HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤο μοναστήρι της Παναγίας – Οι αναπαραστάσεις της μνήμης και η αποφράδα 15η Αυγούστου 1965

Το μοναστήρι της Παναγίας – Οι αναπαραστάσεις της μνήμης και η αποφράδα 15η Αυγούστου 1965

ΠΛΑΓΙΩΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

3. Το μοναστήρι της Παναγίας- Οι αναπαραστάσεις της μνήμης και η αποφράδα 15η Αυγούστου 1965

Τίμα τάν ἔλαχας Σπάρταν

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

Η απόλυτη σιωπή της παλαίφατης μονής της Παναγίας της Πλαγιάς (ακριβέστερα: της Κοιμήσεως της Θεοτόκου) και του μεγάλου βαθυπράσινου κυπαρισώνα που την έζωνε, ταιριαστή με τη σιωπή των νεκρών της, θυμάμαι πως έσπαγε μόνο δυο φορές το χρόνο στα δικά μας χρόνια, τα μεταπολεμικά: Τη Μεγάλη Πέμπτη και το Δεκαπενταύγουστο.

Ο ναός πάντως κατά τον Μεσοπόλεμο ακόμα, όπως εξ ακοής μάθαμε, λειτουργούσε περισσότερες φορές. Και σίγουρα εκεί γιορτάζονταν ο Επιτάφιος και η Ανάσταση. Κι όσο αυτό το βάνω στο μυαλό μου και κολλάνε πάνω του οι μακρινές διηγήσεις των γονιών μου και του παππού μου, νιώθω τη μνήμη μου να παίρνει φωτιά και το κορμί μου να ανατριχιάζει καθώς αναπαριστώ τη σκηνή: ο λαός να περπατάει κατά την περιφορά του Επτάφιου ανάμεσα στα μνήματα και ο αναβαλλόμενος – μόλις ένα κάτι πριν από το «αναστάσιμος» – να γητεύει την κατάμαυρη νύχτα. Ναι, η νύχτα προβληματίζεται αν πρέπει να θρηνήσει, όταν τη λούζει ως τα τρίσβαθα η φωτοπλημμύρα του Σε τον αναβαλλόμενον το φως ώσπερ ιμάτιον! Και συ, που ακούς μέσα σε μια μελωδική παραίσθηση, ότι ο Ιησούς, που μόλις έχει κατεβεί στον Άδη, «φόρεσε για ρούχο του το φως», καρτερείς όπου να ̉ ναι να δεις στο ίδιο φως ντυμένους και τους αγαπημένους που έχεις χάσει και περιμένουν εκεί δίπλα σου. Και ευγνωμονούσα εκείνον το άγνωστό μου ολιγογράμματο παπά που επέλεξε να ψάλλεται στον τόπο μας ο αναβαλλόμενος από αμνημονεύτων χρόνων όχι μόνο κατά την Αποκαθήλωση το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής αλλά και το βράδυ κατά την περιφορά του Επιτάφιου. Και τι να πεις για την Ανάσταση μέσα σε έναν ολόφωτο ναό περικυκλωμένον από μαύρη νύχτα και μνήματα;

Ας ξαναγυρίσουμε στα δικά μας χρόνια, στις δύο μέρες που ο ναός λειτουργιόταν. Η πρώτη, η Μεγάλη Πέμπτη, ήταν η μέρα του πένθους. Οι όμιλοι των μαυροντυμένων γυναικών με τα κατεβασμένα μαντήλια να μοιρολογούν πάνω στα μνήματα και οι πεινασμένοι πιτσιρικάδες να τρέχουν από μνήμα σε μνήμα, για να τους μοιράσουν οι γυναίκες τα γλυκά και τις καραμέλες από τις κόφες τους. Η δεύτερη, η Κυριακή του Δεκαπενταύγουστου, ήταν η μέρα της γιορτής και της χαράς. Ένα απέραντο ανθρώπινο μελισολόι (όχι μόνο των Πλαγιωτών αλλά όλων των γύρω χωριών ακόμα και από τη Λευκάδα) με τα γιορτινά του, βούιζε για δύο ώρες περίπου μέσα κι έξω από τον ναό – κι ύστερα πάλι σιωπή.

Μια τέτοια μέρα, 15η Αυγούστου 1965 ήταν, έγινε το κακό: τελείωσε η λειτουργία, ο κόσμος είχε γυρίσει στα σπίτια του, η γνώριμη σιωπή είχε απλωθεί παντού…και ξαφνικά από το χωριό πάνω είδαν έναν πυκνό καπνό να βγαίνει από την περιοχή του μοναστηριού. Έτρεξαν, κάλεσαν την Πυροσβεστική, αλλά ήταν πλέον αργά. Η καταστροφή είχε συντελεστεί. Το αν οι ρίψεις της Πυροσβεστικής έκαναν ζημιά είναι ζήτημα δευτερεύον. Σε τελική ανάλυση το μόνο που απέμενε ήταν η επιλογή καταστροφή «δια πυράς» ή «δι’ ύδατος». Οι φωτογραφίες, που παραθέτουμε, δείχνουν το μέγεθος της καταστροφής.

Η φωτιά πρέπει να προκλήθηκε στο «ντεπόζιτο» του ναού, δηλαδή στο μικρό δωμάτιο νότια του Αγίου Βήματος, όπου οι πιστοί εναπόθεταν τα τάματά τους. Μεταξύ αυτών και πολλά μάλλινα ρούχα. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, άρα η η φωτιά προκλήθηκε από αναμμένο κερί. Κατηγορήθηκε ως υπεύθυνος της πυρκαγιάς ο ιερέας του χωριού (δεν γνωρίζω ακριβώς την κατηγορία με την οποία παραπέμφθηκε), ο οποίος οδηγήθηκε στο δικαστήριο και τελικά αθωώθηκε.

Γενική περιγραφή του χώρου

Δεν είναι βέβαιο πότε ακριβώς ιδρύθηκε η μονή και πότε κτίστηκε το καθολικό. Είναι όμως βέβαιο ότι αυτά ανάγονται στα χρόνια του Βυζαντίου: δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να μην αντιλαμβάνεται ότι ο τρούλος του καθολικού, τα υλικά και η κατασκευή του (που είναι ορατά πλέον μετά την καταστροφή) μας παραπέμπουν εκεί. Η αβεβαιότητα έγκειται στο πότε ακριβώς. Αλλά και πάλι είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι το «πότε» πρέπει να τοποθετηθεί στους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ειδικότερα κατά τους παλαιολόγειους χρόνους.

Το μοναστήρι της Παναγίας από ψηλά (φωτο Δημ. Τσερέ 1997)

Το μοναστήρι βρίσκεται βορείως του παλιού οικισμού της Πλαγιάς, σε απόσταση ευθείας γραμμής περί τα 500 μέτρα, χωμένο μέσα σε ένα βαθυπράσινο πέλαγος κυπαρισσιών. Από πλευράς υψομέτρου βρίσκεται χαμηλότερα από τον οικισμό, ο οποίος είχε χτιστεί σε υψόμετρο 300 περίπου μέτρων. Η θέση του μοναστηριού βρίσκεται στο σημείο, όπου σταματάει το επικλινές του εδάφους και αρχίζει ο μεγάλος κάμπος του χωριού, ο οποίος βρίσκεται στο επίπεδο σχεδόν της θάλασσας.

Η είσοδος του περιβόλου της μονής

Η μονή περικλειόταν από περίβολο (μάντρα), ο οποίος σώζεται ως σήμερα (2019) σχεδόν ανέπαφος και η είσοδός του είναι από τη δυτική πλευρά, κάτω από το καμπαναριό. Στην φωτο 2 (που δείχνει την είσοδο και τη δυτική πλευρά του περιβόλου) φαίνεται η καλή κατάσταση της μάντρας του περιβόλου.

Το καθολικό της μονής (νότια πλευρά). Ο τρούλος έχει πέσει
Η περίτεχνη νότια θύρα του καθολικού («ανδρική πόρτα»). Διακρίνονται στο βάθος οι κίονες που στήριζαν τον τρούλο.

Στο κέντρο περίπου του περιβόλου βρίσκεται το καθολικό της μονής. Η φωτο 3 (και η 3α σε λεπτομέρεια) δείχνουν τη νότια πλευρά του ναού και η φωτο 4 (και η 4α σε λεπτομέρεια) τη δυτική. Οι φωτογραφίες δείχνουν ότι, παρά την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1965, οι τοίχοι του ναού άντεξαν για δεκαετίες και δεν έχουν καταρρεύσει ακόμα – δείγμα του υψηλού επιπέδου της τεχνικής της εποχής που κατασκευάστηκε. Το ίδιο και οι κίονες, που κρατούσαν τον τρούλο.

Το καθολικό της μονής (δυτική πλευρά)
Δυτική θύρα του καθολικού («γυναικεία πόρτα»). Το «κλειδί» αντέχει ακόμα.

Τα κελιά ήταν κτισμένα στη δυτική πλευρά του περιβόλου, η οποία αποτελούσε τον δυτικό δικό τους τοίχο. Αυτά όμως ήταν ήδη γκρεμισμένα από το 1960 τουλάχιστον που εγώ άρχισα να έχω ακριβή εικόνα του χώρου.

Από τα πιο νότια (στο δεξί σου χέρι μόλις έμπαινες στον περίβολο) είχαν απομείνει τα ερείπια. Τα άλλα (στο αριστερό σου χέρι μόλις έμπαινες στον περίβολο) είχαν κατεδαφιστεί και στη θέση τους είχε επεκταθεί ο χώρος του νεκροταφείου. Απόμεινε το τελευταίο κελί, το νοτιοδυτικό, στο οποίο έμενε η τελευταία καλόγρια της μονής, που πέθανε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η «θεια καλόγρια», όπως τη λέγαμε τα παιδάκια της εποχής, που την επισκεπτόμαστε στις ατελείωτες υπαίθριες περιπλανήσεις μας, γιατί όλο και κάτι μας φίλευε από το φτωχικό της. Αυτό είχε και κατώι, στο οποίο κατέβαινες με εσωτερική σκάλα αλλά έμπαινες και από μια πόρτα ανοιγμένη ανοιγμένη στη δυτική μάντρα του περιβόλου.

Το κελί της καλόγριας στη βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου

Στη βόρεια πλευρά του περιβόλου υπήρχαν οι υπόγειες αποθήκες (εφαπτόμενες στον περίβολο και αεριζόμενες από μικρά παράθυρα ανοιγμένα στον περίβολο «δίκην πολεμίστρας»), τα κελάρια, η «σκοτ’νή» (δηλαδή η «σκοτεινή»), όπως τη λέγαμε στο χωριό (6 φωτο). Θυμάμαι καλά, από τις πολλές επισκέψεις μου, ότι αποτελούνταν από τρεις συνεχόμενους χώρους με κυρτή (θολωτή) οροφή και με είσοδο από τα δυτικά.

Πέρναγες από τον πρώτο χώρο στον δεύτερο και από τον δεύτερο στον τρίτο από ένα άνοιγμα, κάτι σαν πόρτα ή μεγάλο παράθυρο. Ο τρίτος χώρος τερματιζόταν στην ανατολική πλευρά του περιβόλου και, για να βγεις, έπρεπε να ακολουθήσεις την αντίστροφη πορεία. Στα χείλη όλων των χωριανών σερνόταν ο μύθος για το τεράστιο φίδι, που καθόταν πάνα στις τεράστιες καπάσες με το λάδι και δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει παρά μόνο τον αρμόδιο μοναχό.

Η είσοδος στο κελάρι της μονής (η «σκοτ’νή»)

Έξω από τον περίβολο, καμιά πενηνταριά μέτρα δυτικότερα, βρισκόταν η Κάτω βρύση (7 Φωτο), σε μια θέση «στρατηγική», στην οποία ενώνονταν οι περισσότεροι δρόμοι, που οδηγούσαν από τον κάμπο στο χωριό. Από αυτήν υδρεύονταν το μοναστήρι αλλά και πολλοί άνθρωποι, που είχαν τις ιδιοκτησίες τους στον κεντρικό κάμπο.

Η κάτω βρύση

Και κάτω (βόρεια) ακριβώς από το δρομάκι, που ενώνει την Κάτω βρύση με την είσοδο του περιβόλου της μονής, λίγο πριν φτάσουμε στη βρύση επιβλητικό και χωρίς αντίπαλο δεσπόζει στον μεγάλο βαθυπράσινο κυπαρισσώνα, στο «περιβόλι της Παναγίας», το μεγάλο κυπαρίσσι (Φωτο 8+8α). Και εδώ η λαϊκή αντίληψη δημιούργησε τον κατάλληλο μύθο για την ιδιαιτερότητα και αγιότητα του ξεχωριστού δέντρου: όταν κάποτε αποφασίστηκε η κοπή του και η πώληση της ξυλείας του, μόλις ο ξυλοκόπος τράβηξε την πρώτη τσεκουριά, από τον κορμό του πετάχτηκε αίμα και αμέσως η κοπή του σταμάτησε και δεν επιχειρήθηκε ποτέ πλέον.

το μεγάλο κυπαρίσσι
τον κορμό του μεγάλου κυπαρισσιού δεν τον αγκαλιάζουν ούτε 3 άνδρες

Κάποια εποχή, άγνωστο πότε, ο χώρος εντός του περιβόλου έγινε νεκροταφείο. Κατά το 2000 περίπου ο χώρος του νεκροταφείου επεκτάθηκε και εκτός του περιβόλου, στα δυτικά του.

Τα κειμήλια της Μονής

Τα ιερά κειμήλια της ναού, εξ όσων εξ ακοής γνωρίζουμε, ήταν ένα ευαγγέλιο σε περγαμηνή, ο κρίνος και η ζώνη της Παναγίας. Πάντα σύμφωνα με εξ ακοής γνωρίζουμε, αυτά τα κειμήλια ήταν κλειδωμένα μέσα σε ένα βυζαντινής τέχνης ξύλινο κασελάκι, το οποίο είχε υποδοχές για 5 κλειδιά και αυτά τα κλειδιά μοιράζονταν στους 5 επιτρόπους. Για να ανοίξει το κασελάκι, χρειάζονταν και τα 5 κλειδιά, συνεπώς και τους 5 επιτρόπους παρόντες, ειδάλλως αν έλειπε έστω και ένα κλειδί δεν ήταν δυνατόν να ξεκλειδώσει. Η ζώνη της Παναγίας πρέπει να ήταν μια ζώνη φτιαγμένη από ύφασμα η οποία είχε πάνω της σκαλιστά αργυρά τμήματα. Ο κρίνος πρέπει να ήταν άνθη αποξηραμένα, κλεισμένα σε κάποιο σκεύος, που τα μύριζε η γυναίκα που ήταν δύσκολο να συλλάβει.

Το γραμμένο σε περγαμηνή ευαγγέλιο, όπως προκύπτει αυταπόδεικτα από τα γεγονότα, κλάπηκε, αν και δεν διελευκάνθηκε πότε και από ποιους και αν πολλά και φοβερά θρυλλούνται ανεπισήμως στα καφενεία και «ανά τας ρύμας και τας αγυιάς». Εκείνο που ξέρω με βεβαιότητα είναι ότ η απώλειά του έγινε γνωστή το Πάσχα του 1969: Νεαρός φοιτητής του Φιλολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Αθηνών τότε, ευαισθητοποιημένος από το μάθημα της Βυζαντινής Φιλολογίας, ζήτησα να δω το Ευαγγέλιο. Ήταν Μεγάλη Τετάρτη. Ο επίτροπος απάντησε θετικά στο αίτημά μου. Την άλλη μέρα, Μεγάλη Πέμπτη, το χωριό είχε βουίξει ότι το ευαγγέλιο δεν βρέθηκε στη θέση του. Ακολούθησαν διώξεις, δικαστήρια αλλά το ευαγγέλιο δεν βρέθηκε.

Από την ακμή στην παρακμή

Η παλαίφατη αυτή μονή, την ακμή της οποίας μαρτυρεί το επιβλητικό καθολικό, τα πολλά γκρεμισμένα κελλιά και τα κελάρια της, μετά από αιώνες ακμής στα χρόνια του ελεύθερου ελληνικού κράτους σταδιακά παρήκμασε και έχασε την περιουσία της. Όπως ήδη σημειώσαμε, μεταπολεμικά είχε απομείνει με μια μοναχή, η οποία είχε πεθάνει και ταφεί στο νεκροταφείο της μονής, λίγο πριν τη μοιραία 15 Αυγούστου 1965. Τη θυμάμαι, πισιρικάς τότε και μη καταλαβαίνοντας, να έρχεται στο αλώνι μας την εποχή του αλωνίσματος, για να πάρει κάποιο μερίδιο, που αναλογούσε στη μονή – δεν ξέρω ούτε την ποσοτητα του μεριδίου ούτε απο πού πήγαζε αυτή μας η υποχρέωση.

Όλα όσα πει ως εδώ προέρχονται από αυτοψία και προφορικές πληροφορίες – δεν έχουμε γραπτά τεμήρια. «Δεν έχουμε» δεν σημαίνει ότι «δεν υπάρχουν». Προφανώς υπάρχουν και, όταν η έρευνα τα φέρει στο φως, τότε θα φωτιστούν τα σκοτεινά σημεία στην ιστορία της μονής. Προς αυτή την κατεύθυνση επεχείρησα μια μικρή έρευνα στα Αρχεία Νομού Λευκάδας και τα στοιχεία, που συνέλεξα, είναι μεν πολύ λίγα και σποραδικά αλλά εντελώς επαρκή για να αποδείξουν ότι τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα η μονή εξακολουθούσε να είναι ένα ζωντανό μοναστήρι: είχε ηγούμενο, που σημαίνει ότι είχε τον αριθμό των μοναχών, που απαιτούνταν για να έχει και ηγούμενο.

Ας δούμε τα ντοκουμέντα:

1753 Ιουνίου 19: Εβαπτίσθη παιδίον αρσενικόν του σιόρ Κωνσταντίνου Σταματέλου και ανεδέχθη αυτώ ο πανοσιότατος καθηγούμενος της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζόμενης Πλαγιάς Ιωανίκιος…ονομάσας αυτό Χρίστο (Κατάστιχο Α΄ βαπτίσεων Αγίας Παρασκευής 1727-1764).
1756 Δεκ 13: Εβαπτίσθη η θυγάτηρ του σιόρ Κωνσταντή Σταματέλου και ανεδέχθη αυτήν ο πανοσιότατος καθηγούμενος της Πλαγιάς Ιωανίκιος…ονομάσας αυτήν Ελένη (Κατάστιχο Α΄ βαπτίσεων Αγίας Παρασκευής 1727-1764).
1784 Απριλίου 8: Εβαπτίσθη παιδίον του Φιλίππου Τριφου και ανεδέχθη αυτώ ο πανοσιολογιότατος καθηγούμενος Θεόφιλος Ιερομόναχος και ηγούμενος Πλαγιάς…( Κατάστχο Ε΄ βαπτίσεων Αγίου Μηνά 1783-1803).
1795 Απριλίου 8: Εβαπτίσθη παιδίον του Στάθη Παξινού και ανεδέχθη αυτό ο πανοσιότατος καθηγούμενος της Πλαγιάς Αθανάσιος Χαλικιάς ονομάσας αυτό Αθανάσιο ( Κατάστχο Ε΄ βαπτίσεων Αγίου Μηνά 1783-1803).
1803 Ιανουαρίου 10: Εβαπτίσθη……και ανεδέχθη αυτό ο πανοσιότατος ιερομόναχος ηγούμενος Γαβριήλ από την Πλαγιά…(.Κατάστχο Ε΄ βαπτίσεων Αγίου Μηνά 1783-1803).
1808 Απριλίου 18: Εβαπτίσθη παιδίον αρσενικόν του κυρ Ευσταθίου Γαζή… και ανεδέχθη αυτώ ο εδεσιμότατος ηγούμενος της Πλαγιάς Γεώργιος ιερεύς από Λέλοβα. (Κατάστχο Στ΄ βαπτίσεων Αγίου Μηνά 19.2.1803-25.11.1829).
1814 Ιανουαρίου…: Εβαπτίσθη….και ανεδέχθη αυτό ο εδεσιμότατος Γεώργιος ηγούμενος της Πλαγιάς Λελοβίτης (Κατάστχο Στ΄ βαπτίσεων Αγίου Μηνά 19.2.1803-25.11.1829).
1815 Φεβρουαρίου 13: Εβαπτίσθη παιδίον……..και ανεδέχθη ο πανοσιότατος Λελοβίτης, ηγούμενος της Πλαγιάς ….».

Βλέπουμε λοιπόν από αυτό το μικρό δείγμα ότι από το 1753 έως και το 1815 η μονή έχει ηγούμενο, δείγμα, όπως είπαμε, ακμάζοντος οργανισμού.Τα αρχεία περικλείουν σίγουρα πολύ περισσότερες πληροφορίες. Απομένει να βρεθούν οι φιλίστορες ερευνητές.

****
Σημείωση: οι φωτογραφίες είναι από το 1997 και μετά. Δεν έχω ακριβείς χρονολογίες πλην της 1ης.

Προηγουμενο αρθρο
Παραμονές Δεκαπενταύγουστου
Επομενο αρθρο
Υπαίθρια κατασκήνωση

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *