HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο… τανκ!!! – Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

Το… τανκ!!! – Γράφει ο Νίκος Βαγενάς

1040

Από τη σειρά «Παιχνίδια και… Παιγνίδια»

Το μικροσκοπικό, σχεδόν, αυτό παιχνίδι κατασκευάζετο από τα μεγαλύτερα παιδιά και δη της ηλικίας των 10-12 χρόνων. Αποτελείτο από ευτελή υλικά και πιο πολύ είχε να κάνει με την επινόηση παρά με την εμφάνιση. Τα υλικά που απαιτούντο ήταν τα ακόλουθα:

α) Μία ροκέλλα(1), δηλαδή η ξύλινη κουβαρίστρα της κλωστής ραψίματος, της οποίας η ύπαρξη και χρήση απαντάτο σε κάθε σπίτι. Βέβαια στο σπίτι η χρήση της ροκέλλας ήταν μεν περιορισμένης έκτασης αλλά κατά πολύ μεγαλύτερη, απ’ ό,τι τις ύστερες εποχές. Ήταν, βλέπετε, η εποχή του μπαλώματος! Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η κάθε φτωχο-νοικοκυρά αγόραζε το μικρό μέγεθος σε σύγκριση με το μεγάλο μέγεθος το οποίο προμηθεύοντο οι μοδίστρες και οι εμπορορράφτες της Χώρας.

β) Ένα κομμάτι από θρυμματισμένο καλάμι ή ένα ξυλάκι από παγωτό, όταν το παιχνίδι κατασκευάζετο την εαρινή-θερινή περίοδο. Το μήκος του καλαμένιου στελέχους, ήταν περίπου όσο το αντίστοιχο στέλεχος του παγωτού, εκτός και αν υπήρχε ειδική κατασκευή, την οποία θα περιγράψωμε πιο κάτω ή ακόμα και από το μέγεθος της ροκέλλας.

γ) Ένα λαστιχάκι λευκό, όπως αυτό που προσδένομε τυλίγοντας ένα ρολό χαρτιού. Η εξοικονόμηση ενός λάστιχου ήταν πραγματικός άθλος. Η μόνη πηγή απ’ όπου μπορούσε κανείς να προμηθευτεί αυτό το τόσο απλό και πάγκοινο, σήμερα, υλικό, ήταν τα φαρμακεία! Γι’ αυτό, κάποια παιδιά ριψοκινδύνευαν πηγαίνοντας ίσαμε το φαρμακείο του Κουκ(ου)λιώτη, απέναντι από τον Παντοκράτορα, προκειμένου να σταθούν τυχερά για την απόκτηση του κινητήριου μηχανισμού του… τανκ. Λέμε ριψοκινδύνευαν επειδή είχαν να αντιμετωπίσουν δυο κινδύνους: ο ένας ήταν ο Αργύρης ο παιδονόμος, ο οποίος φορώντας στρατιωτική στολή με πηλήκιο και εξοπλισμένος με βούρδουλα, ξεφύτρωνε εκεί που δεν τον περίμενες.

DSCN6546

Ο άλλος κίνδυνος ήταν τα παιδιά της Κάτω Χώρας τα οποία ευρίσκοντο σε συνεχή διένεξη (πετροπόλεμος και τα τοιαύτα) με τα παιδιά της Αμπελώνας, δηλαδή της σημερινής Νεάπολης. Η κάθοδος προς την πλατεία ή τους σινεμάδες εγένετο με τη συνοδεία μεγάλων, όπως το ίδιο εγένετο, για τα παιδιά τη Κάτω Χώρας, κατά τους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Κρυμμένα, λοιπόν, πίσω από τις κολώνες της λόντζας, περίμεναν υπομονετικά την έξοδο του πελάτη, από το φαρμακείο, προκειμένου να ζητήσουν το λαστιχάκι από το χάρτινο περιτύλιγμα του φαρμακοποιού.

Επειδή όμως τα λαστιχάκια (σαν κάτι το πολύτιμο), ήταν εν ανεπαρκεία, η ζήτηση στράφηκε προς τις σαμπρέλες ποδηλάτων. Ξέρετε εσείς οι παλιοί, εκείνες που είχαν χρώμα πορτοκαλλο-κόκκινο και το υλικό τους ήταν τόσο ελαστικό και ανθεκτικό, ώστε προτιμούντο και ως λάστιχα για τις σφεντόνες. Βεβαίως η προμήθεια από λάστιχο σαμπρέλλας είχε και αυτή τη δυσκολία της, επειδή τότε η σαμπρέλλα δύσκολα αντικαθίστατο, αφού ο ιδιοκτήτης του ποδηλάτου, φρόντιζε να την γεμίζει σιμά-σιμά με μπαλώματα. Παρ’ όλα αυτά όμως, η ζήτηση εγένετο στα ποδηλατάδικα όπου και κομμένη η σαμπρέλλα σε λεπτά λαστιχένια δακτυλίδια, έπαιρνε την άγουσα για τη γειτονιά, όπου και εμοιράζετο στους… εμπόλεμους!

δ) Λίγο πράσινο σαπούνι, ή μια δεκάρα το, γνωστό τρύπιο νόμισμα.

ε) Μισό σπιρτόξυλο.

ζ) Δυο σπραγκάκια ή μια πινέζα. Τα σπραγκάκια (μικρά και ψιλά προγκάκια) μπορούσε να ήταν με κεφάλι ή ακέφαλα.

to tank

Η κατασκευή του τανκ άρχιζε με την δημιουργία οδοντώσεων στις κυκλικές επιφάνειες της ροκέλλας, όπως φαίνονται στο σκίτσο (Α), με τη Βοήθεια ενός μαχαιριού. Κατόπιν στην μία από αυτές τις κυκλικές πλευρές, καρφώνοντο, αντικρυστά, δυο σπραγκάκια (σκίτσο Γ 1-2). Σειρά είχε το μισό σπιρτόξυλο, το οποίο ήταν περασμένο στο λαστιχάκι και σταθεροποιείτο ανάμεσα στα σπραγκάκια. Το αυτό αποτέλεσμα της απόληξης του λάστιχου, μπορούσε να επιτευχθεί με την βοήθεια μιας καρφωμένης πινέζας (σκίτσο Γ3), η οποία συγκρατούσε το κινητήριο όργανο, δηλαδή το ειπωμένο λαστιχάκι.

Στη συνέχεια, η άλλη άκρη του λάστιχου, περνούσε κατά μήκος της τρύπιας ροκέλλας (σκίτσο Δ1) και σταθεροποιείτο από το μεγάλο ξυλάκι του παγωτού ή του καλαμιού (σκίτσο Α), επιφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την άμεση επαφή ξύλου και ροκέλλας. Εάν επρόκειτο αντί για ξύλο παγωτού να χρησιμοποιηθεί καλάμι τότε, έπρεπε, η γυαλιστερή του επιφάνεια, να εφάπτετο με την ροκέλλα, δηλαδή μ’ εκείνη που αντιστοιχούσε στην εξωτερική πλευρά και όχι εκείνη που είχε, εσωτερικά, την ψίχα. Η λεία εξωτερική επιφάνεια του καλαμένιου στελέχους, πρόσφερε λιγότερη τριβή μεταξύ αυτού και της ροκέλλας.

Για να υπάρχει το επιθυμητό αποτέλεσμα της γρήγορης κίνησης, δηλαδή της ταχύτητας, η επιφάνεια της ροκέλλας που εφάπτετο με το ξυλάκι του παγωτού ή του καλαμιού αλείφετο με πράσινο σαπούνι, τόσο, ώστε να καταστεί αρκούντως γλυστερή (σκίτσο Α). το ίδιο εγένετο και στο ξυλάκι του παγωτού, στο τμήμα τριβής με την ροκέλλα, ώστε τα δυο μέρη να είναι αμοιβαίως γλυστερά. Στο στέλεχος όμως του καλαμιού δεν ήταν αναγκαίο το σαπούνισμα, επειδή όπως είπαμε η εφαπτόμενη πλευρά του ήταν γλυστερή. Κατά την περίπτωση όμως που δεν υπήρχε διαθέσιμο πράσινο σαπούνι, αντ’ αυτού στην επιφάνεια της ροκέλλας τοποθετείτο μία δεκάρα, από την τρύπα της οποίας περνούσε το λάστιχο. Έτσι το ξυλάκι του παγωτού ή του καλαμιού ευρίσκετο σε επαφή με την ειπωμένη δεκάρα και όχι με την ροκέλλα.

Η κίνηση του τανκ, επιτυγχάνετο με πλήρεις περιστροφές του ξύλινου στελέχους, των οποίων περιστροφών η φορά είχε την ίδια των δειχτών του ’ρολογιού (σκίτσο Α). Κατά την περιφορά του ξύλινου στελέχους το λάστιχο συστρέφετο καθ’ όλο το μήκος του (σκίτσο Δ2) με αποτέλεσμα τόσο το ξύλινο στέλεχος όσο και η επιφάνεια της ροκέλλας να εφάπτονται ασφυκτικά. Εν τούτοις, απαιτείτο προσοχή ως προς τον συνολικό αριθμό των περιστροφών του ξύλινου στελέχους, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να κοπεί το λαστιχάκι.

Εξ’ αιτίας αυτού του «ατυχήματος» ξεπήδησε η γνωστή ειρωνική φράση-παραίνεση προς κάποιον που ζορίζεται σωματικά (που «σφίγγεται» όπως λέμε) προκειμένου να καταφέρει κάτι: «Σιγά! Μη σ’ κοπεί το λαστ’χάκι!». Επίσης επειδή κατά την περιστροφή του ξυλίνου στελέχους και την συστροφή του λάστιχου το, ειπωμένο πιο πάνω, σπιρτόξυλο (σκίτσο Γ) γλυστρούσε, με αποτέλεσμα να «χάνονται στροφές», υπήρξε ο τρόπος σταθεροποίησής του, με το κάρφωμα των δυο σπραγκακιών ή της πινέζας. Η χρήση της πινέζας όμως ενείχε πάλι τον κίνδυνο της κοπής του λάστιχου, επειδή αυτό «γώνιαζε» και η γωνιασμένη συστροφή του, συντελούσε σύντομα στην κοπή του.

Αφού, λοιπόν, επιτυγχάνοντο οι περιστροφές του ξυλίνου στελέχους, (πάντα εμπειρικά διαπιστώνετο η αντοχή του λάστιχου) το τανκ, ετοποθετείτο στο… πεδίον της μάχης και ξεκινούσε προς τα εμπρός με φούρια, πριν καλά-καλά το αφήσεις από τα χέρια. Μάλιστα, εάν το λάστιχο ήταν από σαμπρέλλα, ως πιο ανθεκτικό, έπαιρνε παραπάνω περιστροφές. Πριν ξεκινήσει, η ισχύς εκτονώνετο με την αυτόματη κίνηση του ξύλινου στελέχους να αυτοπεριστραφεί αντίθετα, με αποτέλεσμα το τανκ να αναπηδά κι’ αυτή η αναπήδηση με αυτοκινούμενο το ξύλινο στέλεχος, στην παιδική φαντασία, μεταφράζετο ως «το ανασήκωμα του κανονιού».

Το τανκ δεν κινείτο μόνο σε επίπεδη επιφάνεια, αλλά και στα πρανή των σωρών του χώματος, όπου τα παιδιά αυτοσχεδίαζαν μάχες στον… ανήφορο, το καθένα με το δικό του άρμα. Όποιο παιδί είχε την πολυτέλεια απόκτησης και δεύτερης ροκέλλας (εάν δεν συμμετείχε στην μάχη με ένα ακόμη άρμα), την τοποθετούσε στο άλλο άκρο του ξύλινου στελέχους (σκίτσο Β). Επειδή ήταν ανέφικτη η συστροφή του λάστιχου της πρόσθετης ροκέλλας, αυτή εγένετο τελευταία. Έτσι, αφού ολοκληρώνοντο οι περιστροφές του ξύλινου στελέχους, ακινητοποιούντο με το ένα χέρι τόσο το στέλεχος όσο και η πρώτη ροκέλλα.

Στη συνέχεια με αντίθετη φορά περιστρέφετο, ανάμεσα στα δάχτυλα του άλλου χεριού, η πρόσθετη ροκέλλα (σκίτσο Β). Με διπλή πλέον κίνηση, το τανκ, ανέβαινε σε χωμάτινα πρανή που είχαν μεγαλύτερη κλίση, ενώ στο ίσιωμα έτρεχε πιο γρήγορα. Πάντως κι’ αυτό το είδος τανκ, δεν έπαυε νάχει και το μειονέκτημά του, το οποίο δεν ήταν άλλο από την ασθενικότητα ή τις ελλειπείς περιστροφές της πρόσθετης ροκέλλας αφού το βάρος της δεν επέτρεπε στην πρώτη ροκέλλα να την σύρει. Γι’ αυτό η πρόσθετη ροκέλλα, έπρεπε να είναι μικρότερη και η συστροφή του λάστιχού της, λίγο περισσότερη από ’κείνης της μπροστινής ροκέλλας.

Τελειώνοντας την περιγραφή του παιχνιδιού, σημειώνεται ότι το ακριβές μήκος του λάστιχου ώφειλε να ισούτο όσο το μήκος της ροκέλλας (σκίτσο Δ1), επειδή εάν ήταν κοντύτερο, θα εκόβετο αμέσως, με τις πρώτες περιστροφές ενώ, πάλι, εάν ήτα μπόσικο, τότε αρκετό τμήμα της συστροφής του λάστιχου θα ήταν ομοίως χαλαρό με απώλεια στην… ιπποδύναμη!
——-

(1) Rocchetta = πηνίο, καρούλι, σωληνάκι.

Για να διαβάσετε το πρώτο μέρος πατήστε εδώ

Προηγουμενο αρθρο
Το ψήσιμο του πασχαλινού οβελία στου Φώντα…
Επομενο αρθρο
Διαφημίσεις άλλων εποχών

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *