HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο κτίριο Σολδάτου-Ρουσόπουλου στο πέρασμα του χρόνου και άλλες λευκαδίτικες ιστορίες…

Το κτίριο Σολδάτου-Ρουσόπουλου στο πέρασμα του χρόνου και άλλες λευκαδίτικες ιστορίες…

Γράφει ο Βασίλης Φίλιππας

Αφορμή για το συγκεκριμένο ιστορικό σημείωμα στάθηκε η ανάρτηση στο aromalefkadas του κειμένου «Το Γραφείο Πολιτικών Υποθέσεων κατά την Ιταλική κατοχή στην πλατεία Ζαμπελίου» και η φωτογράφηση της μαρμάρινης πλάκας των Affari Civili Jonie, ένα από τα λίγα απτά απομεινάρια της περιόδου αυτής.

Στην παραπάνω ανάρτηση εν είδη σχολίου πρόσθεσα κάποια διευκρινιστικά στοιχεία που, όμως, με την παραίνεση της κ. Σάντα συμπληρώθηκαν με νέα και πήραν τη μορφή του παρόντος άρθρου.

Φωτογραφία του σπιτιού, Δεκέμβριος 1992 ή Ιανουάριος 1993 (Αρχείο Β. Φίλιππα).

Τα παλιά κτήρια δεν είναι, φυσικά, μόνο η εικόνα τους όπως αποτυπώνεται σε φωτογραφίες ή σε γκραβούρες, σε άδειες οικοδόμησης και τοπογραφικά σχέδια ή στις αναμνήσεις των ανθρώπων της κάθε εποχής, αλλά πρώτιστα οι τόποι που έζησαν οι ένοικοί τους. Σε αυτά, ιδιοκτήτες και ενοικιαστές βίωσαν χαρές και λύπες, προσδοκίες και διαψεύσεις, αρραβώνες, γάμους και βαφτίσια (οι δύο τελευταίες τελετές πραγματοποιούνταν στις οικίες μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα), θανάτους και μοιρολογήσεις, γεννήσεις και όλα αυτά που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο βίο· δοκιμάστηκαν από το πέρασμα του ανελέητου χρόνου αλλά, επίσης, και από κάθε σημαντικό ιστορικό γεγονός, ανάλογα με τη θέση και την πλευρά που οι ίδιοι έπαιρναν στα εθνικά, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά δρώμενα της εποχής τους.

Η έρευνα, όσο της επιτρέπουν οι κάθε λογής γραπτές ή προφορικές πηγές, μπορεί να ανασυνθέσει τη συνέχεια στον χρόνο της αλληλοπλεκόμενης πορείας κτηρίων και ενοίκων. Στην περίπτωση της Λευκάδας, την έρευνα αυτή δυσχεραίνουν επιπλέον η καταστροφή των κάθε λογής αρχείων, το βιολογικό τέλος των οικογενειών-ενοίκων των οικιών και οι φοβεροί σεισμοί που ανά δεκαετίες μεταμορφώνουν το αστικό της τοπίο και, συχνά, τις όψεις και τα μεγέθη των κτισμάτων της…

Με βάση τα παραπάνω, θα επιχειρηθεί εδώ η παρουσίαση της ιστορίας του κτηρίου και των ενοίκων του. Ας σημειωθεί ότι στο κτήριο αναφέρεται και ο Δ. Μαλακάσης στο βιβλίο του Τα παλιά σπίτια της Λευκάδας, που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση από τις εκδόσεις Fagotto (σ. 102-103).

Ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Λευκάδας (1825, λεπτομέρεια). 1. Η θέση της οικίας (εντός κύκλου), 2. Λιμνοθάλασσα, 3. Άγιοι Ανάργυροι (πηγή: ΓΑΚ νομού Λευκάδας).

Χωρίς αμφιβολία, κατά πως φαίνεται και από το αγγλικό ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης του 1825, στη θέση του σημερινού οικοδομήματος υπήρχε ήδη άλλο μικρότερο, με χωράφια να απλώνονται πίσω από αυτό αλλά και προς το νυν κτήριο του ΟΤΕ, μιας και η πόλη δεν είχε ακόμη επεκταθεί προς τα εκεί, ενώ πολύ πιο κοντά σε τούτο το οικοδόμημα απ’ ό,τι στη σύγχρονη εποχή βρισκόταν η λιμνοθάλασσα και οι ελώδεις της περιοχές μαζί με τα κουνούπια και τις ασθένειές της.

Παρ’ ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα το terminus ante quem της ανέγερσης του εν λόγω κτηρίου (ή κάποιου προγενεστέρου του – ας μην ξεχνάμε τους σεισμούς που ταλανίζουν τον τόπο μας και ανά δεκαετίες αλλάζουν την εικόνα του), δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ακριβή χρονολογία οικοδόμησής του.

Σίγουρα, όμως, τούτη θα έλαβε χώρα μετά το 1727, αφού η περιοχή σημειώνεται χωρίς οικίες στο βενετσιάνικο κτηματολόγιο του Σεμιτέκολο, του 1726 όπου και καταγράφεται ότι ανήκε στον ιππότη Άγγελο Σουμίλα. Τη διαδρομή από το χωράφι ιδιοκτησίας της οικογένειας Σουμίλα στο κτίσμα του 1825 κι από κει στους πρώτους γνωστούς ιδιοκτήτες της οικίας του 1880 δεν το φωτίζουν οι μέχρις στιγμής γνωστές πηγές.

Κτηματολογικός χάρτης της πόλης της Λευκάδας (1726, λεπτομέρεια). 1. Άγιοι Ανάργυροι, 2. Παναγία των Ξένων, 3. Στη θέση του σπιτιού υπάρχουν χωράφια (πηγή: ΓΑΚ νομού Λευκάδας).
Απόσπασμα σελίδας του κτηματολογίου όπου καταγράφεται ως ιδιοκτήτης του υπ. αρ. 56 μεγάλου κτήματος ο ιππότης Άγγελος Σουμίλας (πηγή: ΓΑΚ νομού Λευκάδας).

Έτσι, αν το κτίσμα του 1825 επεκτάθηκε ή αντικαταστάθηκε από κάποιο άλλο μεγαλύτερο, αυτό θα έγινε μετά από τη συγκεκριμένη χρονολογία και μέχρι το 1864 που έγινε η Ένωση ή στα πρώτα μεταενωτικά χρόνια, και θα γκρεμίστηκε κι αυτό με τη σειρά του από τον καταστρεπτικό σεισμό του 1869, που ισοπέδωσε την πόλη.

Σταδιακά, από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, η περιοχή άλλαξε μορφή. Τα έλη σιγά-σιγά αποστραγγίστηκαν, νέες οικίες οικοδομήθηκαν πυκνώνοντας τον αστικό ιστό, ανεγέρθηκαν τα Δικαστήρια, τα Σχολεία και το Θέατρο, σχηματίστηκαν τα όρια της σημερινής πλατείας Ζαμπελίου, η πόλη επεκτάθηκε στην εξοχή με τη δημιουργία της συνοικίας της Νέας Χώρας ενώ, τέλος, ευκάλυπτοι φυτεύτηκαν για να αντιμετωπιστεί η ελονοσία. Τέτοιοι ευκάλυπτοι υπήρχαν και μπρος από το κτήριό μας, επί της πλατείας Δικαστηρίων (Ζαμπελίου) όπου βρισκόταν και το πάλαι ποτέ ξύλινο οκταγωνικό δημοτικό καφενείο-αναψυκτήριο. Στη θέση του τελευταίου τη δεκαετία του 1960 ανεγέρθηκε η προτομή του Ιωάννη Ζαμπέλιου ενώ οι ευκάλυπτοι κόπηκαν στα πλαίσια του χουντικού «εξωραϊσμού» της πόλης που δυστυχώς άφησε μέχρι και σήμερα ανεπανόρθωτα τα αποτυπώματά του στο σώμα της.

Το αναψυκτήριο στην πλατεία Ζαμπελίου: Σκίτσο Νίκου Βαγενά

Το οικοδόμημα, στη σημερινή του έκταση και με τους δύο του ορόφους, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υφίστατο τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1880 και ανήκε αρχικά στην εύπορη οικογένεια Καββαδία, που έφερε το οικογενειακό παρεπώνυμο Τ(oυ)ρίλα.

Από τον 16ο αιώνα μέχρι και τις αρχές του 20ού το επώνυμο αυτό ήταν κοινότατο στην πόλη, με κάποιους κλάδους του να ανήκουν στις υψηλότερες κοινωνικές βαθμίδες της (κτηματίες, μεγαλέμπορους και επιστήμονες).

Όσον αφορά τη συγκεκριμένη οικογένεια, ο Απόστολος, που κατείχε το σπίτι μετά το 1890 αφότου το αγόρασε από τον αδελφό του Νικόλαο, ήταν φαρμακοποιός στο επάγγελμα, ενώ ο πατέρας τους Στάθης (Ευστάθιος) γιατρός.

Ο Δ. Μαλακάσης, μάλιστα, ονοματίζει στο βιβλίο του (σ. 102) το κτίσμα ως οικεία του Ευστάθιου Καββαδία: εάν αυτό ισχύει και το κτήριο ήταν οικογενειακό των Καββαδιαίων-Τουρίλα, τότε η ιστορία του ξεκινά τουλάχιστον κάποιες δεκαετίες πίσω στον χρόνο.

Στην προσπάθεια μου να βρω την αρχή του μίτου των ιδιοκτητών του σπιτιού η ερευνήτρια κ. Χριστίνα Παπακώστα, μετά από παράκλησή μου, έψαξε τις ληξιαρχικές πράξεις θανάτου τις περιόδου 1890-1910 και μου έστειλε αυτές που βρήκε να σχετίζονται με τα αναφερόμενα μέλη της οικογένειας Καββαδία. Εξαιτίας, όμως, του ότι τα πρόσωπα δεν ταυτίζονται με απόλυτη βεβαιότητα, όπως και η ίδια σημειώνει, δεν τις δημοσιεύω εδώ. Και για αυτή την έρευνα καθώς και για τις φωτογραφίες που αφορούν το βενετικό κτηματολόγιο και την εγκύκλιο της ιταλικής κατοχής που θα δείτε παρακάτω την ευχαριστώ πολύ, όπως ευχαριστώ και τον ζακυνθινό φίλο, συγγραφέα κι ερευνητή Σπύρο Καρυδάκη, που πάντα συνεισφέρει ποικιλότροπα στα κείμενά μου.

Αργότερα, το 1921, το κτήριο πουλήθηκε από τους κληρονόμους του Αποστόλου Καββαδία στον Αλέξανδρο Σολδάτο-Τσάντο.
«Τσάντος» είναι στο λευκαδίτικο ιδίωμα το υποκοριστικό του κύριου ονόματος Αλέξανδρος και «Τσάντα», φυσικά, της Αλεξάνδρας.

Ο Αλέξανδρος Σολδάτος ήταν πολύ εύπορος («μπενεστάντες») και το όνομά του συνδέθηκε μεταξύ άλλων με τον ηλεκτροφωτισμό της πόλης, αφού σε αυτόν ανήκε κατά πλειοψηφία η Ηλεκτρική Εταιρεία, που συστήθηκε το 1927 και φώτισε για πρώτη φορά το 1929 την αγορά, τις πλατείες και τα καντούνια, αντικαθιστώντας τα «φανάρια με τα καλμπούρα» (αυτά της ασετιλίνης δηλαδή). Στον ίδιο και στον Αθηναίο συνέταιρό του Ιωάννη Γκιωνάκη ανήκε επίσης το παρακείμενο στην εταιρεία «Παγοποιείο Ηλεκτρικής», τόσο σημαντικό σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ψυγεία.

Ανάμεσα σε άλλα ήταν, ακόμα, αντιπρόσωπος και μέτοχος της «Εταιρείας Οίνων και Αποσταγμάτων», μιας δηλαδή από τις δυο μεγάλες οινοποιητικές εταιρείες του νησιού (η άλλη ήταν αυτή των Τζεβελέκη-Αρταβάνη), οι οποίες, τρόπον τινά, καθόριζαν και τις τιμές αγοράς του κρασιού από τους παραγωγούς, όταν τούτο και το λάδι ήταν τα δύο βασικά προϊόντα του νησιού. Ενδεικτικό της οικονομικής του ευχέρειας αλλά και της φθίνουσας πορείας των παλιών αρχοντικών οικογενειών, ήταν την ίδια περίοδο και η αγορά του μεγάλου ελαιώνα των Βαλαωριταίων («Κουλούρι») στο Καλλιγόνι.

Αδελφός του ήταν ο Γεράσιμος Σολδάτος, αρχικά υπάλληλος της Βουλής των Ελλήνων (στενογράφος) από το 1908 ως το 1923, και στη συνέχεια βουλευτής Λευκάδας το 1923 και γερουσιαστής από το 1929 έως και το 1935. Διετέλεσε, μάλιστα, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού Α. Μιχαλακόπουλου. Στο σπίτι αυτό «εξενίσθη» στα 1925 ο Α. Μιχαλακόπουλος, όταν επισκέφθηκε ως πρωθυπουργός τη Λευκάδα για τα εγκαίνια της προτομής του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στο Μποσκέτο, κατά πως μας πληροφορούν ο Παναγιώτης Κουνιάκης και οι εφημερίδες της εποχής και φυσικά δεν θα ήταν ο μόνος υψηλόβαθμος της πολιτικής και της οικονομίας που φιλοξενήθηκε σε αυτό. Το σπίτι έζησε στιγμές χαράς και γλεντιού στις ονομαστικές εορτές και στις οικονομικές και εκλογικές επιτυχίες της οικογένειας και είναι βέβαιο ότι θα είχε κι αυτό το μερίδιό του στους χορούς και στις κάθε λογής συγκεντρώσεις των οικονομικά και πολιτικά δυνατών της πόλης μας αφού την εποχή αυτή «εις τα οικίας των αφεντάδων δις ή τρις της εβδομάδος και εκ περιτροπής εδίδοντο, απρέ-μιντί, ζουρ-φιξ, εσπερίδες, πανυχίδες και πλήθος άλλων διασκεδάσεων» όπως μας πληροφορεί σχετικά και ο Π. Κουνιάκης σε βιβλίο του. Οι υψηλές διασυνδέσεις της οικογένειας με το αθηναϊκό κέντρο, της προσέδιδαν και την ανάλογη ισχύ στο τοπικό πολιτικό και οικονομικό πεδίο.

Το οικοδόμημα έμεινε να προσδιορίζεται στις τελευταίες δεκαετίες ως «σπίτ(ι) τ(ου) Ρ(ου)σόπ(ου)λου», από τον επιστήμονα και βουλευτή Αθανάσιο Ρουσόπουλο, ο οποίος παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την κόρη του Αλέξανδρου Σολδάτου, Τζένη. Γι’ αυτόν μπορεί κανείς να δει περισσότερα στη wikipedia . Από εκεί αλιεύουμε και την παρακάτω ενδιαφέρουσα πληροφορία γι’ αυτόν, που έχει να κάνει με την οικοδομική της Λευκάδας: «[Ο Αθ. Ρουσόπουλος] έπειτα από τους μεγάλους σεισμούς στο Ιόνιο το 1953, εισήγαγε ένα σύστημα να χτίζονται οι τοίχοι των σπιτιών στη Λευκάδα με τσιμέντο. Με τον τρόπο αυτό που εφαρμόστηκε στην κατασκευή σπιτιών, η Λευκάδα άντεξε νέο σεισμό το 2003».

Ξαναγυρνώντας στο θέμα μας, όσον αφορά την αρχιτεκτονική τής εν λόγω οικίας, αυτή ακολουθεί τα βασικά-τυπικά μορφολογικά των ελληνικών νεοκλασικών κτηρίων, όπως τυποποιήθηκαν στο αθηναϊκό κέντρο (και ως δήλωση εθνικής ταυτότητας) ήδη από τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Δεν γνωρίζουμε αν εξαρχής διέθετε το σύνολο των εξωτερικών χαρακτηριστικών της ή κάποια από αυτά προστέθηκαν μετά τον μεγάλο σεισμό του 1914, που γκρέμισε για μια ακόμη φορά την πόλη. Ο Δ. Μαλακάσης μας πληροφορεί, πάντως, ότι «ανανεώθηκε» όταν αγοράστηκε από τον Αλέξανδρο Σολδάτο.

Στην πίσω πλευρά του κτηρίου, στον μεγάλο κήπο του, ας καταγραφεί ότι υπήρχε και στέγαστρο για την άμαξα των ενοίκων του.

Κατά την ιταλική Κατοχή φαίνεται ότι είχε κι αυτό τη κοινή μοίρα κάποιων από τα μεγάλα σπίτια της πόλης, που επιτάχθηκαν, όπως και σε όλη την Ελλάδα, από τις κατοχικές δυνάμεις και στέγασαν τις υπηρεσίες ή τους αξιωματικούς τους.

Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέσχη «Ομόνοια» στην κεντρική πλατεία (που έγινε Λέσχη των Ιταλών κατακτητών και εξαιτίας τους κάηκε το 1943 μαζί με όσα κτίσματα περιλάμβανε το οικοδομικό της τετράγωνο), τη μεγάλη οικία Ζουλίνου (μετέπειτα Εθνική Τράπεζα και νυν Βιβλιοθήκη) στον Μαρκά, την οικία Σκλαβενίτη (μετέπειτα Μαμαλούκα, νυν καφέ «Χάρτες») στο Κανάλι του Πουλιού κ.ά. Στα δύο τελευταία κτήρια βασανίστηκαν άγρια Λευκαδίτες αντιστασιακοί από τους κατακτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους.

Αρχικά το «Officio Affari Civili per l’isola di Santa Maura» συστεγαζόταν με τη Λέσχη Αξιωματικών στην κεντρική πλατεία. Το πότε το μετέφερε ο φασίστας Γενοβέζος πολιτικός διοικητής της Λευκάδας, Κάρλο Καστίλια, στο εν λόγω οικοδόμημα, δεν μου είναι γνωστό. Πιθανόν τούτο να έγινε μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε το κτήριο της Λέσχης, όπως αναφέραμε παραπάνω· ίσως όμως και πιο πριν, ή ενδεχομένως σε αυτό να στεγαζόταν μια από τις υπηρεσίες του Affari Civili (η Consulenza di Santa Maura).


Φωτογραφία της μαρμάρινης πλάκας, με την επιγραφή ΑFFARI CIVILI ISOLE JONIE / CONSULEΝZA DI SANTA MAURA και τον θυρεό του βασιλείου της Ιταλίας (πηγή: Άρωμα Λευκάδας).

O ανάγλυφος θυρεός που εικονίζεται στη μαρμάρινη πλάκα δεν είναι ο ελληνικός (παρ’ ότι με μια πρώτη ματιά μοιάζει πολύ), αλλά ο θυρεός του βασιλείου της Ιταλίας που καθιέρωσε ο Μουσολίνι. Εάν ήταν έγχρωμος ο σταυρός, θα ήταν λευκός και τα τέσσερα τετράγωνά του κόκκινα. Στέφεται από το ιταλικό βασιλικό στέμμα, ενώ αριστερά και δεξιά του στηρίζεται στις φάσκες των Ρωμαίων ραβδούχων (fascio littorio, εξ ου και «φασισμός»).

Ιταλικές σημαίες της φασιστικής περιόδου (πηγή: διαδίκτυο).

Από το μπαλκόνι του, ο Ιταλός πολιτικός διοικητής Καστίλια και το επιτελείο του είχαν άμεση οπτική επαφή τόσο με τα Δικαστήρια όσο και με το Γυμνάσιο της Λευκάδας, τα οποία βρίσκονταν μόλις μερικές δεκάδες μέτρα πιο πέρα, διαγώνια της πλατείας Δικαστηρίων (Ζαμπελίου). Βαριά θα έπεφτε η σκιά τους στα δύο αυτά κτήρια, που ήταν παραλλήλως και από τα βασικά πεδία (Δικαιοσύνη και Παιδεία) τα οποία επιχείρησαν να ελέγξουν απόλυτα, ώστε να τα μετατρέψουν σε μηχανισμούς επιβολής και διάχυσης της φασιστικής προπαγάνδας. Το δεύτερο, όμως, έγινε λίκνο και σημαία της τοπικής Αντίστασης της νεολαίας της πόλης, που σαμποτάρισε ολοκληρωτικά τους σχεδιασμούς των κατακτητών, ως μέρος του πολύμορφου αγώνα εναντίων τους. Ο Καστίλια έμεινε μέχρι το τέλος της ιταλικής Κατοχής στο νησί και, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 το εγκατέλειψε φεύγοντας προς τα Ιωάννινα.

Εγκύκλιος στα ελληνικά του Γραφείου Πολιτικών Υποθέσεων με υπογραφή του Κάρολο Καστίλια (πηγή: ΓΑΚ νομού Λευκάδας).

Παρά τις προσπάθειές μου, χρόνια τώρα, δεν στάθηκε δυνατό να βρω έστω και μια φωτογραφία της πόλης από τη μαύρη περίοδο της ιταλικής Κατοχής της Λευκάδας, εν αντιθέσει προς τις πολλές φωτογραφίες από τα υπόλοιπα νησιά (Κέρκυρα, Ζάκυνθο και Κεφαλονιά), ούτε και η έρευνα στο αρχιπέλαγος των πληροφοριών του διαδικτύου απέδωσε κάτι. Κι όμως, χιλιάδες στρατιώτες της 33ης Μεραρχίας Πεζικού Acqui πέρασαν από τη Λευκάδα και φωτογραφίες πολλές θα τράβηξαν από την καθημερινή τους ζωή στα στρατόπεδα του κάμπου της πόλης και αλλού, στα φυλάκια και τα πυροβολεία, από τα μπάνια τους στο Κάστρο ή από τις διασκεδάσεις τους. Φωτογραφίες που θα τις έστελναν και σε δικούς τους ανθρώπους και στις οικογένειές τους – ανάμεσα στ’ άλλα για να τους καθησυχάσουν ότι περνούν, δεδομένου του πολέμου, καλά. Σίγουρο είναι, επίσης, ότι βαμμένοι φασίστες και υψηλόβαθμοι αξιωματικοί θα φωτογραφήθηκαν μπροστά από τα κτήρια που είχαν επιτάξει, όπως και μπρος από τις στρατιωτικές τους εγκαταστάσεις, ενώ φωτογραφίες θα τράβηξαν και σε ασκήσεις, παρελάσεις, επάρσεις σημαιών κ.ά. Φωτογραφίες που πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα έρθουν στο φως και θα αποτελέσουν ιστορικά τεκμήρια με δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων.

Θα κλείσω το (κατατοπιστικό, ελπίζω) σημείωμά μου με μια αναφορά σε ένα ακόμη στολίδι της πλατείας Ζαμπελίου το οποίο, όμως, δεν υπάρχει πια. Αυτό δεν είναι άλλο από το οικοδόμημα που βρισκόταν στη συνέχεια του κτηρίου Καββαδία-Σολδάτου-Ρουσόπουλου προς τον ΟΤΕ. Τούτο αρχικά ήταν ιδιοκτησία του Περικλή Καλοδίκη και στη συνέχεια της Ασπασίας Χαλικιά (Μαλακάσης, ό.π., σ. 81), πριν περάσει στην ιδιοκτησία της τοπικής Εκκλησίας. Κατεδαφίστηκε γύρω στο 1990 και ανοικοδομήθηκε σε ξένο προς την τοπική αρχιτεκτονική «ρυθμό» για να στεγάσει τις πολύτιμες υπηρεσίες του τοπικού Γηροκομείου, αλλάζοντας όμως κατά πολύ, προς το χειρότερο, τη γραφική όψη της πλατείας.

Καρτ-ποστάλ των αρχών του 20ού αιώνα. 1. Η κατεδαφισμένη οικία Καλοδίκη/Χαλικιά, 2. Η οικία Καββαδία/Σολδάτου/Ρουσόπουλου, 3. Το οκταγωνικό ξύλινο δημοτικό καφενείο-αναψυκτήριο, 4. Τα παλιά Δικαστήρια, 5. Το παλιό Γυμνάσιο Λευκάδας, 6. Η θέση του σημερινού κτηρίου του ΟΤΕ.

Την εικόνα του, ευτυχώς, καθώς και την εικόνα της πλατείας γενικότερα, διασώζουν καρτ-ποστάλ και φωτογραφίες εποχής. Ας παραθέσω εδώ, επ’ ευκαιρίας, και μια τελευταία (αδιασταύρωτη με γραπτές πηγές) προφορική μαρτυρία, που μου δόθηκε στα μέσα δεκαετίας του 1980 από δυο σοβαρούς ηλικιωμένους πληροφορητές μου, μόνο και μόνο για να μη τη σκεπάσει η λήθη: το κτήριο αυτό στέγασε σε κάποια στιγμή της ιστορίας του και την τοπική Μασονική Στοά. Μαρτυρημένες πληροφορίες για την ύπαρξη Στοάς στην πόλη έχουμε ήδη από τις αρχές του 1800· στη Στοά «Ένωσις», μάλιστα, μυήθηκε στα 1813 ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας εκ των τριών ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας. Οι προφορικές μαρτυρίες, όμως, όπως και τα γραπτά κείμενα, πρέπει να περνούν τη βάσανο και το κόσκινο της έρευνας, γιατί από μόνες τους συχνά είναι παραπλανητικές, ελλιπείς και οδηγούν σε ανιστορικές και ανιστόρητες ατραπούς, που ταλανίζουν βιβλιογραφικά τις ιστορικές μελέτες και απομένουν να θολώνουν την εικόνα των τόπων: Έτσι και η παραπάνω μαρτυρία χρειάζεται διασταύρωση με άλλα τεκμήρια, που θα την επαληθεύσουν (ή όχι) και θα μας πληροφορήσουν για τη χρονολογία λειτουργίας της, την ονομασία της, σε ποια μεγαλύτερη Στοά υπόκεινταν κ.ά.

Η έρευνα για την ιστορία όχι μόνο των παραπάνω κτηρίων αλλά συνολικά των οικοδομών της πόλης, δεν είναι βέβαια εύκολη υπόθεση… Διαθέτουμε τις πολύτιμες πληροφορίες που μας παρέχουν το βενετικό κτηματολόγιο που συντάχθηκε την περίοδο 1725-1727 και σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται από επιπεδογραφίες (σχέδια) των περιοχών που καταγράφονται, και το ρυμοτομικό του 1825. Επίσης, στο Αρχείο σώζεται ένας μεγάλος αριθμός (85 φάκελοι) οικοδομικών αδειών της περιόδου 1825-1864 τόσο για την πόλη όσο και για την ύπαιθρο του νησιού. Οι άδειες της πόλεως συνοδεύονται από έγχρωμα κατά κύριο λόγο σχέδια των υπό ανέγερση κτηρίων, μερικές φορές σημαντικών ζωγράφων, όπως ο Σπυρίδων Βεντούρας. Δυστυχώς δεν διαθέτουμε ανάλογο υλικό για τα χρόνια μετά την Ένωση. Τέλος, στο Αρχείο απόκεινται και συμβολαιογράφοι Λευκάδος του 19ου αλλά και του 20ού αιώνα, σημαντικότατη πηγή πληροφοριών. Το πλήθος των αρχειακών τεκμηρίων, όμως, απαιτεί μακροχρόνια και συστηματική έρευνα, πράγμα το οποίο δεν είναι πάντοτε δυνατό. Οι δε συμβολαιογραφικές πράξεις που εναπόκεινται στα Υποθηκοφυλακεία δεν είναι προσβάσιμες στους ερευνητές και στις ερευνήτριες, αλλά μόνο σε αυτούς-ές που έχουν έννομο συμφέρον…

Η πόλη μας, όπως και κάθε πόλη με ιστορία, διαθέτει το ανάλογο ιστορικό βάθος και κάθε κτήριο και κάθε γειτονιά της έχει μια ή και πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες να μας διηγηθεί, αν σκύψουμε πάνω τους με προσοχή για να τις ακούσουμε.

Προηγουμενο αρθρο
Βόμβα στην Ακρόπολη
Επομενο αρθρο
Η παραλία Πευκούλια - video

1 Σχόλιο

  1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΕΡΕΣ
    23 Σεπτεμβρίου 2019 at 18:34 — Απάντηση

    Η εργασία του Βασίλη Φίλιππα κάνει εξαιρετική χρήση των τεκμηρίων, η διατύπωσή της σέβεται το επιστημονικό ήθος, αποφεύγει τις (πασίγνωστες αντιαισθητικές!) λεκτικές πομφόλυγες και τους φτηνούς εντυπωσιασμούς και, ως εκ τούτων, αποτελεί ένα εξαιρετικό μάθημα τοπικής ιστορίας και αυτογνωσίας. Χρήσιμος οδηγός για όσους θέλουν να μπουν σ’ αυτό το πεδίο χωρίς να πνιγούν στον επικίνδυνο χυλό του Διαδικτύου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *