HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤο Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων: Θρησκευτικό μα και Πολιτιστικό Λίκνο για την Ορεινή Λευκάδα

Το Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων: Θρησκευτικό μα και Πολιτιστικό Λίκνο για την Ορεινή Λευκάδα

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Το Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων! Ένας σταθμός και θρύλος συνάμα στην ζωή των κατοίκων του Αλέξανδρου, χωριό στο οποίο ανήκει το Μοναστήρι, αλλά και γενικότερα των κατοίκων της Ορεινής Λευκάδας, (Καρυάς, Σφακιωτών, Πηγαδισάνων, Εγκλουβής, Βαυκερής και Πλατυστόμων)!

Όλοι οι ξωμάχοι κάτοικοι των χωριών, από βαθυτάτων χρόνων, αφού το μοναστήρι ανήκει στην πρώιμη Βυζαντινή εποχή, το ευλαβούνται, μα και το θεωρούν κομμάτι απ’ την τραχιά και πολύμοχθη ζωή τους, αφού δεσπόζει στην ευρύτερη αγροτική περιοχή, με πάντα το νου και την καρδιά στραμμένη εκεί στον ιερό βράχο! Μια τιμή, που πότε έπαιρνε την μορφή του απλού σταυρού, πριν ξεκινήσουν τις χειρονακτικές τους εργασίες, κυρίως το τίναγμα της ελιάς, όταν χρειάζονταν με τον λούρο να ανέβουν σε εκείνα τα τεράστια λιόδεντρα, κάποτε το τάμα με την τριάρα γεμάτη λάδι, ή το άναμμα των καντηλιών, ή την επίσκεψη με καλούδια, ένα χαρτί καφέ, μια λίτρα ζάχαρη, λαδοκούλουρα, μπαμπάκι για τα φυτίλια των καντηλιών, καμιά σφήνα τυρί, κάποιο καρβέλι ψωμί, λίγες παστές χοντρολιές απ’ την καπάσα, λίγα κηπευτικά απ’ τους κήπους της Ακόνης με τα τρεχούμενα νερά, καλούδια για τις «Θειακούλες», τις καλόγριες, που κατά καιρούς έχουν μονάσει στον ιερό τούτο χώρο.

Ένα αποκούμπι, μια προσευχή, ένα τάμα, μια ιερή αποστολή, μια ανάσα λατρευτική και πολιτιστική συγχρόνως το Πανηγύρι της Μονής, για του ξωμάχους ιερείς της Λευκαδίτικης γης, μέσα στην έξαψη του Μάη, με την Δωρική θωριά των Σκάρων και της Ακόνης συντροφιά. Ένας ύμνος στην απλή και ανεπιτήδευτη ζωή των ξωμάχων, που αρκούνταν στα λίγα, μα πλήθια στην καρδιά! Το Πανηγύρι των Αγίων Πατέρων…

Ένα ατέλειωτο μελίσσι, απ’ τους Σφακιώτες, τους Πηγαδισάνους, την Καρυά, κατηφόριζε, τον Μάϊο μήνα, στο Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, για να γιορτάσουν την μνήμη τους. Εγκλουβισάνοι, Πλατυστομίτες και Βαυκερίτες ακολουθούσαν την άλλη διαδρομή μέσα απ’ το χωριό του Αλέξανδρου.

Άλογα με υπέροχα και πλουμιστά καβαλοσκούτια, φυλαγμένα στον γήκο για τα πανηγύρια, με μπλέ κομπολόγια στο λαιμό τους, αμέτρητο κομβόϊ στην γραμμή, στο μονοπάτι, που απ’ τον Χοιρόλακο, εκεί που σήμερα είναι το αγρόσπιτο του Σια, έστριβε αριστερά στο μονοπάτι, που ξεκινούσε και οδηγούσε για τον Μέγα Λόγγο και τις Παναγιές, και από εκεί στους Αγίους Πατέρες. Ένα δαιδαλώδες μονοπάτι, μέσα στην αγριεμένη Μαγιάτικη φύση, με τις π(η)γανιές, τους ασφελαχτούς, τα σπάρτα και τα ρείκια, να… κυκλώνουν τα μάτια με εκείνο το πέλαγος απ’ τα κίτρινα άνθη και την χολάτη πράσινη γη, ύμνο στην παντοδυναμία του νου και του Κτίστη.

Ήταν η προς… Εμμαούς πορεία της τίμιας αγροτιάς, με τους καβαλαραίους κατοίκους των χωριών σε μια αδιάκοπη κουβέντα, για τα αμπέλια που χρειάζονταν ράντισμα, για τις ελιές που μόλις άρχιζαν να ανθίζουν, για τα σπαρτά που ήθελαν βοτάνισμα, για τα πρόβατα που χρειάζονταν το πρώτο «κολόκουρο», για μια αέναη βιοπάλη, να ανθίσουν καρποί στο φτωχικό τραπέζι…


Καβαλαραίοι, με εμάς τα παιδάκια πισωκάπουλα και με το σακκούλι με ξηρά τροφή, κρεμασμένο στα κολιτσάκια του σαμαριού, αφού η επιστροφή γινόταν απόγευμα, αλλά και με την τριάρα με το λάδι, τάμα στο μοναστήρι, αφού, εκεί στην ευρύτερη περιοχή της Ακόνης ήταν τα λιοστάσια και ευλαβικά κάθε απογευματινό οι ξωμάχοι στρέφονταν στο μοναστήρι, φύλακα άγγελό τους, και έκαναν τον σταυρό τους, όταν χτυπούσε η καμπάνα του εσπερινού, την οποία, μάλιστα είχαν σαν ρολόι, ότι έπρεπε να μαζέψουν τα πράγματά τους, για την επιστροφή στα χωριά. Άλογα, εκατοντάδες άλογα, αφού ελάχιστα τροχοφόρα υπήρχαν, που τα έδεναν κατά μήκος του δρόμου πριν το μοναστήρι, σχεδόν μέχρι τις υπόρροιες των Σκάρων.

Στους Αγίους Πατέρες, τις δεκαετίες 1960 και 70, ενθυμούμαι τρείς σεβάσμιες καλόγριες, οι οποίες, τηρώντας την Λευκαδίτικη μοναστική παράδοση δεν φορούσαν ράσο, αλλά την στολή της ανύπαντρης Λευκαδίτισσας, χωρίς τον μπούστο, με φορέματα μαύρα και την τσίπα πάντα στο κεφάλι. Η Ακακία απ’ τα Χορτάτα, η Δέσποινα, η χήρα παπαδιά απ’ τη Μικρά Ασία, η οποία έφτασε στην Λευκάδα απ’την Σμύρνη στον μεγάλο ξεριζωμό, αφού τον ιερέα σύζυγό της κατέσφαξαν οι τούρκοι, έμεινε για δυό χρόνια στα Λαζαράτα στο σπίτι του Αποστόλη του Καρούσου φιλοξενούμενη και δούλευε στα κτήματά του, κατόπιν πήγε και μόνασε στο μοναστήρι, και η Μαρία απ’ την Καρυά,. Όλοι, μα όλοι στα χωριά, θυμούμαστε την Μαρία να γυρνάει με το εικόνισμα των Αγίων Πατέρων για να μαζέψει λιγοστά χρήματα απ’ τους προσκυνητές της εικόνας, προκειμένου να φτιάξουν τα κτίρια γύρω απ’ την Μονή. Οι τρεις σεβάσμιες «Θειακούλες», άνοιγαν διάπλατα αγκαλιά για να υποδεχθούν και να φιλοξενήσουν τους εκατοντάδες προσκυνητές, σχεδόν απ’ όλη την Λευκάδα. Μάζευαν τα τάματα των λαδιών στην μεγάλη καπάσα της μονής, τα πρόσφορα, τα γυψώματα και τα σπερνά των Αλεξαντριτών, που γιόρταζαν, και κερνούσαν τον απλοϊκό καφέ και το κρύο νερό με το λουκούμι!

Απολείτουργα, στήνονταν γλέντι στο διπλανό αλώνι, όπου, την δεκαετία του 1960, πρωτοστατούσε ο καταπληκτικός λαουτιέρης, ο Βερεστόντας απ’τον Αλέξανδρο, μαζί με τον Γιώργο τον βιολιτζή απ’τον Δρυμώνα και τους κλαριτζήδες, τον Μίλαρη, τον Τσιρούφλη, τον Βρυώνη, οι οποίοι με μοναδική μαεστρία ξεσήκωναν τους γλετζέδες του πανηγυριού, που άρχιζε απολείτουργα και κρατούσε μέχρι το βράδυ. Παραδίπλα οι πλανόδιοι μικροπωλητές με παιγνίδια της εποχής και τα κουλούρια. Άχ, εκείνα τα υπέροχα κουλούρια, που…λιγκρίζαμε όλα τα παιδάκια και τα οποία οσάκις ενέδιδαν οι γονείς μας και αγόραζαν, τα περνούσαμε σ’έναν χορτάρινο σπάγγο και τα φέρναμε στο χωριό …θριαμβευτικά, σαν δική μας κατάκτηση και ανάμνηση απ’το πολύβουο πανηγύρι.

Το μοναστήρι των Αγίων Πατέρων έρχεται απ’ τα βάθη των αιώνων και δη απ’ την πρώιμη βυζαντινή εποχή, είναι, πιθανόν, απ’τα πρώτα χριστιανικά μοναστήρια και μάλιστα απ’ τα ελάχιστα στην χώρα αφιερωμένα στη μνήμη των Αγίων Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ, άλλο ένα ομώνυμο μοναστήρι υπάρχει στη Νίκαια της Αττικής. Όταν μιλάμε για το μοναστήρι, κατ’αυτούς τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, δεν εννοούμε τα σημερινά κτίσματα, τα οποία δημιουργήθηκαν πολύ επιγενέστερα, μιλάμε για τον μκρό ιεροποιημένο σπηλαιώδη χώρο της πνευματικής ενάθλησης των τριών Πατέρων.


Τα κτίσματα πέριξ του μοναστηριού χτίστηκαν σταδιακά, στο διάβα των αιώνων, με αποκορύφωμα την δεκαετία του 1930, όταν έλαβαν την σημερνή τους μορφή. Μάλιστα, όπως μου διέσωσε ο πατέρας μου Σοφοκλής, όταν ήταν δώδεκα χρονών, το 1938, πήγε μαζί με άλλους Σφακισάνους στην Μαρίτσα, μια αμμώδη περιοχή στο μεσοδιάστημα Σφακιωτών-Αλεξάνδρου, όπου φόρτωσαν τσουβάλια άμμο στα άλογα και τον πήγαν στους Αγίους Πατέρες, προκειμένου να κτισθούν τα κτίρια πέριξ της εκκλησίας, τα οποία έκτιζαν εθελοντές Σφακισάνοι και Αλεξανδρείτες.

Το Κοινόβιο των Αγίων Πατέρων δημιουργήθηκε από τρείς Πατέρες, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Μικράς Ασίας, το 325 μ.Χ., στην οποία Σύνοδο μετείχε και ο τότε επίσκοπος Λευκάδος, ο Αγάθαρχος. Στην επιστροφή, οι τρείς Πατέρες, γοητευθέντες απ’ την μορφή και την προσωπικότητα του Αγάθαρχου, τον ακολούθησαν στην Λευκάδα. Το πλοίο, που τους μετέφερε, βγήκε στη σημερινή Νικιάνα, όνομα που σημαίνει Νέα Νίκαια, ενώ η περιοχή, πριν την Νικιάνα, ονομάσθηκε Επίσκοπος, όπως και σήμερα, προς τιμήν του Αγάθαρχου. Τα ονόματα των τριών Πατέρων εικάζεται, σύμφωνα με την παράδοση, πως είναι: Αλέξανδρος, Παύλος και Στέφανος. Προς τιμήν του πρώτου πήρε το όνομα το χωριό Αλέξανδρος, ίσως απ’ τα πιο παλιά χωριά της Λευκάδος της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Προς τιμήν του Παύλου ονομάσθηκε η «Βρύση του Παύλου». Πρόκειται για βρύση αστείρευτη, που βρίσκεται στον δρόμο μεταξύ του Μοναστηριού και της Νικιάνας.

Ο τρίτος των Πατέρων, ο Στέφανος, πάντα κατά την παράδοση, ασθένησε από μολυσματική νόσο και έφυγε, προκειμένου να μην την μεταδώσει στους άλλους δύο. Έφτασε ακριβώς απέναντι απ’ τον βράχο των Αγίων Πατέρων, σε μια άλλη σπηλιά, που βρίσκεται στην περιφέρεια του Σπανοχωρίου, στην ανατολική πλαγιά του βουνού του Αϊ Λιά, κοντά στον Βατιά, όπου είναι το σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, σκαρφαλωμένο σαν χελιδονοφωλιά πάνω στα απότομα βράχια, με θέα που κόβει την ανάσα προς την Νικιάνα, τον Κάλαμο, το Μεγανήσι και τα Ακαρνανικά, αλλά και τοπίο που θυμίζει έντονα τους βράχους των Μετεώρων.

Είναι ένα γραφικότατο εκκλησάκι, που πρέπει κάθε Λευκαδίτης να το επισκεφθεί, γιατί πράγματι θα γοητευθεί απ’ το βραχώδες και την αγριότητα του τοπίο, αλλά και την υπέροχη θέα. Είναι εκκλησάκι που συνοδεύεται με τον θρύλο της… «Δεκάρας», αφού, οι προσκυνητές, τα περασμένα χρόνια, πάσχιζαν να κολλήσουν πάνω στην εικόνα του Αγίου μια Δεκάρα, η οποία, αν στέκονταν, ήταν δείγμα εύνοιας, προστασίας και τύχης του προσκυνητή! Εδώ, σ’αυτό τον σπηλαιώδη βράχο και σημερινό εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, πάντα κατά την παράδοση, ασκήτεψε ο τρίτος των Αγίων Πατέρων, ο Στέφανος. Η επικοινωνία του με τους άλλους δύο γινόταν το βράδυ με το λυχνάρι, έτσι όπως είναι αντικρυστά ο Άγιος Στέφανος και το Μοναστήρι των Αγίων Πατέρων, δίνοντας το σινιάλο ότι είναι εν ζωή. Όταν κάποτε σταμάτησε το λυχνάρι εκ μέρους του Στεφάνου, ο Αλέξανδρος με τον Παύλο κατάλαβαν ότι ο Στέφανος πέθανε, τον μετέφεραν εκεί στον δικό τους κοινόβιο, όπου και έθαψαν.

Εξ ίσου εντυπωσιακή, όμως, είναι, πάντα σύμφωνα με την παράδοση, και η αποκάλυψη των τάφων των Αγίων Πατέρων, εκεί που είναι σήμερα ο ναϊσκος προς τιμήν των, πάνω ακριβώς απ’ την αρχική σπηλιά, που ασκήτευαν και η οποία είναι ανεβαίνοντας τα πρώτα σκαλοπάτια δεξιά. Σύμφωνα, λοιπόν, με την παράδοση ένας τράγος φανέρωσε στον βοσκό του τους τάφους των Αγίων Πατέρων και την ακένωτη πηγή του αγιάσματος.

Επειδή το Μοναστήρι βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή των Σκάρων, που από αρχαιοτάτων χρόνων βοσκούσαν αμέτρητα κοπάδια, ένας βοσκός έβλεπε καθημερινά έναν τράγο να βγαίνει μέσα απ’ τους βράχους, με βρεγμένα τα γένια του, ενώ νερό δεν υπήρχε καθόλου στην περιοχή. Ακολούθησε τον τράγο και βρέθηκε μπροστά στους τάφους των Τριών Πατέρων, μέσα στην σπηλιά, όπου ακριβώς δίπλα στον τάφο του ενός υπήρχε λύμπα με νερό. Είναι το αγίασμα, που παίρνουν όλοι οι προσκυνητές, και σήμερα ακόμη, και το οποίο ποτέ μα ποτέ δεν στερεύει, όσο και αν αντλήσουν οι ιερείς του ναού. Αγίασμα μέσα στον βράχο! Μέσα στο κοντρί, το οποίο έπαιρναν, εκείνα τα νοσταλγικά χρόνια, οι προσκυνητές για να αγιάσουν το σπίτι και τα ζωντανά τους, αλλά για να κρεμάσουν και ένα μικρό μπουκαλάκι στα εικονίσματα του σπιτιού, το οποίο έμενε αναλλοίωτο μέχρι την επόμενη χρονιά! Αστείρευτη πηγή το αγίασμα των Αγίων Πατέρων, που σεβάστηκαν ακόμη και αλλόθρησκοι κατακτητές της Λευκάδος, στο διάβα των αιώνων…

Προηγουμενο αρθρο
Πραγματοποιήθηκε στο Νυδρί η συνάντηση τριών σχολικών χορωδιών
Επομενο αρθρο
Τα δώρα της Μαρίας Κάλλας και του Ωνάση στη Λευκάδα το 1964

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *