HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο χωριό «Άγιος Νικήτας» στη ΒΔ Λευκάδα τον 20ο αιώνα

Το χωριό «Άγιος Νικήτας» στη ΒΔ Λευκάδα τον 20ο αιώνα

Του Αντώνη Γ. Περδικάρη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε παλαιότερο εργασία μας, αναφερθήκαμε στην ίδρυση του χωριού «Άγιος Νικήτας» και περιγράψαμε την διαδικασία δημιουργίας του, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, υπό συνθήκες που ευνοούσαν την εγκατάσταση πληθυσμού στη παραλιακή ζώνη και την επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας σε νέα, παρθένα εδάφη. Μέχρι το τέλος του αιώνα αυτού, ο Άγιος Νικήτας είχε εξελιχθεί και είχε μετατραπεί, από «μαχαλάς» ψαράδων και γεωργών του Δήμου Εξανθείας σε οικονομικό και εμπορικό κέντρο μέσω του οποίου διακινούνταν τα αγροτικά προϊόντα της περιοχής (κυρίως κρασί).

Παρ’ όλο που η είσοδος του 20ου αιώνα γινόταν με άριστες προϋποθέσεις και προσδοκίες ανάπτυξης, ουσιαστικά οι πολιτικο-οικονομικές συγκυρίες -ευρύτερα και στη περιοχή- δεν ευνόησαν αυτές της προοπτικές. Το β΄ ήμισυ του αιώνα αυτού, έμελλε να βρει το χωριό πάμπτωχο, ερημωμένο και απομονωμένο. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, ενώ απέκτησε σχετικά νωρίς διοικητική αυτονομία, καθώς αναβαθμίσθηκε σε κοινότητα με το ΦΕΚ 261/1912(3), εισήλθε σταδιακά σε πορεία φθοράς, η οποία το βύθισε οικονομικά και πληθυσμιακά. Στο άρθρο αυτό θα περιγράψουμε τους κυριότερους παράγοντες και γεγονότα που προσδιόρισαν αυτή την πορεία στη διάρκεια του εν λόγω αιώνα, αλλά και την αλλαγή των συνθηκών που εμφανίσθηκε προς το τέλος του, η οποία φαίνεται να ανατρέπει το σκηνικό.

1. Η καταστροφή της αμπελουργίας. (Στροφή στο ελαιόλαδο)

Μια απλή σύγκριση των εικόνων Νο1 και Νο2 αποδεικνύει ότι στα μέσα του 20ου αιώνα, ο Άγιος Νικήτας έπαψε να σταδιακά να παράγει κρασί. Στη δεύτερη φωτογραφία οι «σκάλες με τ’ αμπέλια» που περιτριγύριζαν το χωριό έχουν χαθεί και οι περίτεχνες ξερολιθιές, έχουν εξαφανισθεί κάτω από τα φυλλώματα των τοπικών ποικιλιών τεράστιων ελαιοδέντρων που αντικατέστησαν τα αμπέλια. Η αλλαγή αυτή συντελέστηκε, καθώς η ζήτηση του προϊόντος, κυρίως στις Ευρωπαϊκές αγορές περιορίστηκε. Μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, η ζήτηση Λευκαδίτικου κρασιού διατηρήθηκε υψηλή, καθώς το χρησιμοποιούσαν σε αναμείξεις με κρασιά άλλων περιοχών προς εκμετάλλευση της έντονης φυσικής χρώσης του. Η καταστροφή των Γαλλικών αμπελιών από φυλλοξήρα η οποία άρχισε το 1869(4) επηρέασε τόσο πολύ την ζήτηση του τοπικού κρασιού, ώστε αναφέρεται ότι αγρότες εγκατέλειπαν άλλες παραδοσιακές και αναγκαίες για την τοπική κοινωνία καλλιέργειες, στρεφόμενοι στην οικονομικά πιο αποδοτική καλλιέργεια του αμπελιού(5).

Εικόνα Νο3: Ετικέτα Λευκαδίτικου κρασιού του 20ου αιώνα στη Γερμανία

Τα πρώτα προβλήματα για τους παραγωγούς του κρασιού, άρχισαν με στην δύση του 19ου αιώνα, καθώς αναφέρεται ότι το 1897 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην περιοχή ο περονόσπορος(6) και η σοδειά καταστράφηκε εντελώς. Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, συγκεκριμένα το 1905, όπως μας πληροφορεί ο Ελληνικός ημερήσιος τύπος, σημειώθηκε εξέγερση των οινοπαραγωγών στο νησί, εξαιτίας της «χαμηλής τιμής του γλεύκους» […..]

Παρά τις κινητοποιήσεις ωστόσο των αγροτών, η ζήτηση του κρασιού μειωνόταν δραστικά. Η Γαλλία, στις αρχές του αιώνα κατάφερε να ανανεώσει πλήρως τις καλλιέργειές της και κάνοντας χρήση των εδαφών των αποικιών της στη Β. Αφρική, κάλυψε τις ανάγκες της σε Μεσογειακές ποικιλίες κρασιού. Παρήγαγε έτσι ποιοτικό προϊόν και σε τιμές ανταγωνιστικές, οι οποίες περιόρισαν ισχυρά την ζήτηση της ντόπιας παραγωγής. Ωστόσο το οριστικό χτύπημα της αμπελοκαλλιέργειας στο νησί, ήλθε αργότερα, το 1935 και σφραγίσθηκε με την νέα εξέγερση των Αγροτών στη Λευκάδα, η οποία κατεστάλη από το στρατό με το τραγικό αποτέλεσμα των 3 νεκρών και τον άγνωστο αριθμός τραυματιών.

Τότε η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) επέβαλε εμπάργκο στην Ιταλία- τον κυριότερο αποδέκτη, ίσως, του Λευκαδίτικου κρασιού- εξαιτίας της εισβολής της στην Αιθιοπία. Παρ’ όλο που ορισμένοι συνδέουν αυτά τα δύο γεγονότα, με σχέση αιτίου – αποτελέσματος, δεν είναι δυνατόν να γίνει αυτός ο συσχετισμός, καθώς η επιβολή του εμπάργκο έγινε τον Νοέμβριο του 1935 και διατηρήθηκαν αυτές οι οικονομικές κυρώσεις μέχρι τον Ιούλιο του 1936, ενώ η εξέγερση των αγροτών της Λευκάδας έγινε στο τέλος του Σεπτέμβρη του 1935 και το αιματηρό επεισόδιο στις 2/10/1935.

Η κυριότερη αιτία προφανώς ήταν το γεγονός ότι αν και τέλος της εποχής του τρύγου, τα αμπέλια παρέμεναν φορτωμένα, καθόσον η προσφορά των εμπόρων δεν κάλυπτε ούτε το 50% του κόστους καλλιέργειας τους. Για τα ακριβή γεγονότα της εποχής αυτής μπορεί κανείς να ανατρέξει στον ημερήσιο τύπο (8)

Σύμφωνα με τις απογραφές στο Νησί, οι αμπελώνες από 35890 στρεμ. που ήταν κατά την δεύτερη 10ετια του 20ου αιώνα (1913), έγιναν 19000 στρεμ. το 1975 (μείωση 47 %) τη στιγμή που τα ελαιόδεντρα αυξήθηκαν το ίδιο διάστημα κατά ποσοστό περίπου 78%, καλύπτοντας μια έκταση μεγαλύτερη των 60000 στρεμ. και καθιστώντας το ελαιόλαδο κυριότερο προϊόν της αγροτικής παραγωγής. Προφανώς όμως, εξέχοντα ρόλο στο θέμα αυτό, είχαν και πολλά άλλα σημαντικά γεγονότα που μεσολάβησαν τη περίοδο αυτή, όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι.

Στο Χωριό η πορεία παραγωγής του κρασιού, ακολούθησε μια πορεία ανάλογη. Ενώ στην ανατολή του 20ου αιώνα, η ετήσια παραγωγή του υπολογιζόταν μεγαλύτερη από 500 τόνους κρασιού, αυτή μηδενίζεται την δεκαετία του’ 60. Οι αγρότες στρέφονται σταδιακά προς την ελαιοκαλλιέργεια, ενώ προφανώς η αλιεία διατηρεί τη θέση της σαν δευτερεύουσα παραγωγική διαδικασία. Δημιουργούνται ελαιοτριβεία στο χωριό, τα «βαπόρια» σταματούν τα δρομολόγια, οι αγρότες των γύρω οικισμών μεταφέρουν τα προϊόντα τους απ’ ευθείας στη πρωτεύουσα του νησιού, τα «μαγαζιά» κλείνουν, οι εμπορικοί αντιπρόσωποι και μεσίτες αποχωρούν. Μπορεί η θέση του τελωνοφύλακα να καταργήθηκε οριστικά μετά το β΄ παγκόσμιο πόλεμο, όμως από τα τέλη της δεκαετίας του ’20, είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στη περιοχή οι οδικές μεταφορές με χρήση μηχανοκίνητων οχημάτων(9) ώσπου σταδιακά υποκατέστησαν τις θαλάσσιες.

Εικόνα No5: «Ληξιαρχική πράξις αποβιώσεως»(10) της κοινότητας Αγίου Νικήτα (αρ.5/1923). Οι δημόσιοι λειτουργοί -ως π.χ. ο «τελωνοσταθμάρχης» της περιοχής- λόγω ανυπαρξίας συγκοινωνιών, ήταν συχνά υποχρεωμένοι να εγκατασταθούν στο Χωριό μαζί με την οικογένειά τους, όπου δυστυχώς οι συνθήκες διαμονής δεν ήταν κατάλληλες.

2. Ανάπτυξη μηχανοκίνητων οδικών μεταφορών. (Το Χωριό απομονώνεται)

Σταδιακά οι θαλάσσιες μεταφορές των ανθρώπων και των γεωργικών προϊόντων, έδωσαν τη θέση τους στις χερσαίες μεταφορές. Στη Λευκάδα κατασκευάσθηκαν αρχικά δύο οδικοί άξονες εκ των οποίων ο ένας εξυπηρετούσε τα χωριά της ανατολικής πλευράς και ο άλλος τα χωριά του κεντρικού τμήματος του νησιού, συνδέοντάς τα πλέον απ’ ευθείας με την Πρωτεύουσα. Τα χωριά του δυτικού τμήματος (συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Νικήτα) έμειναν έξω από τον σχεδιασμό αυτόν. Η αγροτική παραγωγή και το προσωπικό από τα χωριά αυτά, μεταφερόταν στη Πόλη, είτε μέσω θαλάσσης είτε μέσω του κεντρικού οδικού άξονα, αφού προηγουμένως, όμως, είχαν διανύσει μια μακρά διαδρομή, όπου μοναδικό μεταφορικό μέσον ήταν τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Ο Άγιος Νικήτας έπαψε να είναι χώρος συγκέντρωσης και αποθήκευσης των αγροτικών προϊόντων της περιοχής, αντίθετα προέκυψε ανάγκη μεταφοράς της τοπικής παραγωγής στη πόλη της Λευκάδας. Η μεταφορά γινόταν πλέον είτε με τις βάρκες, είτε με τα ζώα, μέσω Τσουκαλάδων (13 km). Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν και μηχανοκίνητα μέσα, καθώς την δεκαετία του ’50 κατασκευάστηκε χωματόδρομος που οδηγούσε στο γειτονικό Δρυμώνα και απ’ εκεί μέσω του κεντρικού οδικού άξονα στη πόλη της Λευκάδας (συνολικά, 23 km).

Εικόνα Νο6: Χάρτης της Β Λευκάδας του 1949. Ο Άγιος Νικήτας εκτός οδικού δικτύου

Τα πρώτα φορτηγά αυτοκίνητα στο νησί εμφανίσθηκαν τα έτη 1927-1928(11). Τα φορτηγά αυτά, μετέφεραν αρχικά και ανθρώπους και εμπορεύματα. Αργότερα κυκλοφόρησαν και τα λεωφορεία. Το ΚΤΕΛ Λευκάδας είναι δημιούργημα του β μισού του αιώνα. Στη περιοχή του Χωριού, τα πρώτα χρόνια της καθιέρωσης των χερσαίων συγκοινωνιών, δραστηριοποιήθηκε ο Διονύσιος Ευσταθ. Φίλιππας (1901-1991) (12) με το φορτηγό του που ονομαζόταν «Ξενύχτης» και έδρα τον Δρυμώνα εξυπηρετούσε τους κατοίκους της περιοχής.

Η ονομασία «Ξενύχτης» δεν ήταν τυχαία, καθώς λόγω των τεχνικών προβλημάτων του οχήματος και της κακής κατάστασης των δρόμων, πάντοτε έφτανε πολύ αργά στον προορισμό του (13). Αναφέρεται χαρακτηριστικά από τον Διονύσιο Κοντογιώργη(14) για το Δρυμώνα:

«Το πρωί όλο το χωριό στο πόδι να σπρώχνει το Ξενύχτη να πάρει μπροστά, κι όταν ξεκινούσε, στη κατηφόρα για την πόλη, δεν τον έπιανες. Στην επιστροφή όμως, το βράδυ στην ανηφόρα τα πράγματα ήταν δύσκολα: Ο Ξενύχτης δεν τα κατάφερνε πάντα. Ο Κωσταντής (15) ακολουθούσε από πίσω με τα πόδια, με μια πέτρα στα χέρια για να «στηρίξει» τις πίσω ρόδες, όταν το σαραβαλάκι «κουράζονταν» και σταματούσε (στις ανηφόρες).Με το Ξενύχτη πήγαιναν τα παιδιά του χωριού στο Γυμνάσιο στη χώρα για να μάθουν γράμματα. Με το Ξενύχτη έστελναν οι γονείς τα σακούλια, κρεμασμένα στην καρότσα, για να ’χουν τα παιδιά τους να φάνε. Με τον Ξενύχτη πηγαινοέρχονταν οι κάτοικοι του χωριού στη Πόλη για τις δουλειές τους».


Η παραπάνω καταγραφή που προέρχεται από κάτοικο του Δρυμώνα δεν ισχύει απόλυτα για τον Άγιο Νικήτα, καθώς υπήρχαν μεγάλα διαστήματα που η πρόσβαση στο Χωριό ήταν αδύνατη ακόμα και για αυτοκίνητα σαν τον «Ξενύχτη». Τότε η λύση ήταν η (συχνά) αγριεμένη θάλασσα και το μεταφορικό μέσον οι χαρακτηριστικές βάρκες της περιοχής, «τα πριάρια», που έκαναν την διαδρομή προς την πρωτεύουσα ή τις κοντινές Ηπειρωτικές και Ακαρνανικές ακτές, κάτω από απίστευτες συνθήκες:

«…Θυμάμαι στην Κατοχή, που ταξιδεύαμε με κάτι βάρκες της κακής ώρας, για τον επιούσιο. Πηγαίναμε στις απέναντι ηπειρωτικές ακτές το λάδι, το κρασί το τσίπουρο, τα σταφύλια και φέρναμε σιτάρι, καλαμπόκι, ρύζι και γλυτώσαμε τη πείνα. Τα πλεούμενα σκυλοπνίχτες. Όταν δεν είχε ευνοϊκό άνεμο, κωπηλατούσαμε 12 ώρες συνέχεια. Πολλές φορές κιντυνέψαμε από ξαφνικές φουρτούνες, πιο πολύ όταν φτάναμε νύχτα. Στον πηγαιμό βλέπαμε τον καιρό και φυλαγόμαστε, μα στο γυρισμό, πώς να φυλαχτείς; Φορτωμένοι με το πολύτιμο φορτίο έπρεπε να γυρίσουμε. Τα άδεια στομάχια δεν μπορούσαν να περιμένουν. Έτσι πολλές φορές, βάρκες που έφταναν νύχτα έβρισκαν ξαφνική φουρτούνα. Πώς ν’ αράξουν και να ξεφορτώσουν το πολύτιμο φορτίο; Είναι ένας όρμος χωρίς λιμάνι, που βλέπει στο Βοριά. Μ’ όλους τους βόρειους ανέμους, βουνά τα κύματα…»(17)

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, όποιος ζούσε στο Χωριό, ήταν σαν να κατοικεί στην άκρη του κόσμου. Καμία σύνδεση με τον υπόλοιπο κόσμο, οι μόνοι κρατικοί υπάλληλοι ήταν ο κοινοτάρχης με τον γραμματέα -που ασχολούνταν συγχρόνως κι αυτοί με αγροτικές εργασίες- ο δάσκαλος, ο αγροφύλακας και ο παππάς –ο τελευταίος μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις μοίραζε τον χρόνο του εξυπηρετώντας παράλληλα και άλλη ενορία, γειτονικού χωριού. Οι λοιπές υπηρεσίες (αστυνομία, δικαστήρια, ταχυδρομεία, σχολεία μέσης εκπαίδευσης, ιατρεία, νοσοκομείο) είχαν έδρα σε γειτονικά χωριά ή/ και στην Πόλη και η πρόσβαση ήταν προβληματική. Η κατάσταση αυτή οριστικοποιείται στο τέλος της δεκαετίας του ’60, όταν έκλεισε δια παντός και το Δημοτικό Σχολείο του Χωριού. Οι μαθητές του Δημοτικού μεταφέρονταν πλέον οδικά στον γειτονικό Δρυμώνα, ενώ παράλληλα του Γυμνασίου-όπως παλαιότερα-αναγκαστικά, διέμεναν μόνιμα στη πρωτεύουσα του νησιού.

Η απευθείας οδική σύνδεση του Χωριού με την πρωτεύουσα του νησιού, ουσιαστικά αποκαταστάθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’70, οπότε ο Ελληνικός Στρατός, διάνοιξε την οδική αρτηρία, μήκους περίπου 6 km η οποία συνέδεσε το Άγιο Νικήτα με το γειτονικό χωριό Τσουκαλάδες. Η οδική αυτή αρτηρία, αναβάθμισε οριστικά την περιοχή και προσέφερε πνοή ανάπτυξης στο Χωριό.

Εικόνα Νο8: Το γεφύρι της «Λαγκάδας»(18) και ο κόλπος του Αγ. Νικήτα το 1965 (19)

3. Η μετανάστευση. (Το Χωριό ερημώνει)

Στις αρχές του αιώνα, όταν άρχιζαν τα προβλήματα για τους καλλιεργητές των αμπελιών του χωριού, άνοιγε παράλληλα και ο δρόμος για την μετανάστευση στην Αμερική. Δεν θα ήταν, δυστυχώς, η μοναδική περίοδος του αιώνα αυτού που ο κόσμος έψαξε απελπισμένος διεξόδους επιβίωσης. Αργότερα, τις 10ετίες του ’50 και του ’60, μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, ένα δεύτερο μαζικό κύμα μετανάστευσης οδήγησε πολλούς κατοίκους του χωριού, ως μετανάστες, σε χώρες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ωκεανίας(20). Παράλληλα (αλλά και σ’ όλο το μεσοδιάστημα) η εσωτερική μετανάστευση μείωνε σταθερά το ανθρώπινο δυναμικό της περιοχής.

Εικόνα Νο9: Η εξέλιξη του πληθυσμού του Αγίου Νικήτα, σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές

Ο μύθος της Αμερικανικής «Γης της επαγγελίας», του καταφύγιου των αποδήμων όλου του κόσμου επηρέασε και το χωριό όπως και την υπόλοιπη Ελλάδα από τις αρχές του 1900. Υπήρξαν κάτοικοι του Χωριού που μετανάστευσαν στην Αμερική από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, παρ’ όλο που ο μεγαλύτερος αριθμός αυτών καταγράφεται στις αρχές της β΄ δεκαετίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το διακινούσαν μόνο ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες, όμως στη συνέχεια, λόγω της αυξημένης ζήτησης, άρχισαν δρομολόγια και Ελληνικές εταιρίες. Οι μετακινούμενοι- υπό άθλιες ομολογουμένως συνθήκες- διέθεταν ως μοναδικό τους συνήθως προσόν την σωματική ικανότητα. Πολλοί έφταναν στον Πειραιά, ή στη Πάτρα καθώς και στα άλλα σημεία επιβίβασης κατ ευθείαν από την ύπαιθρο, ενώ μεταξύ τους υπήρξαν και κάτοικοι ορεινών περιοχών που αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Οι μετανάστες ήταν οι περισσότεροι αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό και ταξίδευαν στοχεύοντας μια καλύτερη ζωή για τους ίδιους και για να εξασφαλίσουν το μέλλον της οικογένειάς τους. Ο προγραμματισμός τους ήταν για μια ολιγόχρονη εργασία στην Αμερική και επιστροφή στα πατρώα εδάφη με τα συγκεντρωθέντα χρήματα. Γι αυτό παρατηρούμε ότι από την Ελλάδα κατά κανόνα, έφευγαν μόνο άντρες, σε αντίθεση με ότι γινόταν με τους μετανάστες άλλων χωρών.

Από το Χωριό έφυγαν κυρίως νέοι άνθρωποι, ανύπαντροι οι περισσότεροι -αλλά όχι όλοι. Η λογική της προσωρινής διαμονής στις ΗΠΑ, πολλές φορές τους απέτρεπε από την προσπάθεια εκμάθησης της Αγγλικής γλώσσας, με αποτέλεσμα να προσλαμβάνονται ως ανειδίκευτοι, κυρίως στην επέκταση του σιδηροδρομικού δικτύου στην ενδοχώρα των ΗΠΑ-μια εργασία που ολοκληρώθηκε το 1916(21)- ή σε άλλες βαριές εργασίες, όπως τα ανθρακωρυχεία. Υπήρξαν ωστόσο, αρκετοί εξ αυτών, οι οποίοι παρέμειναν για πάντα στη καινούρια πατρίδα τους, ενώ ήταν και ορισμένοι που γύρισαν μεν προσωρινά, αλλά γρήγορα επανήλθαν, απογοητευμένοι από τις συνθήκες ζωής στο Χωριό. Ο μεγαλύτερος πάντως αριθμός μεταναστών από τον Άγιο Νικήτα, της περιόδου αυτής, επέστρεψε οριστικά, επένδυσε τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει σε αγροτικές καλλιέργειες (κυρίως ελαιόδεντρα) και απασχολήθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του στο τομέα αυτό. Προηγούταν–συνήθως- κάποιος γάμος με μια γυναίκα από την περιοχή και η δημιουργία της οικογένειας.

Εικόνα Νο10: Δείγματα αποδεικτικών μετανάστευσης στις ΗΠΑ, κατά το έτος 1907 των Χρήστου Φέτση(22) και Μιχαήλ Περδικάρη(23) από την ιστοσελίδα του ιδρύματος «The Statue of Liberty-Ellis Island Foundation (SOLEIF)» των ΗΠΑ

Παρ’ όλο που η γενιά αυτή δεν στερήθηκε τόσα, όσα η προηγούμενη, οι σκληρές συνθήκες στην ξενιτιά και στο χωράφι δεν τους άφηναν να παίρνουν ανάσα. Έβλεπαν ότι η εργασία αυτή ούτε ιδανική ούτε αποδοτική ήταν. Γι’ αυτό και τα παιδιά τους (που γεννήθηκαν την β΄ και γ΄ δεκαετία του αιώνα) φορείς όντες των εμπειριών των γονέων τους, επεδείκνυαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για σπουδές και μόρφωση αλλά και γενικότερα στην εξασφάλιση προϋποθέσεων για πνευματική εργασία. Η έφεσή τους αυτή, έφερε γρήγορα τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Με αφετηρία κυρίως την δεκαετία του ’30, μεγάλος αριθμός των νέων του χωριού στρεφόταν προς τα γράμματα. Δεν αρκούταν στην φοίτηση στο τοπικό δημοτικό σχολείο, αλλά συνέχιζαν στο Γυμνάσιο της πρωτεύουσας(24) και αργότερα, ακόμα πιο μακριά σε σχολές, ακαδημίες και πανεπιστήμια, εκτός νησιού. Η πρόοδός τους, συνήθως, ήταν δεδομένη, γιατί ήταν –κι αυτοί και οι οικογένειές τους- αποφασισμένοι να θυσιάσουν τα πάντα γι αυτό το σκοπό. Γι’ αυτό και οι λίγες περιπτώσεις αποτυχίας, συνοδεύονταν συχνά από ψυχολογική κατάρρευση των εμπλεκομένων -αναφέρεται εξ άλλου και περίπτωση αυτοκτονίας για τέτοιους λόγους, στο Χωριό τη δεκαετία του ‘30(25).

Η στροφή προς τα γράμματα, έφερε όμως παράλληλα και την εσωτερική μετανάστευση. Οι νέοι σπουδαστές και επιστήμονες, άνοιγαν τα φτερά τους για τα μεγάλα αστικά κέντρα όπου μπορούσαν να σπουδάσουν και να εργασθούν. Κάποιοι επέλεξαν κοντινούς προορισμούς (Λευκάδα, Κέρκυρα) και κάποιοι πιο μακρινούς, κυρίως Αθήνα. Όλες όμως οι μεγάλες Ελληνικές πόλεις πήραν μερίδιο από την φυγή αυτή. Στο Χωριό, παρέμενε- εκτός από τους γονείς, ένας γιός –συνήθως ο πρωτότοκος- ως υπεύθυνος της περιουσίας.

Η ερήμωση του Χωριού ολοκληρώθηκε με το δεύτερο μεγάλο ρεύμα μετανάστευσης που έπληξε την πατρίδα μας τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και μέχρι τα μέσα του ’70. Αυτή την φορά την τιμητική τους είχαν η Αργεντινή, ο Καναδάς, η Αυστραλία και στο τέλος η Δυτ. Γερμανία. Πάλι κι εδώ το κίνητρο ήταν, όπως και στις αρχές του αιώνα, οι ανάγκες βιοπορισμού των ανθρώπων, καθώς η μεταπολεμική Ελλάδα μαστιζόταν από την φτώχια και την ανεργία. Ωστόσο προστίθενται τώρα και πολιτικοί λόγοι, καθώς πολίτες με συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις, σίγουρα δεν αισθάνονταν ιδιαίτερα ασφαλείς την περίοδο αυτή. Αυτή την φορά όμως η μετανάστευση δεν λογίζεται σαν κάτι το προσωρινό, αλλά έχει ένα μόνιμο χαρακτήρα. Τον μετανάστη τον αποχαιρετάει όλο το χωριό και οι δικοί του τον κλαίνε, σαν να έχει ήδη συμβεί το μοιραίο! Εξ άλλου αυτή τη φορά συχνά δεν φεύγουν μόνο οι άντρες, αλλά πολλές φορές και ολόκληρες οικογένειες. Και αυτοί οι μοναχικοί άντρες οι οποίοι μετανάστευσαν αρχικά, δεν επέστρεψαν αυτή τη φορά στην πατρίδα, αλλά ακολουθήθηκαν από πλοία φορτωμένα με «νύφες», δηλαδή Ελληνίδες που μετακινήθηκαν στις χώρες υποδοχής με σκοπό να συναντήσουν τον μελλοντικό σύζυγο τους, από τον οποίο είχαν συνήθως απλά μία φωτογραφία του. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση το πλοίο «Begona» που στις 21/5/1957 αναχώρησε από τον Πειραιά για την Μελβούρνη μεταφέροντας 900 τέτοιες γυναίκες στην τοπική Ελληνική Κοινότητα, που αριθμούσε τότε 4000 μέλη(26).

Για την πλειοψηφία των ανθρώπων αυτών, η φυγή αυτή την φορά ήταν – πράγματι -οριστική. Οι ίδιοι οι μετανάστες αυτοί –οι μετανάστες α΄ γενιάς- καθώς και οι απόγονοί τους, στελεχώνουν σήμερα τις ακμάζουσες Ελληνικές παροικίες στις χώρες που αναφέραμε. Παράλληλα όμως διατηρούν τις επαφές και τις σχέσεις τους με την πατρίδα, επικοινωνώντας ή/και ταξιδεύοντας συχνά προς αυτήν, καθώς είναι πλέον εύκολο με την πρόοδο της τεχνολογίας.

Εικόνα Νο11: Έλληνες μετανάστες αναχωρούν για Αυστραλία (δεκαετία του ’50)

4. Άλλοι σημαντικοί παράγοντες και γεγονότα που επηρέασαν τη ζωή στο Χωριό

α. Η φυματίωση:

Η έξαρση της φυματίωσης στη Χώρα μας, η οποία παρατηρήθηκε στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα(27) επηρέασε και το Χωριό. Οι κλιματικές συνθήκες της περιοχής και ειδικότερα η αυξημένη υγρασία που οφείλεται στη θέση του Χωριού (μηδενικό υψόμετρο, δίπλα στη θάλασσα, μέσα σε κοίτη χειμάρρου)(28) είναι γνωστό ότι ευνοούν την επιβίωση των παθογόνων μικροοργανισμών που προκαλούν τη νόσο αυτή(29). Από το αρχειακό υλικό της κοινότητας Αγίου Νικήτα, επιβεβαιώνεται άλλωστε, ότι οι θάνατοι που καταγράφονταν στο Χωριό την δεκαετία του ‘20, οφείλονταν κυρίως στην φυματίωση(30) . Είναι γνωστό ότι οργανωμένη περίθαλψη στο τομέα αυτό στην Ελλάδα, έχουμε κυρίως μετά την δεκαετία του ’30, ενώ τα αντιβιοτικά που καταπολέμησαν το παθογόνο παράγοντα -το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης(31)- κυκλοφόρησαν στη Χώρα μας την δεκαετία του ’40. Μέχρι τότε, η αρρώστια και στη περιοχή έμοιαζε ανίκητη.

Εικόνα No12: Ληξιαρχική πράξη θανάτου της Σαπφώς Βερυκίου(32 )από φυματίωση (1928)

β. Οι πολεμικές συγκρούσεις:

Ασφαλώς ο 20ος αιώνας υπήρξε αιώνας των τεχνολογικών εξελίξεων, της μεγάλης κοινωνικής προόδου και των επαναστάσεων που άλλαξαν τον κόσμο. Συγχρόνως όμως υπήρξε και αιώνας των ατελείωτων πολέμων(33). Για τη Χώρα μας ήταν μια περίοδος σφοδρών κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων: Η αυγή του αιώνα την βρήκε ηττημένη κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και μετά από μικρή περίοδο ειρήνης, ήρθαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13), η Μικρασιατική καταστροφή, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, μια σκληρή δικτατορία, ο Εμφύλιος και η Χούντα. Ο Άγιος Νικήτας με τους κατοίκους του, συμμετείχε σε όλα αυτά τα γεγονότα και, ενδεχομένως, το καταβληθέν τίμημα σε έμψυχο και άψυχο υλικό να ήταν δυσανάλογο με ό,τι αντιστοιχούσε σε ένα μικρό απομονωμένο χωριό στα όρια της επικράτειας. Το μνημείο των πεσόντων στο Χωριό μπορεί να είναι σήμερα κενό, όμως υπάρχουν αρκετά ονόματα κατοίκων του που θα μπορούσαν επάξια να χαραχθούν στη μαρμάρινη επιφάνειά του. Έστω και έτσι όμως σήμερα, αντιστοιχεί με ένα μνημείο αφιερωμένο σε ένα ολόκληρο χωριό, σε όλους αυτούς που έζησαν αυτά τα δύσκολα χρόνια στη περιοχή και πάλευαν για την επιβίωσή τους, αγωνιζόμενοι συγχρόνως με τους λοιπούς συμπατριώτες τους για την ευημερία του τόπου(34)[…..]

Αξιοσημείωτη επίσης, υπήρξε η δράση του Ελληνικού υποβρυχίου «Παπανικολής», κατά την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Νικήτα. Χρησιμοποιώντας –σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων- ως ορμητήριο την βραχονησίδα «Σέσουλα», κατόρθωσε να βυθίσει στην περιοχή, τρία Ιταλικά πλοία, σε απόσταση 7-11 μιλίων από τη στεριά(37).

Κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, αξιοσημείωτο γεγονός συνδεόμενο με το Χωριό υπήρξε ο θάνατος του Λευκαδίτη καπετάνιου του ΕΛΑΣ, Πάνου Γιαννούλη (1911-1947), ο οποίος χτυπήθηκε από σφαίρα και χάθηκε στη θάλασσα, όταν συνελήφθη σε μια προσπάθεια διαφυγής του από τις φιλοκυβερνητικές δυνάμεις και ενώ επιχειρούσε να βρει καταφύγιο στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Νικήτα, την 19/06/1947. Το πτώμα του βρέθηκε 5-6 μέρες αργότερα, στη περιοχή του Κάστρου της «Αγίας Μαύρας». Υπεύθυνος για την παράδοσή του αντάρτη στους διώκτες του, θεωρήθηκε ο ιδιοκτήτης ενός ψαροκάικου, Γεώργιος Ρεμπούσκος(38), ο οποίος αρχικά περισυνέλλεξε τον Γιαννούλη από την θάλασσα και ανέλαβε να τον μεταφέρει στο Χωριό. Θεωρείται- από τους συντρόφους του αγωνιστή -ότι ο ίδιος ο πλοιοκτήτης τον κατέδωσε στη συνέχεια στις αρχές(39), αλλά οι οικείοι του Ρεμπούσκου ισχυρίζονται ότι το ψαροκάικο εντοπίστηκε και έπεσε στα χέρια των αρχών, μετά από τυχαία περιπολία(40).

γ. Οι σεισμοί:

Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα, σημαντικοί σεισμοί έπληξαν την περιοχή, προκαλώντας σημαντικές καταστροφές στην κινητή και ακίνητη περιουσία των κατοίκων, ξεσπιτώνοντας τους, ταλαιπωρώντας τους και οδηγώντας τους πολλές φορές σε απόγνωση. Οι σημαντικότεροι σεισμοί σημειώθηκαν την 27/11/1914, την 22/4/1948 και την 30/6/1948 οι οποίοι είχαν ισχύ 6,6R/ 6,5R /6,4R αντίστοιχα. Ο σεισμός της 27/11/1914, επηρέασε κυρίως την Δυτική πλευρά του νησιού της Λευκάδας προκαλώντας προβλήματα στη σύνδεση του Χωριού με την πρωτεύουσα, καθώς προκλήθηκαν κατολισθήσεις και μεγάλα ρήγματα (μήκους έως 3km) στον οδικό αυτό άξονα. Εμφανίσθηκε κύμα βαρύτητας(41), ύψους 2-3m και οι νεκροί στη περιοχή ανήλθαν στους δεκαέξι.(42)

Εικόνα Νο13: Απόσπασμα από την εφημερίδα «Εμπρός» της 29/11/1914, όπου αναφέρεται ότι ο τελωνοφύλακας του Χωριού, αγνοείται μετά τον ισχυρό σεισμό της 27/11/1914(43)

Από τους δύο σεισμούς του 1948, το Χωριό επηρέασε κυρίως ο δεύτερος, του οποίου τα θύματα στο Νησί ανήλθαν σε επτά άτομα, ενώ υπήρξαν και 100 τραυματίες. Μεγάλες κατολισθήσεις παρατηρήθηκαν τότε, στη περιοχή «Πευκούλια», περίπου 3km Β του Χωριού(44). Να σημειωθεί ότι η ένταση του σεισμικού φαινομένου ήταν τέτοια που -όπως αναφέρθηκε- το ατμόπλοιο «Λουσίντα»(45) που παρέπλεε στις βόρειες ακτές του Νησιού, σε σήμα του προς τις αρχές που εστάλη με τον ασύρματο, ανέφερε ότι η Λευκάδα καταποντίστηκε! Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι ισχυρός σεισμός (5,9R), έγινε στην περιοχή και τον Οκτώβριο του 1973, χωρίς όμως να προκαλέσει ανθρώπινα θύματα και τραυματίες.

Εικόνα Νο14: Λευκάδα 1948. Μετά το σεισμό

5. Η στροφή προς το τουρισμό. (Η αναζωογόνηση του Χωριού)

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, υπήρξε μια σταδιακή μεταβολή στο είδος της απασχόλησης των κατοίκων του Χωριού. Οι παραδοσιακές εργασίες (ελαιοκαλλιέργεια και αλιεία) ασκούταν ουσιαστικά από μικρό αριθμό και κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας κατοίκους του Χωριού, ενώ οι νεώτερες γενιές, ακολουθώντας μια τάση που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στην περιοχή και ευρύτερα στη Χώρα μας(46) και εκμεταλλευόμενοι το φυσικό κάλλος της περιοχής, στράφηκαν προς τον τουρισμό. Παράλληλα νέα πρόσωπα εισήλθαν στον οικισμό –αν και διαμένοντας συχνά μόνο προσωρινά σ’ αυτόν- προκειμένου να απασχοληθούν στον τομέα του τουρισμού. Τέλος, ένας σημαντικός αριθμός ατόμων από άλλες περιοχές, σε ορισμένες περιπτώσεις και εκτός Χώρας, κατασκεύασαν και λειτούργησαν παραθεριστικές κατοικίες στη περιοχή.

Παρ’ όλο που υπήρξαν κάποια πρόωρα βήματα στον τομέα αυτόν(47), η αλλαγή στην απασχόληση των κατοίκων, κατέστη εφικτή, αμέσως μετά την πτώση από την εξουσία της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα (1974) και την κατασκευή της οδικής αρτηρίας που συνέδεσε το Χωριό με την Λευκάδα -μέσω Τσουκαλάδων- από τις «Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκρότησης» (ΜΟΜΑ) του Ελληνικού Στρατού(48), ένα έργο που διευκόλυνε την πρόσβαση των επισκεπτών στο Χωριό και στις δημοφιλείς αμμώδεις παραλίες, στα ΒΔ του νησιού. Σημαντικός παράγων για την εξέλιξη αυτή ασφαλώς υπήρξε και το γεγονός ότι κατά την ίδια περίοδο (1976) συνδέθηκε οδικά το Χωριό, με τα ορεινά χωριά της κεντρικής Λευκάδας (Σφακιώτες, Καρυά κ.λ.π.). Τέλος καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή αυτή, διαδραμάτισε και η ανακήρυξη του Χωριού ως παραδοσιακού οικισμού, το 1978.(49)

Εικόνα Νο15: Η εξέλιξη του πληθυσμού του –μη τουριστικού- χωριού «Δρυμώνας», σύμφωνα με τις επίσημες απογραφές

Στην παραπάνω εικόνα, φαίνεται η εξέλιξη του πληθυσμού του γειτονικού χωριού «Δρυμώνας». O Δρυμώνας, επιλέχθηκε από τα γειτονικά χωριά καθώς είναι ένα ορεινό και συνεπώς μη τουριστικό χωριό. Στο διάγραμμα παρατηρούμε μια συνεχή μείωση του πληθυσμού μέχρι το τέλος του αιώνα. Συγκρίνοντάς το με το αντίστοιχο διάγραμμα για τον Άγιο Νικήτα (εικόνα Νο 9), εύκολα συμπεραίνουμε ότι η άνοδος του πληθυσμού η οποία εμφανίζεται στον Άγιο Νικήτα προς το τέλος του αιώνα, συμπίπτει με την στροφή προς τον τουρισμό και ασφαλώς οφείλεται σ’ αυτήν.

Στο τέλος του 20ου αιώνα, το χωριό του Αγίου Νικήτα και οι γειτονικές παραλίες της Δυτικής Λευκάδας, είχαν εξελιχθεί σε σημεία επίσκεψης και αναψυχής χιλιάδων τουριστών, προκαλώντας κατακόρυφη αύξηση του αριθμού και του μεγέθους των επιχειρήσεων διαμονής και εστίασης στη περιοχή, οι οποίες έχουν μεγάλη συνεισφορά στο τουριστικό προϊόν του Νησιού.(50) Το γεγονός αυτό καθώς και η προαναφερθείσα ανάπτυξη του οδικού δικτύου προς την πρωτεύουσα και τα χωριά της κεντρικής Λευκάδας, τερμάτισε οριστικά την περίοδο της απομόνωσης του Χωριού και το κατέστησε ξανά επίκεντρο των δραστηριοτήτων της περιοχής, τουλάχιστο κατά τους θερινούς μήνες, κατά τους οποίους αποτελεί κοσμοπολίτικο στέκι, με απήχηση όχι μόνο στη περιοχή, αλλά και σε ολόκληρη την Δυτική Ελλάδα […]

Εικόνα No16: Οι τουριστικοί οδηγοί που εκδίδονται μετά το 1990, συμπεριλαμβάνουν συνήθως και το Χωριό, καθώς θεωρείται, από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της περιοχής

Σ’ αυτή την γωνιά της «πατρώας γης», ο χρόνος μοιάζει να κάνει κύκλους. Ο Άγιος Νικήτας, το σημαντικότερο εμπορικό κέντρο της Δυτ. Ακτής της Λευκάδας στα 1900, έγινε ένα ασήμαντο απομονωμένο χωριό, χωρίς οδική σύνδεση στη δεκαετία του 1960 για να αναδειχθεί πάλι σε κοσμοπολίτικο κέντρο της περιοχής την δεκαετία του 1990. Μοιάζει να ακολουθεί μια πορεία, όμοια με την πορεία των μεγάλων κυμάτων, που σαρώνουν αδιάκοπα τα αμμουδερά ακρογιάλια του και χτυπούν βίαια τους αιώνιους βράχους των ακτών του:

ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ  (απόσπασμα)(51)

«Απάτητοι βράχοι, σπηλιές πελαγίσιες
Λευκά περιστέρια και γλάροι
Και φλοίσβοι απαλοί σ΄αμμουδιές παραδείσιες
Και νύχτες γεμάτες σιωπή και φεγγάρι.
Το Ιόνιο γαλάζια λεωφόρος του ονείρου
Μεγαλόπρεπο θάμπος κι αγέραστα νιάτα
Ανάερες πέρα οι κορφές κολυμπούν της Ηπείρου
Κι ασπρίζουνε πίσω οι βράχοι του γέρο – Λευκάτα.»

Εικόνα Νο17: Αγρότες μετακινούν τα προϊόντα τους στη διαδρομή Άγιος Νικήτας- Λευκάδα, το έτος 1965(52)

Για τις παραπομπές καθώς και το παράτημα της εργασίας πατήστε [ΕΔΩ]

Προηγουμενο αρθρο
Οι πλειστηριασμοί του Τσίπρα
Επομενο αρθρο
Μαριάννα Σταύρακα: Μας δημιουργεί τεράστια ερωτηματικά η παρέμβαση στους εκλογικούς καταλόγους

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *