σχέδιο των Άγγλων του 1825, στη θέση του κτιρίου σημειώνονται χωράφια, ίσως και ένα πολύ μικρότερο κτίριο από το σημερινό (για τη θέση του τελευταίου δεν είμαι σίγουρος – το ρυμοτομικό σχέδιο δεν είναι απολύτως ακριβές και απαιτείται επιπλέον έρευνα στα Αρχεία για να μιλήσουμε με βεβαιότητα) ενώ η λιμνοθάλασσα και οι ελώδεις περιοχές της (μαζί με τα κουνούπια και τις ασθένειές της) ήταν πολύ πιο κοντά σε αυτό από ότι σήμερα.
    Αν κάποιο μεγαλύτερο κτίριο προϋπήρχε στη θέση αυτή θα ανεγέρθηκε μετά τον σεισμό του 1825 μέχρι το 1864 που έγινε η Ένωση ή στα πρώτα μεταενωτικά χρόνια και θα γκρεμίστηκε με τον καταστρεπτικό σεισμό του 1869 που ισοπέδωσε την πόλη.
    Τα έλη σταδιακά αποστραγγίστηκαν και στη συνέχεια φυτεύτηκαν στην περιοχή ευκάλυπτοι για να αντιμετωπισθεί η ελονοσία. Τέτοιους ευκαλύπτους είχε και το κτίριο μας στην μπροστινή του όψη στην πλατεία Ζαμπελίου, όπου σε αυτή βρισκόταν και το πάλαι ποτέ ξύλινο οκταγωνικό δημοτικό καφενείο.
    Το κτίριο ακολουθεί τα βασικά-τυπικά μορφολογικά των ελληνικών νεοκλασικών κτιρίων, όπως αυτά τυποποιήθηκαν στο αθηναϊκό κέντρο (και ως δήλωση εθνικής ταυτότητας) ήδη από τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Δεν γνωρίζουμε, μάλιστα, αν εξαρχής είχε το σύνολο των εξωτερικών χαρακτηριστικών του ή κάποια από αυτά προστέθηκαν μετά τον μεγάλο σεισμό του 1914 που γκρέμισε για μια ακόμη φορά την πόλη. Στην πίσω πλευρά του κτιρίου, στον μεγάλο κήπο του, υπήρχε και στέγαστρο για την άμαξα των ενοίκων του.
    Το εν λόγω κτίριο γνωρίζουμε, με βεβαιότητα, ότι υπήρχε τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1880 και ανήκε αρχικά στην εύπορη οικογένεια Καββαδία που είχε το οικογενειακό παρεπώνυμο Τουρίλα. Τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού το επώνυμο αυτό ήταν κοινότατο στην πόλη με κάποιους κλάδους του να ανήκουν στις υψηλότερες κοινωνικές βαθμίδες της (κτηματίες και έμποροι).
    Αργότερα, το 1921, πουλήθηκε στον Αλέξανδρο Σολδάτο-Τσάντο. «Τσάντος» είναι στο λευκαδίτικο ιδίωμα το υποκοριστικό του κύριου ονόματος Αλέξανδρος και «Τσάντα», φυσικά, της Αλεξάνδρας. Ο Αλέξανδρος Σολδάτος ήταν πολύ εύπορος («μπενεστάντες») και το όνομά του συνδέθηκε με τον ηλεκτροφωτισμό της πόλης, αφού σε αυτόν κατά πλειοψηφία ανήκε η Ηλεκτρική Εταιρεία που συστήθηκε το 1927 και φώτισε για πρώτη φορά το 1929 την αγορά, τις πλατείες και τα καντούνια, αντικαθιστώντας τις «λάμ-πες με τα καλμπούρα» (αυτές της ασετιλίνης δηλαδή).
    Στην ιταλική κατοχή φαίνεται ότι είχε κι αυτό τη κοινή μοίρα κάποιων από τα μεγάλα σπίτια της πόλης που επιτάχθηκαν, όπως και σε όλη την Ελλάδα, από τις κατοχικές δυνάμεις και στέγασαν τις υπηρεσίες ή τους αξιωματικούς τους.
    Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέσχη «Ομόνοια» στην κεντρική πλατεία (που έγινε Λέσχη των Ιταλών κατακτητών και κάηκε εξαιτίας τους μαζί με όσα κτίρια περιλάμβανε το οικοδομικό τετράγωνο το 1943), τη μεγάλη οικία Ζουλινού (μετέπειτα Εθνική Τράπεζα και νυν Βιβλιοθήκη), την οικία Σκλαβενίτη (μετέπειτα Μαμαλούκα, νυν καφέ «Χάρτες») στου Πουλιού κ.ά. Στα δύο τελευταία κτίρια βασανίστηκαν με πρωτόγονη βαρβαρότητα Λευκαδίτες αντιστασιακοί από τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.
    Το πότε μετέφερε ο Γενοβέζος πολιτικός διοικητής Καστίλια το «Officio Affari Civili per l’isola di Santa Maura» στο εν λόγω κτίριο δεν μου είναι γνωστό. Αρχικά αυτό συστεγαζόταν στη Λέσχη στην Κεντρική πλατεία. Πιθανόν να μεταφέρθηκε μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε το κτίριο της, ίσως, όμως, πιο πριν ή ίσως σε αυτό να στεγαζόταν μια υπηρεσία του Affari Civili (η Consulenza di Santa Maura).
    O ανάγλυφος θυρεός που εικονίζεται στη μαρμάρινη πλάκα δεν είναι ο ελληνικός -παρ’ ότι με μια πρώτη ματιά μοιάζει πολύ- είναι ο ιταλικός θυρεός του βασιλείου της Ιταλίας που καθιέρωσε ο Μουσολίνι. Εάν ήταν έγχρωμος, ο σταυρός θα ήταν λευκός και τα τέσσερα τετράγωνά του κόκκινα. Στέφεται από το ιταλικό βασιλικό στέμμα και αριστερά και δεξιά του στηρίζεται στις φάσκες των ρωμαίων ραβδούχων (fascio littorio, εξ ου και φασισμός).
    Το κτίριο τo παρουσιάζει ο Δ. Μαλακάσης στο βιβλίο του «Τα παλιά σπίτια της Λευκάδας» που επανακυκλοφορεί από της εκδόσεις Fagotto (δυστυχώς δεν έχω, τώρα που γράφω το παρόν, μπροστά μου το βιβλίο για να παραθέσω τις σελίδες).
    Θα κλείσω το –ελπίζω- κατατοπιστικό κειμενάκι με μια αναφορά σε ένα ακόμη στολίδι της πλατείας Ζαμπελίου που, όμως, δεν υπάρχει πια. Αυτό δεν είναι άλλο από το κτίριο που ήταν χτισμένο στη συνέχεια του κτιρίου Καββαδία-Σολδάτου προς τον ΟΤΕ. Αν δε απατώμαι αρχικά ήταν ιδιοκτησία κάποιας οικογένειας Χαλικιά πριν περάσει στην ιδιοκτησία της τοπικής Εκκλησίας. Κατεδαφίστηκε γύρω στο 1990 και ανοικοδομήθηκε σε ξένο από την τοπική αρχιτεκτονική «ρυθμό» για να στεγάσει τις πολύτιμες υπηρεσίες του τοπικού Γηροκομείου αλλάζοντας κατά πολύ, προς το χειρότερο, τη γραφική όψη της πλατείας.
    Την εικόνα του, και την εικόνα της πλατείας γενικότερα ευτυχώς, διασώζουν παλιές καρτ-ποστάλ και φωτογραφίες εποχής. Ας παραθέσω εδώ, επ’ ευκαιρίας, και μια αδιασταύρωτη-προφορική μαρτυρία που μου δόθηκε στα μέσα δεκαετίας του 1980 από δυο σοβαρούς ηλικιωμένους πληροφορητές μου, μόνο και μόνο για να μη τη σκεπάσει η λήθη: το κτίριο αυτό στέγασε σε κάποια στιγμή της ιστορίας του και την τοπική Μασονική Στοά. Οι προφορικές μαρτυρίες, όμως, όπως και τα γραπτά κείμενα πρέπει να περνούν τη βάσανο και το κόσκινο της έρευνας γιατί από μόνες τους συχνά είναι παραπλανητικές, ελλιπείς και οδηγούν σε ανιστορικές και ανιστόρητες ατραπούς: έτσι και η παραπάνω μαρτυρία χρειάζεται διασταύρωση με άλλα τεκμήρια που θα την επαληθεύσουν (ή όχι) και θα μας πληροφορήσουν για τη χρονολογία λειτουργίας της, σε ποια μεγαλύτερη Στοά υπόκεινταν κ.ά.
    Η πόλη μας, όπως και κάθε πόλη με ιστορία, έχει το ανάλογο ιστορικό βάθος και κάθε κτίριο και κάθε γειτονιά της έχει μια ή και πολλές περισσότερες ενδιαφέρουσες ιστορίες να μας διηγηθεί φτάνει να σκύψουμε πάνω τους με προσοχή για να τις ακούσουμε.
    Βασίλης Στ. Φίλιππας

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *