HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο σακούλι με τα ψώνια, ο γύρος του θανάτου και οι καραμέλες του Ρήγα…

Το σακούλι με τα ψώνια, ο γύρος του θανάτου και οι καραμέλες του Ρήγα…

Γράφει ο Θοδωρής Γεωργάκης

Ήταν, την δεκαετία του 1960, διευθυντής στο εργοστάσιο του Παπαστράτου στη Δράμα! Μεγάλη θέση για τα δεδομένα του χωριού και της εποχής! Όλοι στη μικρή μας κοινωνία συζητούσαν για τον Γιάννη τον Σάντα, απ’ την συνοικία Κοντράτα των Σφακιωτών, που έφτασε τόσο ψηλά! «Μωρέ, ο Ντέρης, έλεγαν για τον πατέρα του Γιάννη, μ’ ένα σφυρί και μ’ ένα καλέμι λιθάρια για τα λιτροβιά έφτιαχνε και κατόρθωσε και σπούδασε παιδί! Τόσο μεγάλος και τρανός έγινε, φαντάσου, που διοικεί ολόκληρο εργοστάσιο του Παπαστράτου!».

Άγάπαγε το Πινακοχώρι, τη γενέτειρά του, πάρα πολύ ο Γιάννης ο Σάντας. Μαζί με τον πρώτο του ξάδερφο, τον Αλέκο τον Σάντα, και αυτός σπουδαίος για την εποχή του, ήταν Διευθυντής στην Γεωργική Σχολή «Ανδρέας Συγγρός» στο Μαρούσι, είχαν εξοπλίσει, θυμάμαι, το σχολείο του χωριού με χάρτες γεωφυσικούς και ιστορικούς. Οι μάχες του Ναρσή και του Βελισάριου, των στρατηγών του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού, των πέντε θαλασσών και των πέντε ηπείρων! Η εκστρατεία και οι μάχες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στον Γρανικό, στην Ισσό, στα Γαυγάμηλα, στα Άρβηλα!

Όλα απλωμένα σε πολύχρωμους χάρτες στον τοίχο του σχολειού, να μας ταξιδεύουν στη σφαίρα της φαντασίας! Μα, και μια βιβλιοθήκη δώρισαν γεμάτη όργανα, για τα πειράματα σε φυσική και χημεία! Ο δίσκος με τα χρώματα της Ίριδας, τα συγκοινωνούντα δοχεία, το πείραμα του Τοριτσέλι!

Και μια μεγάλη μπάλα ποδοσφαίρου, από εκείνες με τον λαιμό και την σχισμή, που δέναμε με σπάγγο στην κορυφή! Ήταν η μεγάλη μας αδυναμία και η διαρκής παράκλησή μας στον δάσκαλο, να μας τη δίνει στα διαλείμματα να παίξουμε στο προαύλιο, όπου μας έβαζε πάντα τον όρο πως, αν σπάγαμε καμιά λάστρα απ’ τα παραθύρια του σχολειού, θα μας την έκοβε μια για πάντα…

Ιδιαίτερη αγάπη είχε ο Γιάννης ο Σάντας για την αδερφή του την Σταυρούλα, τη Σάνταινα, όπως τη γνωρίζαμε μικροί και μεγάλοι, με τον μτζίτικο φούρνο, που έψενε το ψωμί του όλο το χωριό! Η Σάνταινα ήταν μάνα της μάνας μου, ήταν η βαβά μου.

Όσες φορές έρχονταν με άδεια απ’ την Δράμα ο Βασίλης, ο Σίλας, που ήταν εκεί φαντάρος, πάντα έστελνε τα λαδοκούλουρά της και ένα δυο μασούρια σαλάμι η Σάνταινα στον αδερφό της το Γιάννη… Άκλερίτης και με σεβαστή περιουσία αυτός, σαν έφυγε απ’ την ζωή, δεν ξέχασε την αδερφή του την Σταυρούλα τη Σάνταινα. Στην διαθήκη του της άφησε ένα σεβαστό, για την εποχή, ποσό….

Πάρε, μαρή Ξένη και συ, πόχεις τόσα παιδιά, ετούτες τσ’ δεκαρούλες, από κειές που μ’ άφκε ο μακάριος ο αδερφός μου ο Γιάννης, ν’ αγοράσεις απ’ τ’ Χώρα, σκ(ου)τιά και παπούτσια, για νάχουνε τα βλογημένα μ΄ στο σχολειό που θα πάνε… Και με μια μητρική κίνηση η Σάνταινα και άπειρη αγάπη, έβαλε μέσα στην τσέπη απ’ το κότολο της μάνας μου ένα χιλιάρικο! Ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής. Τότε όλοι στο χωριό ζούσανε μόνο με το λάδι! Πουλούσαν οι πατεράδες μας, μια μπούγλα ή ένα μπετόνι λάδι στον Κορατζάνη, (Βλάχος), ή στον Πομπιεμένο (Γλένης) και με τα δυο τρία κατοστάρικα περνούσαν οι οικογένειες ολόκληρο το μήνα…

-Τη Δευτέρα θα πάμε στη Χώρα να σας αγοράσω τίποτα να φορέστε, με τα λεφτά που μούδωκε η βαβά σου η Σταυρούλα, και να πάρουμε και τίποτα φαγώσιμο για να περάσουμε καμιά δεκαπενταριά μέρες, μου είπε η μάνα μου… Ξημέρωσε η Δευτέρα… Με δυο σακούλια ολοκαίνουργια στο χέρι η μάνα μου, για να βάλει μέσα τα ψώνια, και με τον …θρίαμβο εγώ ζωγραφισμένο στα μάτια πετούσα στα σύννεφα… Στη Χώρα…. Το μεγάλο μας απωθημένο… Η μεγαλύτερή μας ευχαρίστηση… Κόσμος… Τόσος κόσμος… Μαγαζιά… Όλα τα καλούδια… Με το λεωφορείο του Γατσούλη στη Χώρα… Πάλι εκείνες οι ελιές στις στροφές στην Οδηγήτρια τρέχουνε… Γατί τρέχουν οι ελιές μάνα, μας κυνηγάνε; Δεν τρέχουν οι ελιές παιδί μου… Το λεωφορείο τρέχει…

Το παλιό ΚΤΕΛ ήταν δίπλα απ’ το περιβόλι του γιατρού, ακριβώς στην είσοδο της Χώρας! Ένας ήταν ο Γιατρός στην Λευκάδα, για τον οποίο έσταζε μέλι το στόμα όλων! Ο Γιατρός ο Ξενοφώντας ο Γρηγόρης. Στα σκαλιά του λεωφορείου, πριν καλά καλά κατεβούμε, ο Ζακχαίος με το γυάλινο ντουλάπι κρεμασμένο στο στήθος και μέσα τα ζαχαροκούλουρα… Η πρώτη παράκληση στην μάνα μου και το πρώτο λάφυρο… Το πρώτο γλυκό βήμα στον απίθανο κόσμο της Χώρας…

Απέναντι ακριβώς απ’ το ΚΤΕΛ ήταν το μαγαζάκι του μπάρμπα Νιόνιου του Ρήγα με τις παχές μουστάκες! Λάζαρης το επίθετό του, μα η μάνα του, μικρό, τον «βάφτισε Ρήγα», απ’ την μεγάλη αγάπη της τον φώναζε πάντα «ο Ρήγας μου», ο βασιλιάς μου, και τούμεινε του μπάρμπα Νιόνιου, αλλά και τον παιδιών του… Και τώρα το μαγαζί το είχε ο Σωκράτης του Ρήγα. Έξω δυο παγκάδες ξύλινες και πάνω κάτι πανύψηλες μπουκάλες γυάλινες γεμάτες καραμέλλες!!! Του λουκουμιού, του λεμονιού, της μέντας… του ονείρου…

-Άστες τις καραμέλες τώρα, προστάζει η μάνα μου, θα πάρουμε φεύγοντας για το χωριό, για να πάμε και στ’ αδέρφια σου… Θα φας γλυκό… Θα σε κεράσει ο μπάρμπας σου ο Γιάννης ο Μπόρσας, ο ράφτης, που έχει το ραφείο στην Αγία Παρασκευή, δίπλα απ΄το ζαχαροπλαστείο του μπάρμπα Αντρέα!!! Εκεί, στο ζαχαροπλαστείο του μπάρμπα Αντρέα ήταν ο θρίαμβος της Ποικιλίας!!! Όσοι την έχουν γευτεί γνωρίζουν καλά…

Συμβιβάστηκα με την προτροπή της μάνας μου για τις καραμέλες… Αλλά με τον όρο πως, μαζί με τις καραμέλες θα παίρναμε και μισή φρατζόλα άσπρο ψωμί απ’ τον φούρνο του Περσίδη, ήταν εκεί που σήμερα είναι το Αρχονταρίκι… Η φρατζόλα… Στοίχειωνε τα παιδικά μας όνειρα και τις επιθυμίες. Καλά καλά ούτε καραμέλες δεν θέλαμε… Αλλά για την άσπρη φρατζόλα δίναμε μάχη… Εκλιπαρούσαμε κάθε φορά τον πατέρα μου, ή τον παπούλη μου, όταν κατέβαιναν στην Χώρα… Λίγη φρατζόλα άσπρη θέλουμε… Και την προσφαγίζαμε και την πιθώναμε σε απίθανα μέρη για να διαρκέσει η απόλαυση…

Και δίπλα ακριβώς απ’ το μαγαζάκι του Ρήγα με τις καραμέλες, στο οικόπεδο, άκτιστο τότε, εκεί που είναι σήμερα το τρίγωνο της οδού Γαζή και Γρηγόρη, ένα τεράστιο στρογγυλό ξύλινο κατασκεύασμα, σαν μεγάλη κάδη, εκείνη που πατούσαμε τα σταφύλια μέσα… Και θόρυβος… Μεγάλος θόρυβος… Τι είναι τούτο πάλι… Ο γύρος του θανάτου, διαβάζω σ’ ένα κιόσκι που έκοβαν εισιτήρια για το θέαμα.. «Μάνα θέλω να δω…» Άστα αυτά είναι για τους μεγάλους… «Μα, θέλω να δω τι κάνουνε εκεί μέσα…»

Η παιδική επιμονή νίκησε πάλι… Ανέβηκα την ξύλινη σκάλα… Εκείνη την ώρα ο μοτοσυκλετιστής είχε ανέβει σχεδόν στην κορφή… Τρόμαξα σαν τον είδα… Μα μου άρεσε το θέαμα… Πως στέκει αυτός ο άνθρωπος πάνω στην μηχανή και γυρνάει τρέχοντας γυρτός, ρε μάνα; Δε ξέρω παιδί μου πως στέκει στον αέρα… Τι να σου πω… Aμα θα πας στο σχολειό ρώτα το δάσκαλο… Πράγματι. Η πρώτη μου ερώτηση σαν πήγα το Σεπτέμβρη στο σχολειό ήταν στον δάσκαλο για τον γύρο του θανάτου. Μου εξήγησε… Η φυγόκεντρη δύναμη…


Παπούτσια απ’ τον Κτσούρια, παντελόνι και πουκαμισάκι καρό απ’ τον Βαντώρο, γνέματα για τον αργαλειό απ’ τον Ξτογιάννη τον Παπαδόπουλο, ορκέλες και ραφτικά απ’ τον Καλυβιώτη, δυό τρία γιαούρτια απ’ τον Παξινό, δυό λύτρες τράγιο κρέας απ’ τον Καλατζή, μισή άσπρη… φρατζόλα απ’ τον Περσίδη, ένα μπακαλιάρο, ένα κοφίσι, μια λύτρα ζάχαρη, δυό βαζόγαλα «Βλάχας» για τις μικρές αδερφές, σπαέτο και νιόκο απ’ τον Γιό του παπά Βασίλη…. Όλα στα δύο σακούλια… Για το λεωφορείο της επιστροφής στο χωριό, με φουσκωμένο το μυαλό, παραδομένο στη μαγεία της Χώρας και στα τόσα καλούδια της… Και τα καινούργια τα παπούτσια!!! Τι καμάρι «Στ’ Αλώνια», στην πλατεία του χωριού… Πούθε τα πήρες; Θα πω και γω του πατέρα μου να μου πάρει… Οι πρώτες επιδοκιμασίες και οι πρώτες ζήλιες…

Νάσαι καλά, ρε μάνα και κει πάνω ψηλά…

Προηγουμενο αρθρο
Μουσικοφιλογικό αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο από το Γυμνάσιο Καρυάς
Επομενο αρθρο
Πόρος - Μικρός Γιαλός

2 Σχόλια

  1. Ιωάννης Βονιτσάνος
    27 Απριλίου 2017 at 13:11 — Απάντηση

    Εξαιρετικό! Τόσο το άρθρο, όσο και οι φωτογραφίες…

  2. Αγγελος Παλμος
    6 Μαΐου 2017 at 15:46 — Απάντηση

    Και πιο κατω διπλα απο τον Κτσουρια, ποιος μπορει να τον ξεχασει, ο Λαβρανος με τον πατσα, και το βραδυ στο πεζοδρομιο με τα φρυγαδελια. Ωραιες εποχες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *