HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΤο Πολυτεχνείο είναι σχεδόν συνομήλικο με το νεότερο ελληνικό Κράτος

Το Πολυτεχνείο είναι σχεδόν συνομήλικο με το νεότερο ελληνικό Κράτος

Το 1837, το Πολυτεχνείο ξεκινούσε την πορεία του ως κυριακάτικο σχολείο μαστόρων, στεγαζόμενο σε νεοκλασική κατοικία στην οδό Πειραιώς. Έτσι άρχισε πριν από 181 χρόνια η ιστορία του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, που χτίστηκε πάνω σε θεμέλια των μεγάλων δωρεών από πλούσιους Έλληνες ευεργέτες. Ήθελαν να δουν τη νεοσύστατη Ελλάδα να γίνεται ισχυρή χώρα, πιστεύοντας ότι η βιομηχανία και η τεχνολογική ανάπτυξη αποτελούν τις βάσεις για αυτό.

Τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, Έλληνες με καταγωγή από το Μέτσοβο και μεγάλη δραστηριοποίηση στο εμπόριο διέβλεψαν πως ο σύγχρονος κόσμος άρχισε να αναπτύσσεται με άξονα τη βιομηχανία. Σε αντίθεση με την κύρια τάση της εποχής, αποφάσισαν να διαθέσουν τεράστια για την εποχή ποσά για την υποστήριξη του Πολυτεχνείου.

Με βασιλικό διάταγμα «περί εκπαιδεύσεως εις την αρχιτεκτονικήν» ιδρύεται Τεχνικό Σχολείο, που αρχικά λειτουργεί μόνο Kυριακές και εορτές-αργίες προσφέροντας μαθήματα σε όσους επιθυμούν να μορφωθούν ως αρχιτεχνίτες στην αρχιτεκτονική.

Τα μαθήματα, που μπορούσε να τα παρακολουθήσει οποιοσδήποτε χωρίς κανένα σύστημα εισαγωγής, ήταν απολύτως δωρεάν και δίνονταν μόνο Κυριακές και αργίες 10-12 το πρωί και 5-7 το απόγευμα για προφανείς λόγους: όλοι οι μαθητές ήταν σκληρά εργαζόμενοι έξι ημέρες την εβδομάδα, έχοντας ως μόνη ελεύθερη ημέρα για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα την Κυριακή. Παρά τα ανύπαρκτα μέσα και υποδομές, οι σπουδαστές μπορούσαν να βελτιώσουν τις γνώσεις τους ως μάστορες, αρχιμάστορες και οικοδόμοι.

Το εκπαιδευτήριο, που αρχικά λειτουργούσε ως Σχολείο Οικοδομικής, ήταν υπό τη διεύθυνση του Βαυαρού λοχαγού Μηχανικού Φρειδερίκου Τσέντερ, που ήταν ένας εκ των τεχνοκρατών που έφερε μαζί του ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας για τη δημιουργία σταθερών υποδομών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Τα μαθήματα στο πρώτο έτος λειτουργίας ήταν Ιχνογραφία (μορφές ελευθέρου και γραμμικού σχεδίου), Μαθηματικά (Αριθμητική μέχρι τη διαίρεση κλασμάτων και στοιχειώδης Γεωμετρία), Προπλαστική και πρακτικές γνώσεις Χημείας.

Η μεγάλη επιτυχία του φιλόδοξου εγχειρήματος -μέσα σε ελάχιστο διάστημα τα μαθήματα παρακολουθούνται από σχεδόν 400 άτομα- οδηγεί την άνοιξη του 1840 στην αναβάθμιση των σπουδών με δημιουργία Πολυτεχνικού Σχολείου καθημερινής λειτουργίας, η διάρκεια των σπουδών επιμηκύνεται στα τρία χρόνια, εισάγονται για πρώτη φορά μαθήματα Μηχανικής που ονομάζονται «Στοιχειώδης Μηχανική», ενώ η διοίκηση ασκείται από την «επί της εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας Επιτροπή». Τον Νοέμβριο του 1843 προστίθεται και το «Ανώτερον Σχολείον διά την καθημερινή διδασκαλία των ωραίων τεχνών», που θα αποτελέσει τη «μαγιά» για τη Σχολή Καλών Τεχνών, που έναν αιώνα μετά θα αποτελέσει αυτόνομη Ανώτατη Σχολή.

Η αλματώδης ανάπτυξη του ιδρύματος οδήγησε σύντομα σε χωροταξικό αδιέξοδο, με μαθητές, καθηγητές, αίθουσες διδασκαλίας και εργαστήρια να ασφυκτιούν στα τρία οικήματα της οικογένειας Βλαχούτση στην οδό Πειραιώς, τα οποία πριν στέγαζαν τα γραφεία της Αντιβασιλείας. Η μεταφορά των μαθημάτων σε νέο σύγχρονο χώρο θα ήταν αδύνατη με το μονίμως άδειο ταμείο του ελληνικού κράτους.

Ανέλαβε όμως δράση η εθνική συνείδηση κάποιων ευεργετών της εποχής. Στις 30 Αυγούστου 1852, ο ομογενής από την Αίγυπτο Νικόλαος Στουρνάρης διέθεσε 500.000 δρχ. για να δημιουργηθεί «εν λαμπρόν Πολυτεχνείον» και τέσσερα χρόνια μετά, η διαθήκη του θείου και συνεργάτη του, Μιχάηλ Τοσίτσα, πρόσθεσε στο προηγούμενο ποσό άλλες 560.000 δρχ. Το 1859 η χήρα του τελευταίου, Ελένη, θα αγοράσει με 140.000 δρχ. το οικόπεδο όπου βρίσκεται σήμερα το Πολυτεχνείο και θα το δωρίζει στην εκτελεστική επιτροπή των δύο κληροδοτημάτων, ώστε να ξεκινήσουν οι εργασίες δημιουργίας του κτιρίου.

Τα σχέδια συντάσσονται το 1861 από τον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου, αλλά η ολοκλήρωση του έργου καθυστερεί αρκετά, μια και ενδιάμεσα τελειώνουν τα χρήματα των δωρεών και για την ολοκλήρωσή του θα χρειαστεί να δοθούν 100.000 δρχ. από την κυβέρνηση το 1870 και μια τελευταία δωρεά 300.000 δρχ. από τον Γεώργιο Αβέρωφ. Το μισοτελειωμένο κτίριο παραδίδεται προς χρήση το 1873 και ονομάζεται Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο προς τιμήν των ευεργετών του, που προέρχονταν όλοι από την πόλη της Ηπείρου.

Η επιλογή του οικοπέδου της οδού Πατησίων υπήρξε καθοριστική για το μέλλον του οικισμού της Πρωτεύουσας, καθώς η Αθήνα απέκτησε έναν νέο πόλο αναπτύξεως, εξίσου σημαντικό προς εκείνο της «Τριλογίας Χάνσεν» της οδού Πανεπιστημίου.

Σημαντική ήταν η προσφορά και άλλων ευεργετών, όπως της Σοφίας Ν. Χλωρού, η οποία άφησε την κατοικία της επί των οδών Πατησίων και Χανίων, όπου επί σειρά ετών στεγαζόταν η Σχολή Υπομηχανικών, του Δ. Θωμαΐδου, ο οποίος με τη διαθήκη του κληροδότησε το νεοκλασικό στις οδούς Ερμού και Αιόλου για την πρόοδο των Τεχνών, των Α. Τσούφλη, Χ. Χρυσοβέργη, Ι. Κονδούλη και νεοτέρων, που διέθεσαν σημαντικά ποσά για χορήγηση βραβείων και υποτροφιών σε φοιτητές του Ιδρύματος.

Οι επόμενοι μεγάλοι σταθμοί είναι το 1887, όταν το Πολυτεχνείο προάγεται σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα και ιδρύονται 3 σχολές τετραετούς φοίτησης, και το 1917, όταν με ειδικό νόμο παίρνει τη σημερινή του μορφή, περιλαμβάνοντας τότε τις Ανώτατες Σχολές Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, Χημικών Μηχανικών, Τοπογράφων Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Μηχανικών.

Η προσφορά των εθνικών μας ευεργετών και δωρητών υπήρξε τεράστια. Με τις χορηγίες τους και τον πατριωτισμό τους συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση του Ελληνικού κράτους και άνοιξαν τον δρόμο για την τεχνική και οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας «κατά την διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης».

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το διαδίκτυο.

Προηγουμενο αρθρο
Από την πρώτη επίσκεψη της υποψήφιας Περιφερειάρχη Ρόδης Κράτσα στη Λευκάδα
Επομενο αρθρο
Με βροχή στην λιμνοθάλασσα!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *