HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο Καφενείο στου Πάλα

Το Καφενείο στου Πάλα

Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Ξεδιάλεξα τούτο το σημείωμα που αναφέρεται σε έναν αγαπημένο τόπο των παλιών Λευκαδιτών και φιλοξενούσε το, ξεχασμένο πλέον, παιγνίδι των ξύλινων μπαλών γνωστό ως το αμπαλί.

Παρουσιάζω όσο το δυνατόν, ανάγλυφη την εικόνα που επικρατούσε στο χώρο, από τη δεκαετία του 1950 ίσαμε τα μισά της δεκαετίας του 1980, όπου και σηματοδοτήθηκε το τέλος ενός δρώμενου με καθαρά λευκαδίτικο πνεύμα, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν τα μεγαλωμένα παιδιά των δεύτερων… ήντα και άνω.

Ως γνωστόν, βρίσκεται στα νότια του σημερινού γηπέδου, όπως δείχνει το Σκαρίφημα 1, και μάλιστα κολλητά, θα λέγαμε, με τη γειτονιά των λαϊκών κατοικιών. Τότε, όμως, ήταν η γειτονιά των Βαρελιών, ΤΟΛ (που στήθηκε μετά το σεισμό του 1948 σε μια γωνιά της Αμπελώνας)(1).

Το σχήμα του, όπως φαίνεται στο Σκαρίφημα 1, ήταν σχεδόν τριγωνικό κι αν θέλομε να ακριβολογήσομε, «αποτετμημένου» τριγώνου. Χωριζόταν σε δύο περιοχές, όπου η μία (α) εξυπηρετούσε τις ανάγκες του καφενείου , ενώ η άλλη (β) εξυπηρετούσε κυρίως το παιγνίδι των μπαλών. Ο ανατολικός χώρος (α) είχε περισσότερα δέντρα για την απαραίτητη ισκιάδα τους καλοκαιρινούς μήνες, αφού στην πελατεία συγκαταλέγονταν και οικογένειες, ενώ ο δυτικός (β) ήταν ημισκιασμένος για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, δηλαδή με λιγότερα δέντρα.

Στη νότια πλευρά του το καφενείο (θα αποκαλώ όλο το χώρο έτσι, επειδή και την τελευταία του άκρη, έτσι τη λέγαμε τότε) συνόρευε με μια άφραγη ιδιοκτησία και με τον αγροτικό δρόμο, που «έβγαινε» λίγο παραπάνω από το καφενείο της Κουζούντελης (προς το Φρύνι), καθώς και στο γραφικό χωμάτινο μονοπάτι προς την Αγία Μαρίνα. Η υπόλοιπη περίμετρός του οριοθετούνταν από βαθιές σούδες, από τις οποίες η δυτική ήταν η ορμητικότερη και ουκ ολίγες φορές, κατά τη χειμερινή και πρώιμη ανοιξιάτικη περίοδο, τα νερά της παρέσερναν τις μπάλες που έβγαιναν εκτός αγωνιστικού χώρου…

Στο μικρό μήκος που συνόρευε με το γήπεδο, εκτός από τη σούδα, υπήρχε και το ημικύκλιο (πέταλο) του αγωνιστικού χώρου. Έφερε κοντή παλουκωσιά, κάπως πυκνή, με κοτετσόσυρμα, για να μη βγαίνουν οι μπάλες απ’ έξω. Τούτο, όμως, δεν ήταν πάντα αποτελεσματικό, επειδή τα δυνατά χτυπήματα εξοστρακισμού των μπαλών (ένας από τους κανόνες του παιγνιδιού) είτε ωθούσαν τις μπάλες εκτός χώρου στα πλάγια (και κατ’ επέκταση μέσα στη σούδα) είτε η «μπάλα της βολής» έβρισκε τρύπα να βγαίνει από το φράχτη και να την ψάχνουν στο γήπεδο.

Μάλιστα, τις Κυριακές, δεν ήταν λίγες φορές που η στρογγυλή μπάλα (ο μόρος) έβγαινε από το φράχτη και έφτανε μέχρι τον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου ποδοσφαίρου. Υπήρξαν περιπτώσεις με το σχετικό μπέρδεμα των παιχτών και την ολιγόλεπτη διακοπή του αγώνα, μέχρις ότου απομακρυνθεί η παρείσακτη μπάλα.

Μια ρηχότερη σούδα μάζευε τα νερά της βροχής καθώς και τα απόνερα ή και τα καθαρά νερά του καφενείου, με τη βοήθεια ενός αυλακιού . Κατά μήκος αυτής της σούδας είχανε στήσει τα βαρέλια (6), τα οποία, για όσους δεν ξέρουν, ήταν σιδηρά λυόμενα οικήματα ημικυλινδρικού σώματος και είναι γνωστά ως ΤΟΛ. Τα παλιότερα στρατόπεδα έβριθαν από τέτοιες κατασκευές. Μάλιστα πίσω από τα Μπραϊμέικα σε ένα τέτοιο οίκημα στεγαζόταν η Πυροσβεστική Υπηρεσία, πριν εγκατασταθεί στο Μαϊστράτο. Το διατοίχισμα αυτών των βαρελιών ήταν σταυροειδές, δηλαδή ο εσωτερικός τους χώρος ήταν χωρισμένος σε τέσσερα μέρη, από τα οποία το 1/4 του συνόλου προοριζόταν για κάθε οικογένεια. Το βαρέλι στο μέσον του χώρου, κατά το μισό, χρησίμευε ως αποδυτήρια των ποδοσφαιρικών ομάδων Λευκάτα και Τηλυκράτη, ενώ κατά το άλλο μισό ως κατοικία δύο οικογενειών.

Ολόκληρη η περιοχή διασχιζόταν από μονοπάτι που είχε διαμορφωθεί από το συνεχές πέρασμα και οδηγούσε εκείνους που έρχονταν από τη μεριά του Νοσοκομείου προς το Φρύνι ή προς τα ενδότερα του ελαιώνα, τότε που άξιζε να τον αποκαλέσει κανείς «ενετικό». Από την τεράστια περιοχή του αμπελώνα είχαν απομείνει μόνο δύο αμπέλια φραγμένα μάλιστα με πεσμένα παλούκια και αγκαθόσυρμα. Το ένα αντιστοιχεί στη σημερινή ιδιοκτησία Γ. Γαβρίλη (Oasis), το δε άλλο «επέπρωτο» να δεχτεί το πάλαι ποτέ Γυμνάσιο της Νεάπολης. Τέλος, ο αγροτικός δρόμος που εφαπτόταν με τμήμα του καφενείου συνέχιζε από την αντίθετη φορά και ενωνόταν με το δρόμο που πάει για την Απόλπαινα και, για πιο κοντά, με το δρόμο που πέρναγε από τον Αϊ-Θωμά (πάει, τόνε ξεχάσαμε κι αυτόν).

Στα ανατολικά και μόλις λίγο παρακάτω υπήρχε, όπως είπαμε, το κουλούρι των Βαλαωριταίων, με τους ιταλικούς χαλκάδες να υπάρχουν μέχρι σήμερα, καθώς και ένα ΤΟΛ, βαρέλι δηλαδή που χρησίμευε ως σταθμός (ή υποσταθμός, δεν θυμάμαι καλά) της Χωροφυλακής, που περισσότερο είχε να κάνει με τα περίχωρα μέχρι την Απόλπαινα.

Ο ανατολικός χώρος (α)

Αυτός ο διαχωρισμός είναι αναγκαίο να γίνει, επειδή ο χώρος (α) είχε συνεχή και άρρηκτη σχέση με το καφενείο κι αυτό οφειλόταν στα διάσπαρτα τραπεζάκια. Δηλαδή όποιος καθόταν εκεί όφειλε να «παραγγείλει» υποχρεωτικά, ενώ στον υπόλοιπο χώρο (β) όπου γινόταν το παιγνίδι η παραγγελία ήταν, κατά κάποιο τρόπο, προαιρετική.

Έτσι, λοιπόν, σε εκείνο το τμήμα ο χώρος ήταν κατάφυτος από διάφορα δέντρα, των οποίων τη θέση και τον αριθμό σημειώνω ως έγγιστα, καθώς, απ’ όσο μπορώ να θυμάμαι, και το είδος του καθενός. Συγχωρέστε μου τούτη την, υπέρ το δέον, λεπτομερή παρουσίαση, αλλά, όπως θα διαισθανθήκατε, όλα τούτα προέρχονται από τα ισχυρά βιώματα που έχω από παιδί, αφού έτυχε να μεγαλώσω μέσα σε ένα από εκείνα τα βαρέλια, αμέσως μετά τη μετεγκατάστασή μας μαζί με άλλες οικογένειες από τις σκηνές (αντίσκηνα) του Ανθώνα το 1951. Στο Σκαρίφημα Ι γίνεται η αποσαφήνιση τόσο της διαμόρφωσης του χώρου όσο και η κατά προσέγγιση θέση και είδος των δέντρων. Ελπίζω να μην ξέχασα κανένα.

Το έδαφος ήταν καλυμμένο με το κοινό πράσινο και χαμηλό χορτάρι στολισμένο στα τέλη του χειμώνα με μοβ ανεμώνες και την άνοιξη με μαργαρίτες, ενώ στις παρυφές των μονοπατιών φύτρωνε το χαμομήλι και στις κουφάλες των ελιών θρασομανούσαν οι δρακοντιές. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χρωματική αρμονία, που συνέθετε το γυμνό χώμα με τις εναλλαγές του πράσινου, ακόμη κι όταν έβρεχε. Πώς να ξεχαστούν οι κωλοσούσες (σουσουράδες) καθώς περπατούσαν, βηματιστά και καμαρωτά, κουνώντας πάνω-κάτω τη μακριά ουρά τους, πλάι στα ρυάκια της βροχής; Πώς να ξεχαστεί ο δύστυχος ο «Μάης», το δέντρο που κάθε χρόνο μετρούσε νέες πληγές στα ήδη τσακισμένα κλαριά του και έπρεπε να ανταποκριθεί στο έθιμο, το πιάσιμο του Μάη; Πώς να ξεχαστεί το κυνήγι της κωλοφωτιάς (πυγολαμπίδας), όταν κατά χιλιάδες κατέκλυζε φαντασμαγορικά τον σκοτεινό χώρο και τον γύρω ελαιώνα;

Μέσα σε αυτόν το χώρο είχαν μπήξει μονοπόδαρα τραπεζάκια καμωμένα από τάβλες (Σκαρίφημα 2), τα οποία μάλιστα ήτανε βαμμένα γκρι-σιέλ. Φυσικά, παρέμεναν στη θέση τους χειμώνα-καλοκαίρι, ξαναβαφόμενα κάθε δυο-τρία χρόνια, μέχρις ότου αντικατασταθούν. Σε καθένα από αυτά αντιστοιχούσαν πάνινες πολυθρόνες, αν και υπήρχαν και καρέκλες ψαθόπλεκτες για εκείνα που βρίσκονταν παράμερα (Σκαρίφημα 3).

Ο χώρος είχε αυτόν τον νοερό διαχωρισμό, επειδή, όπως ήδη σημείωσα, μπορούσε να φιλοξενήσει και οικογένειες που είχαν μικρά παιδιά. Αυτό δημιουργούσε την πρόσθετη ασφάλεια των παιδιών από τις εξοστρακισμένες μπάλες του παιγνιδιού, αλλά και την «ακουστική προστασία» του ασθενούς φύλου από τις αθυροστομίες των μεγάλων παιδιών, όταν η μπάλα που έριχναν δεν τους έκανε το χατίρι!

Το κτήριο

Το κτήριο του καφενείου δεν ήταν εκείνο που θα περίμενε κανείς. Επρόκειτο για ένα μικρό λιθόκτιστο ισόγειο χαμηλού ύψους, χωρίς παράθυρα, με μια πόρτα κατά την ανατολή και, φυσικά, μόνη πηγή φωτισμού. Το εσωτερικό του δεν ήταν για την υποδοχή πελατών κατά την περίοδο των βροχών ή του χειμώνα, αλλά για τη φύλαξη των καθισμάτων και των σκευών της καφενειακής χρήσης, αφού η λειτουργία του κυρίως καφενείου γινόταν υπαίθρια. Στην πρόσοψη του χαμηλού και αταβάνιαστου αυτού κτηρίου υπήρχε ένα στέγαστρο, καμωμένο με καδρόνια και αυλακωτή λάτα (λαμαρίνα-τσίγκος), το οποίο κάλυπτε το πηγάδι και το τοιχάριο που χρησίμευε ως εστία για το καμινέτο και την γκαζιέρα, που θέρμαινε το νερό μέσα σε ένα κατσαρόλι, απαραίτητο για το σύντομο φτιάξιμο του καφέ ή άλλου αφεψήματος.

Ο σίσκλος ήταν ο λάτινος κουβάς που αντλούσαν το νερό, δεμένος με αλυσίδα η οποία διέτρεχε την αυλάκωση ενός καρουλιού, που κρεμόταν λίγο ψηλότερα από ένα ικρίωμα σε σχήμα Γ. Το καπάκι (κάλυμμα) του πηγαδιού παρέμενε ανοιχτό ακόμη κι όταν έβρεχε, προστατευμένο από το στέγαστρο, αλλά όμως, όταν φυσούσε, το έκλειναν για να μην μπαίνουν μέσα σκόνες, φύλλα, χαρτιά κ.ά.

Μπροστά από το πηγάδι υπήρχε ο υπερυψωμένος νεροχύτης σχήματος Π, όπου η μισή άνω επιφάνειά του χρησίμευε για το πλύσιμο των ποτηριών και φλιτζανιών, η δε υπόλοιπη επιφάνεια φιλοξενούσε τα ίδια σκεύη, μέχρις ότου στραγγίξουν. Το πλύσιμο των ποτηριών και άλλων συναφών σκευών το μεν καλοκαίρι γινόταν με το νερό του πηγαδιού χρησιμοποιώντας, αντί για σφουγγάρι, συκόφυλλα, το δε υπόλοιπο της χρονιάς, που τα συκόφυλλα δεν υπήρχαν, το πλύσιμο γινόταν με φύλλα ασφάκας ή δάφνης κι ακόμη με δεντρολίβανο, που υπήρχε μπροστά από το καφενείο και μάλιστα κατά μήκος του αγροτικού δρόμου.

Ο νεροχύτης, όπως σημείωσα, είχε σχήμα Π και υψωνόταν μόλις λίγο ψηλότερα από τη μέση του καφετζή. Τα πλαϊνά στηρίγματα (τοιχία) ήταν τσιμεντένια και μάλιστα στη βάση τους ήταν περιτοιχισμένα δημιουργώντας μια ρηχή τοιχόκτιστη λεκάνη, όπου μέσα σε αυτή μουσκεύανε οι μπάλες, τις οποίες και έβγαζαν λίγο πριν αρχίσει το παιγνίδι.

Εκείνα που σερβίρονταν ήταν τα γνωστά και μη εξαιρετέα πού ‘βρισκε κανείς σε όλα τα καφενεία, εξοχικά και μη, όπως καφέδες, κακάο, τέιον (τσάι), χαμαίμηλον (χα(μ)ομήλι), ελελίφασκος (αλ(ι)σφακιά), υποβρύχιο (βανίλια στο κουταλάκι μέσα σε ένα ποτήρι νερό), σουμάδα -συνοδευόμενη από δυο-τρία παξιμάδια γλυκάνισου-, γλυκά κουταλιού (σταφύλι, φράουλα, κυδώνι, νεράντζι με φλούδα ή πράσινο ολόκληρο, κεράσι, βύσσινο), καθώς και τα απαραίτητα αναψυκτικά (λεμονάδα, γκαζόζα, πορτοκαλάδα, βυσσινάδα), όλα των τοπικών βιοτεχνιών. Απ’ ό,τι θυμάμαι, ελλείψει ψυγείου (μόνο του πάγου υπήρχαν τότε), προκειμένου τα αναψυκτικά το καλοκαίρι να είναι δροσερά, τα βουτούσαν μέσα σε ένα, γεμάτο νερό, μαστέλλο που βρισκόταν κάτω από τον νεροχύτη, σε κάποια άκρη. Σπάνια, έβαζαν και πάγο.

Τα παραγγελόμενα ποτά και γλυκά μεταφέρονταν μέσα στον γνωστό τρί-μπρατσο δίσκο (Σκαρίφημα 3), ενώ, το καλοκαίρι συνήθως, το γκαρσόνι μετέφερε δύο δίσκους, έναν σε κάθε χέρι. Απαραίτητο συμπλήρωμα της στολής του γκαρσονιού ήταν το λευκό ημίκοντο και σκληρό πουκάμισο. Η εξυπνάδα, η σβελτοσύνη και το μνημονικό ήταν τα επιζητούμενα προσόντα επιλογής για κάποιον που ήθελε να δουλέψει, κι αυτό για όσο κρατούσε η καλή περίοδος της προχωρημένης άνοιξης και του καλοκαιριού. Μάλιστα η αυξημένη πελατεία απαιτούσε δύο γκαρσόνια, ένα για εκείνους που έφερναν και την οικογένειά τους και ένα για τους θιασώτες του παιγνιδιού των μπαλών. Εντύπωση έκανε το μνημονικό τόσο του γκαρσονιού όσο και του καφετζή. Το γκαρσόνι, απ’ άσο θυμάμαι, δεν κρατούσε μπλοκάκι για τις παραγγελίες, αλλά, μόλις «έκλεινε» το κάθε τραπέζι, φώναζε δυνατά στον καφετζή για να τις ετοιμάσει. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο άνθρωπος αυτός έπαιρνε παραγγελίες και από το άλλο γκαρσόνι, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τόσο το μνημονικό του όσο και τη σβελτάδα του, ιδίως δε αν ληφθεί υπόψη ο σαματάς (η ομαδική ευθυμία) στο χώρο του παιγνιδιού, που δυσκόλευε το αυτί να ξεχωρίσει τις παραγγελίες.

Μέσα στην ατμόσφαιρα του κυριακάτικου απογεύματος δεν έλειπαν και οι μικροπωλητές των ξηρών καρπών, των παγωτών, των ζαχαρωτών (οι γνωστές αγλειφούντζες), των παστελιών-μαντολάτων, ιδίως δε όταν επίκειτο ποδοσφαιρικός αγώνας. Μάλιστα οι πωλητές μαντολάτων και παστελιών σύχναζαν κυρίως στο χώρο του παιγνιδιού, όπου οι πιθανότητες πώλησής τους ήταν περισσότερες, αφού οι παρτίδες που κερδίζονταν στις μπάλες είχαν σαν αντίκρισμα το γλυκό του κουταλιού, τη σουμάδα, τον καφέ κι ακόμη μαντολάτα και παστέλια. Επίσης, ο πωλητής (θυμάμαι τον Ντίνο Μεσσήνη, καθώς και άλλους που αγνοώ το όνομά τους) έπαιζε το εμπόρευμα δίκην τυχερής διαδικασίας, δηλαδή μονά-ζυγά. Άδραχνε με τις χούφτες τα μαντολάτα ή τα παστέλια από τη λάτα που τα είχε μέσα και, αφού τα απίθωνε πάνω σε ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπεζάκι, καλούσε τους υποψήφιους να συμμετάσχουν με την ερώτηση: Μονά ή ζυγά; Αν υπήρχε συμμετοχή και ο παίχτης μάντευε τον αριθμό των κομματιών, τότε τα έπαιρνε, άλλα για να τα πάει στο σπίτι και άλλα τα μοίραζε στο «πηγαδάκι» των φίλων που τον περιστοίχιζε. Αν δεν μάντευε τον αριθμό, τότε τα πλήρωνε…

Το καφενείο ως συνήθως νοικιαζόταν και τους πρώτους που θυμάμαι ήταν οι αδελφοί Σταματέλου, ο Θοδωρής και ο Βαγγέλης. Μάλιστα πρέπει νά ‘χαν και τμήμα του περιβολιού με τα ξινά (εσπεριδοειδή), που βρισκόταν μεταξύ Νοσοκομείου και σημερινής οδού Κέννεντυ προς τη μεριά του γηπέδου.

Πολύ αργότερα, το καφενείο περιήλθε στον έναν από τους ιδιοκτήτες του χώρου, που το δούλεψε μαζί με κάποιον συγγενή τους. Πρόκειται για τον Θανάση Μαλακάση (Κάκαρο) και το συγγενή του Μήτσο Γληγόρη. Ο μεν Μήτσος είχε αναλάβει την εκτέλεση των παραγγελιών, ο δε Θανάσης τα χρέη γκαρσονιού.

Κοινός τόπος, τόσο των αδελφών Σταματέλου όσο και των κατοπινών, ήταν η πρωινή προσέλευση στο καφενείο, όχι τόσο για να πιάσουν δουλειά, αλλά για να περιφρουρήσουν τις συκιές, την εποχή τους, καθώς και τις μυγδαλιές. Τα πιτσιρίκια των γειτονικών βαρελιών ανέβαιναν στις συκιές, όχι τόσο για τα σύκα, αλλά για να πιάσουν μπουρμπούλους, εκείνους τους χρυσοπράσινους κάνθαρους (χρυσόμυγες)
και ακόμα στις ψηλές κουφάλες των ελιών για να πάρουν τα «κουρνακλόπουλα», τα οποία μάλιστα τα παραδίδανε στους μεγαλύτερους, για να τα πουλήσουν στα φαρμακεία.

Το καφενείο λειτουργούσε από το απόγευμα μέχρι που να πέσει ο ήλιος, ενώ υπολειτουργούσε μεταξύ μεταμεσημεριού και απογεύματα, δηλαδή από τις δύο το μεσημέρι μέχρι (ανάλογα την εποχή) που η προσέλευση των φανατικών φίλων παρουσίαζε αύξηση. Κατά την εαρινή και καλοκαιριάτικη περίοδο ο ένας από τους δύο καφετζήδες προσερχόταν κατά τις έντεκα το πρωί, προκειμένου να καθαρίσει το χώρο από τα άδεια πακέτα τσιγάρων (μάρκας Παπαστράτου, Καρέλια, Κεράνη, Ματσάγγου κ.ά.), τα πεταμένα κατάχαμα στο γρασίδι χαρτάκια, να πλύνει τα βραδινά ποτήρια και φλιτζάνια και, το σπουδαιότερο, αφού βάλει τις ξύλινες μπάλες να μουσκεύουν, να σαρώσει και μετά να ποτίσει το «δρόμο» -έτσι αποκαλούσαν τον αγωνιστικό χώρο όπου γινόταν το παιγνίδι.

Υπήρχε μεγάλο πρόβλημα κατά τη βροχερή περίοδο και ο χώρος νέκρωνε, αφού ούτε μπάλες παίζανε ούτε το μικρό υπόστεγο μπορούσε να φιλοξενήσει ικανοποιητικό αριθμό πελατών. Μόνο οι άκρως φανατικοί μαζευόντανε και έπιναν τον καφέ τους, έστω και όρθιοι, συζητώντας διάφορα. ‘Ηταν εκείνοι, που μετά το μεσημεριάτικο φαΐ δεν τους χώραγε το σπίτι τους και στου Πάλα βρίσκανε διέξοδο. Την καλοκαιριάτικη δε περίοδο όλοι τούτοι οι ανυπόμονοι, μπροστά από το καφενείο και κάτω από τον τεράστιο φτελιά, είτε συζητούσαν είτε έπαιρναν έναν υπνάκο, καθισμένοι στην καρέκλα και ακουμπώντας το κεφάλι στη στρογγυλή επιφάνεια του σιδερένιου τραπεζιού (Σκαρίφημα 3). Σημειώνεται ότι υπήρχαν και δυο-τρία ξύλινα, τετράποδα, τραπεζάκια. Μόλις σουρούπωνε, άρχιζε το μάζεμα των καρεκλών και των πτυσσόμενων πάνινων πολυθρονών, καθώς και το μάζεμα των μπαλών, που ασφαλίζονταν στο μικρό πέτρινο κτήριο, το δε πηγάδι κλειδωνότανε (στο καπάκι του) με λουκέτο.

Υπήρχαν περιπτώσεις που οι παρτίδες του παιγνιδιού γίνονταν κυριολεκτικά στο σκοτάδι και κάποιοι κρατούσαν κεριά. Φυσικά, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, τα πάντα γίνονταν στα θεοσκότεινα (μεταφορές, κλειδώματα, συμμάζεμα άλλων συμπράγκαλων) και μάλιστα εν μέσω αμφιβολιών επί του αποτελέσματος της παρτίδας. Δηλαδή, πριν φύγουν, όλοι βοηθούσαν τον καφετζή να τα μαζέψει.

Ο δυτικός χώρος (β)

Πάλι θα χρησιμοποιήσω τον όρο «καφενείο» για τον υπόλοιπο χώρο, αφού σε όποιο σημείο και αν καθόταν κανείς αντηχούσε διάχυτα σε αυτόν. Δηλαδή σε ερώτηση κάποιου: «πού θα πας;», ο άλλος απαντούσε: «θά ‘μαι στο καφενείο» ή «στου Πάλα», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα βρισκόταν στο κτήριο ή στον άμεσο αύλειο χώρο του.

Το τμήμα αυτό ήταν ο κατεξοχήν ανδροκρατούμενος χώρος και δη ο χώρος του παιγνιδιού. Δεν είχε την πυκνότητα καθισμάτων του ανατολικού χώρου ούτε τον αριθμό δέντρων. Υπερίσχυαν αριθμητικά τα λιόδεντρα και τη μονοτονία έσπαγαν ο πλάτανος, ο φτελιάς απέναντί του, καθώς και μια γιγαντιαία σκαμνιά που βρισκόταν μεταξύ πετρόκτιστου οικίσκου και του καλοκαιριάτικου αγωνιστικού χώρου (Σκαρίφημα 1). Επρόκειτο για μια σκαμνιά που έκανε κόκκινα σκάμνα (μούρα), που στην εποχή τους, τα υπερώριμα, πέφτοντας λέκιαζαν με βυσσινιούς λεκέδες το αχορτάρικο (δίχως χορτάρι) χώμα.

Τα λιγοστά δέντρα, ιδίως στο νοτιοδυτικό τμήμα, επέτρεπαν στις αχτίδες του ήλιου να ζεσταίνουν τους θαμώνες και να στεγνώνουν τον χειμωνιάτικο αγωνιστικό χώρο κατά την περίοδο που μίκραιναν οι μέρες. Οι δύο χώροι (α και β) οριοθετούνταν από ένα τύποις μονοπάτι, που διέσχιζε την όλη έκταση από τα «βαρέλια» ίσαμε το δρόμο που οδηγούσε προς τον ελαιώνα, το Φρύνι και την Αγία Μαρίνα. Μάλιστα το τμήμα αυτού του μονοπατιού που βρισκόταν ανάμεσα στους δύο αγωνιστικούς χώρους χρησίμευε ως τόπος παιδικών παιγνιδιών αλλά και του λεγόμενου «στριφτού»....

Οι θαμώνες


Απαραίτητο και αναπόφευκτο συμπλήρωμα του χώρου ήταν και οι θαμώνες, η εξέδρα, όπως θα λέγαμε σήμερα. Κάθε ηλικίας «παιδιά» κατέκλυζαν τα παγκάκια (Σκαρίφημα 4), όπως ήταν γνωστά, τότε, τα καθίσματα, τα οποία καμιά φορά αποδεικνύονταν ανεπαρκή στον αριθμό. ‘Ετσι, αρκετοί στέκονταν όρθιοι πίνοντας τον καφέ στο χέρι... Αλλά και κανείς δεν διανοήθηκε να απαγορεύσει την παρουσία των παιδιών, ούτε καν οι καφετζήδες, παρόλο που δεν περίμεναν «παραγγελία» από τους λιλιπούτειους φίλους του παιγνιδιού. Βλέπετε, ήταν οι αυριανοί συνεχιστές του παραδοσιακού εκείνου παιγνιδιού και έπρεπε πάση θυσία να μεθέξουν των μυστικών του, γιατί, όπως λέγανε, «μεγάλος δεν μαθαίνεις ποτέ!».

Γύρω από το δρόμο των μπαλών όλοι γίνονταν παιδιά από τα διάφορα απρόοπτα που συνέβαιναν διανθισμένα κατά την εξέλιξή τους με αφάνταστο χιούμορ, είτε αυτά προέρχονταν από τη συμπεριφορά των παιχτών είτε μεταξύ των θαμώνων. Καμιά φορά το χιούμορ γινόταν θανατηφόρο, αλλά η ιδιοσυγκρασία του Μπουρανέλου το ξεπερνούσε…

Πέραν των κατ’ ιδίαν «φιλοφρονήσεων» μεταξύ των θαμώνων, υπήρχαν οι παροτρύνσεις, οι παραινέσεις κι ακόμη τα καυστικά σχόλια που άγγιζαν τα όρια της ειρωνείας προς τους παίχτες. Θυμάμαι, κάμποσα χρόνια αργότερα τον Γεράσιμο Χαλκιόπουλο (Γκούμα) να παροτρύνει τον Νιόνιο Βουκελάτο (Τσαμπουρή), όταν ο τελευταίος ετοιμαζόταν να εξαπολύσει το κεραυνοβόλο σμπούκιο, φωνάζοντας με την ιδιόρρυθμη φωνή του και μάλιστα τονίζοντας συλλαβιστά τις λέξεις επίτηδες: «Σπά-σε κό-κκα-λα, φέρ-τε φο-ρεί-ααααα!». Σταματούσε ο Νιόνιος και χτυπούσε την μπάλα κάτω σαν χταπόδι, επειδή τον «έκοψαν πάνω στο χέρι», σύμφωνα με τη γνωστή φράση που χρησιμοποιούνταν σε πολλά παιγνίδια. Με κάτι τέτοια, άντε να ξεκολλήσεις από του Πάλα!

Ο αριθμός των θαμώνων αύξανε υπερβολικά τις Κυριακές τα απογεύματα, ενόψει του ποδοσφαιρικού αγώνα. Μάλιστα, όταν άρχιζε ο αγώνας, οι θαμώνες έπαιζαν τα μάτια τους μια στο παιγνίδι με τις μπάλες και μια στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου. Το αυτό συνέβαινε και κατά τις επίσημες αργίες, όπου πλην των πλανόδιων μικροπωλητών είχε παρεισφρήσει και η εξεζητημένη κάστα των λοταριατζήδων.

Σπανιότατα δε έφταναν μέχρις εκεί πάνω, ιδίως όταν το προς διάθεση προϊόν είχε κάτι το ξεχωριστό ή ήταν κάτι το σπάνιο. Συγκεκριμένα, εάν κάποιοι ψαράδες έτυχε να πιάσουν κάνα μεγάλο ψάρι (μπατίκλα, μουξινάρι κ.ά.) ή κάποιος κυνηγός να σκοτώσει κάποιες λούφες ή αγριόπαπιες, θέλοντας να εξοικονομήσει για την επόμενη (αμφίβολη για την καλή ψαριά ή κυνήγι) μέρα το μεροκάματο, έβγαζαν τα λάφυρα στη λοταρία… Βέβαια, όλα αυτά, εν κρυφώ και παραβύστω, τότε, επειδή το άγρυπνο μάτι της εξουσίας, ου χουρουφύλαξ δηλαδή, καμιά φορά ξεφύτρωνε από το πουθενά. Ήθελες δηλαδή το κράτος να πέσει έξω οικονομικά από τα υπερκέρδη ενός τυχόντος αλιέως; Το αυτό παιγνίδι της λοταρίας γινόταν ακόμη με σπληνάντερα αλλά και με το υπόλοιπο των μαντολάτων ή παστελιών που δεν πουλήθηκαν.

Η εγκατάλειψη

Λίγο πριν αποχωρήσουν οριστικά ο Θανάσης Μαλακάσης και ο Μήτσος Γληγόρης, το λιθόκτιστο ισόγειο κατεδαφίστηκε και στη θέση του κατασκευάστηκε ένα μακρόστενο ξυλόπηκτο ισόγειο, με τζαμωτά παράθυρα ολοτρίγυρα (χωρίς σκούρα = εξώφυλλα) και ντυμένο απ’ έξω με αυλακωτή τσιγκολαμαρίνα. Η επέκτασή του (μεγάλωμα) προς τον καλοκαιριάτικο «δρόμο» απαίτησε την κοπή της γιγαντιαίας σκαμνιάς.

Από την περίοδο της μεταπολίτευσης και μετά ο χώρος άρχισε να φθίνει, ιδίως μετά την κατασκευή των λαϊκών πολυκατοικιών, στη θέση των άλλοτε βαρελιών. Ο χώρος άρχισε βαθμιαία να αλλοτριώνεται… Αποτέλεσμα αυτής της διαφαινόμενης υποβάθμισης (τα μόνιμα τροχόσπιτα, τα σκυλόσπιτα, τα σαραβαλιασμένα τρίκυκλα κ.ά.) ήταν η σταδιακή εγκατάλειψη του ανατολικού χώρου, εκεί όπου σύχναζαν οι οικογένειες των πελατών.


Προϊόντος του χρόνου, το καφενείο νοικιάστηκε, μαζεύοντας μόνο τους φανατικούς των μπαλών, καθώς και τους ποδοσφαιρόφιλους, πριν και μετά το ματς. ‘Υστερα από λίγο χρονικό διάστημα νοικιάστηκε εκ νέου, αλλά ο νέος ενοικιαστής φρόντισε να τοποθετήσει μεγάφωνα, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, μεταδίδοντας άσματα του τύπου γαβ γαβ, ενώ η χρήση του καφενείου επεκτάθηκε και στα σουβλάκια! Μη θυμίζοντας πλέον τίποτα από τα δρώμενα του παρελθόντος, οι περισσότεροι θαμώνες άρχισαν να αραιώνουν, ενώ ο χώρος άρχισε κι αυτός να επηρεάζεται από την εγκατάλειψη και την αφροντισιά γενικότερα.

Υπήρξαν κάποιες, νεφελώδεις, ελπίδες περί ανάκαμψης του συνόλου, μέσα από τις απατηλές προεκλογικές υποσχέσεις. Τη διαπίστωση ότι δεν επρόκειτο πλέον να γίνει τίποτα ήρθε να επισφραγίσει η κοπή του τεράστιου φτελιά, απέναντι από τον πλάτανο. Χρειάστηκαν, είπαν, το ξύλο οι ιδιοκτήτες του χώρου, για να το χρησιμοποιήσουν σε αλιευτικό σκαρί.

Δεν κράτησε πολύ ούτε το τελευταίο ενοικιοστάσιο και έκτοτε ο χώρος ερήμωσε….

Πηγή: Επετηρίδα Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών

(1). Η Αμπελώνα άρχιζε από τα μισά της πλατείας του Αϊ-Μηνά και μάλιστα έφερε κουλούρι (πετρόκτιστη μάντρα) σοβατισμένο. ‘Ηταν μια προέκταση από την πύλη που οδηγούσε στο σταθμό του ιππικού των Άγγλων με τοιχόκλειστη αυλή, όπου η σημερινή είσοδός της αντιστοιχεί στο σοκάκι που οδηγεί (στον ομοίως τοιχόκλειστο χώρο) στα Μπραϊμέικα. Σε κοντινή απόσταση, εκεί όπου το συνεργείο αυτοκινήτων των Σταματελαίων, με πρόσοψη στην πλατεία, υπήρχε ακόμη μία πύλη με αψίδα, η οποία μάλιστα δεν έχει πολλά χρόνια που κατεδαφίστηκε. Επίσης, όπως λένε οι παλιοί, υπήρχε άλλη μία κοντά στο ύψος της οδού Κέννεντυ και ακόμη μία παραπάνω στο δρόμο που οδηγεί στο πάλαι ποτέ Γυμνάσιο και γήπεδο. Προς του Πάλα σήμερα σώζεται ένα τμήμα της, όπου κατά την περίοδο της Κατοχής οι Ιταλοί ημιονηγοί είχαν «φυτέψει μια αραδαριά χαλκάδες για να δένουν τα αλογο-μούλαρα. Μέσα σε αυτήν την τεράστια έκταση, η οποία σημειωτέον εκτός από αμπέλια είχε κυδωνιές, συκιές, μπουρνελιές και αρκετά πηγάδια, χτίστηκαν και χαράχτηκαν τα πρώτα σημάδια υλοποίησης επί του εδάφους για το «στήσιμο της Νεάπολης, μετά το σεισμό του 1948. Οι ανάγκες δεν ήταν τέτοιες, όμως, ώστε να διανεμηθεί η γη σε στενά οικόπεδα και χάριν οικονομίας να εφαρμοστεί το ειδεχθές συνεχές σύστημα. Τα αποτελέσματα αυτών των πειραματισμών βλέπομε και σήμερα, που δεν είναι άλλο παρά μια Νεάπολη των Βανδάλων και των Οστρογότθων, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο αείμνηστος Δήμος Μαλακάσης (Επετηρίς Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών ΣΤ. 1984), που πανθομολογουμένως δεν ήταν και ο πρώτος τυχόντας στα τοπικά πράγματα.

Σχετικά άρθρα:
Δυο λόγια για το (Α)μπαλί – Γράφει ο Νίκος Βαγενάς
Αμπαλί ένα παλιό παιχνίδι της Λευκάδας που χάθηκε

Προηγουμενο αρθρο
Τω Αγνώστω Θεώ
Επομενο αρθρο
Εκδήλωση για την 25η Μαρτίου από το Παράρτημα «Ενωμένη Ρωμιοσύνη» Ν. Λευκάδος

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *