HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤο χωριό «Άγιος Νικήτας» τον 19o αιώνα

Το χωριό «Άγιος Νικήτας» τον 19o αιώνα

Του Αντώνη Γ. Περδικάρη

Ο «Άγιος Νικήτας» είναι σήμερα το μοναδικό παραλιακό χωριό της Δυτικής Λευκάδας και έχει μια σχετικά σύντομη ιστορία ύπαρξης, συγκρινόμενη με τα άλλα γειτονικά ορεινά χωριά της περιοχής (Τσουκαλάδες, Δρυμώνας, Εξάνθεια, Καλαμίτσι). Το χωριό δεν υπήρχε τον 17ο αιώνα επί Τουρκοκρατίας(1) , δεν υπήρχε τον 18ο αιώνα επί Ενετοκρατίας (καθώς δεν εμφανίζεται στις απογραφές του 1760(2) και του 1788)(3)), δεν αναφέρεται ως οικισμός κατά την απογραφή του 1825 (αρχή της Αγγλοκρατίας) ενώ αντίθετα αποτελεί χωριό ενταγμένο στο «Δήμο Εξανθείας» της «Επαρχίας Λευκάδος», ο οποίος έκανε έναρξη λειτουργίας το 1866, ουσιαστικά με την υπαγωγή της Νήσου στο Βασίλειο της Ελλάδος (1864)(4).

Της ίδρυσης του χωριού αυτού, είχε προηγηθεί η ίδρυση του γειτονικού χωριού «Δρυμώνας» (ονομαζόταν τότε «Κάτω Εξάνθεια») η οποία έγινε σε γειτονική ορεινή περιοχή ΝΑ του Αγίου Νικήτα. Το γεγονός προσδιορίζεται χρονικά στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα, καθώς κατά τις απογραφές των Ενετών που έλαβαν χώρα το 1760 και το 1788, ο «Δρυμώνας» εμφανίζεται μόνο στη τελευταία, με 127 κατοίκους. Αμέσως μετά, κατά την πρώτη απογραφή(1825) της περιόδου της Αγγλοκρατίας, παρατηρείται σημαντική αύξηση του πληθυσμού του «Δρυμώνα», σε ποσοστό 107,09% σε σχέση με το 1788. Σημαντικές όμως αυξήσεις έχουμε κατά την περίοδο αυτή και στους πληθυσμούς των άλλων παλαιότερων γειτονικών ορεινών χωριών της περιοχής (:Τσουκαλάδες 81,69%, Εξάνθεια 59,02%, Καλαμίτσι 56,01%)(5).

Φαίνεται συνεπώς, ότι υπήρχε αυξημένο ενδιαφέρον για εγκατάσταση στην ευρύτερη περιοχή του Αγίου Νικήτα κατά την περιγραφείσα περίοδο, είτε από κατοίκους άλλων περιοχών του Νησιού, είτε από εποίκους που ενδεχομένως εισήλθαν σ’ αυτό, από τα γειτονικά Τουρκοκρατούμενα εδάφη(6). Ωστόσο η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού στο Δρυμώνα, είναι η πιο σαφής ένδειξη της τάσης αυτής, γιατί είναι σήμερα γνωστό, ότι ο «Άγιος Νικήτας» δημιουργήθηκε κατά βάση, από πρώην κατοίκους του «Δρυμώνα» που σταδιακά εγκαταστάθηκαν εκεί(7).

Λευκαδίτης χωρικός /Τέλη 19ου αιώνα
Χωρική της Λευκάδας, με τα ρούχα της εργασίας της

Το αυξημένο αυτό ενδιαφέρον, μπορεί θεωρητικά να αποδοθεί, στη μεγάλη ζήτηση γης για την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας, εφ’ όσον είναι γνωστό ότι κατά την περίοδο της «Αγγλικής Προστασίας» (1810-1864), οι Άγγλοι, σε αντίθεση με τους Ενετούς, επέδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για το προϊόν αυτό του Νησιού και μάλιστα η τότε κυβέρνηση της Επτανήσου με ειδικό νόμο του 1818, είχε καταργήσει την φορολογία του(8). Η περιοχή του «Αγίου Νικήτα» ερημική και ακαλλιέργητη, όπως την περιγράφουν οι περιηγητές της εποχής(9), μπορούσε να αξιοποιηθεί για το σκοπό αυτό από νέους ανθρώπους που είχαν τη δύναμη και την θέληση να την εκχερσώσουν και να καλλιεργήσουν σ’ αυτήν, την περιζήτητη (και τότε) τοπική ποικιλία με την ονομασία «βαρτζαμί» (vertzami)(10).

Το γιατί αυτό έγινε αρκετά αργότερα σε σχέση με τις γειτονικές ορεινές περιοχές, οφείλεται προφανώς στην γενικότερη ανασφάλεια των παραθαλάσσιων περιοχών, εξαιτίας του φαινομένου της πειρατείας, το οποίο όμως στις αρχές του 19ου αιώνα, με την συμβολή των Άγγλων κατακτητών, ουσιαστικά εξαλείφθηκε. Συγκεκριμένα είναι γνωστό ότι το νησί της Λευκάδας, παλαιότερα – κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας- θεωρούταν τόπος συγκέντρωσης των πειρατών και ότι οι μετέπειτα κυρίαρχοι Ενετοί, παρ’ όλο που την επικαλέσθηκαν ως αφορμή για την κατάληψη της νήσου, ουσιαστικά διέθεσαν για την καταδίωξή τους μόνο λίγα πλοία κι’ αυτά σε κακή κατάσταση(11). Ακόμα και στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν θεωρητικά το πρόβλημα της ασφάλειας στις παράλιες περιοχές είχε λυθεί, ο Σκωτσέζος ιστορικός George Finlay αναφέρει: «Ακόμη και σήμερα οι ηπειρωτικές ακτές και τα νησιά της Ελλάδας, όταν τα βλέπεις από τη στεριά, παρουσιάζουν την έρημη εικόνα, που τους επιβλήθηκε από τους πειρατές τον 16ο και τον 17ο αιώνα.»(12)

Προκειμένου να προσδιοριστεί ακριβέστερα η χρονική στιγμή της ίδρυσης του χωριού, θα πρέπει να προσφύγουμε σε πηγές της εποχής. Ωστόσο, είναι προφανές ότι η δημιουργία του, δεν είναι δυνατόν να έγινε από την μια στιγμή στην άλλη. Αντίθετα, είναι βέβαιο, ότι η κατασκευή των νέων οικοδομών και των απαραιτήτων υποδομών, ώστε να γίνει εφικτή μετακίνηση ή σχηματισμός νέων νοικοκυριών, θα έγινε σε βάθος χρόνου. Πιθανότατα, σε ένα πρώτο στάδιο, οι πρώτοι καλλιεργητές της περιοχής διέθεταν μόνιμη κατοικία σε ένα γειτονικό ορεινό χωριό (στη προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, κατά βάση στο Δρυμώνα) και κατασκεύαζαν αποθήκες των προϊόντων τους ή και πρόχειρες κατοικίες (καλύβες) στη περιοχή, ώστε να διαμένουν εκεί, αν η εργασία τους το απαιτούσε. Σταδιακά, οι καλύβες αυτές εξελίχθησαν σε κατοικίες και έτσι δημιουργήθηκε το χωριό.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί(13) υπάρχει από τις αρχές της 3ης δεκαετίας του 19ου αιώνα η περιγραφή της περιοχής του χωριού, απ’ όπου προκύπτει ότι η περιοχή ήταν ακατοίκητη. Συγκεκριμένα ο Ιρλανδικής καταγωγής βοηθός χειρουργός του Βρετανικού στρατού William Goodison (ή Goodisson) που υπηρετούσε στη Κέρκυρα, διερχόμενος περί το 1820 από την Β.Δ. Λευκάδα προκειμένου να επισκεφτεί τα διάσημα τότε ερείπια του ναού του Απόλλωνος στο ακρωτήριο Λευκάτας (πήδημα της Σαπφούς) άφησε στο σύγγραμμα του που εκδόθηκε λίγο αργότερα την εξής περιγραφή:

«Σχεδόν στην κορυφή του βουνού, σε απόσταση περίπου μιας ώρας από την πόλη, εμφανίζεται στα δεξιά μας το χωριό Τσουκαλάδες, ένα χωριό με σχεδόν διακόσιους κατοίκους. Το χωριό αυτό και όλα τα χωριά κατά μήκος αυτής της οδού, είναι εξαιρετικά εύφορα.

Το βουνό που βρισκόμαστε είναι καλυμμένο με αειθαλείς θάμνους, όπως μαστίχα, μυρτιά, και κουμαριές, οι τελευταίες με τα όμορφους καρπούς τους που ονομάζονται «κούμαρα» από τους ντόπιους και την εποχή αυτή έχουν ωριμάσει πλήρως. Λίγα δέντρα, ψηλά κυπαρίσσια και ελιές διάσπαρτα εμφανίζονται και συστάδες και μπαλώματα με πράσινο χορτάρι που τώρα μόλις αρχίζει να φυτρώνει. Από αυτό το υψόμετρο μπορούμε εύκολα να αγναντέψουμε, τους Παξούς και τη Κέρκυρα.

Συμπληρώνοντας μιάμιση ώρα πορείας από την πόλη της Αγίας Μαύρας, ο δρόμος κατηφορίζει και πάλι προς τη θάλασσα. Εδώ βλέπουμε ένα απότομο γκρεμό στα δεξιά μας, από την επιφάνεια του οποίου μοιάζουν να ξεπετάγονται, με αυθάδεια λες, οι κορυφές των πεύκων καθώς ο κορμός τους και οι ρίζες τους δεν διακρίνονται, κρυμμένες από το παχύ φύλλωμα τους, το οποίο, σε αυτό το σημείο, καταλαμβάνει ολόκληρο το οπτικό μας πεδίο. Η θάλασσα φαίνεται πέρα χαμηλά, να μουγκρίζει σε βάθος ίσως και 300 μέτρα κάτω από τα πόδια μας, με τα κύματα να σπάζουν αφήνοντας μια ασημένια γραμμή κατά μήκος της παραλίας. Αυτή η σκηνή μπορεί να γίνει αρκετά πιο εντυπωσιακή αν φυσήξει ένας δυνατός Βοριάς ή έστω και ασθενής Δυτικός άνεμος οπότε οι διαδοχικοί κτύποι από τα μακρινά κύματα που σπάζουν στη παραλία δημιουργούν μια εξαιρετική αίσθηση. Μια αίσθηση που οφείλεται ίσως στον ασυνήθιστο συνδυασμό της εικόνας της απόστασης και ύψους, που έρχεται συγχρόνως με ένα μεγάλο πλήθος νέων εμπειριών.

Μετά από κατάβαση μισής ώρας μέσω ενός απότομου και επικίνδυνου μονοπατιού, επιβραβεύονται οι κόποι μας καθώς καταλήγουμε κάτω στη αμμουδερή όμορφη παραλία, και ακολουθεί μια ευχάριστη βόλτα μισής ώρας στη ξηρά, παράλληλα στην ακτογραμμή.

Μεγάλα κομμάτια βράχων που έχουν πέσει από το βουνό υπάρχουν σκόρπια στην παραλία, και δίνουν υπέροχη αίσθηση στο σκηνικό. Το Καλαμίτσι, το επόμενο χωριό που συναντάμε, έχει περίπου εκατό σπίτια και πεντακόσιους κατοίκους.»(14)

Από την ως άνω περιγραφή προκύπτει ότι ο Goodison το 1820 αναφέρει ότι δεν υπάρχει κανένα χωριό στη Δυτική πλευρά του νησιού μεταξύ Τσουκαλάδων και Καλαμιτσίου, ενώ η πορεία του μέσω της παραλίας του χωριού (που την περιγράφει ως εντυπωσιακή) και των κυριοτέρων μονοπατιών που πιθανότατα θα έκαναν χρήση οι πρώτοι κάτοικοι, ήταν μια πορεία μοναχική. Ο ίδιος όμως συγγραφέας δημοσιεύει στο σύγγραμμα του ένα χάρτη του νησιού(15) όπου στη Δυτική ακτογραμμή, μεταξύ Τσουκαλάδων και Καλαμιτσίου, σημειώνεται η ένδειξη «S. Nichiti». Θεωρώ τόσο από την χρήση της ονομασίας αυτής όσο και από το γεγονός ότι του υποδείχθηκε (προφανώς από γνώστες της περιοχής) για την πορεία του προς τον Λευκάτα, να επιλέξει την συγκεκριμένη διαδρομή, ότι είχε αρχίσει να αναπτύσσεται το ενδιαφέρον για την εκμετάλλευση της περιοχής. Είναι επίσης πιθανόν να είχαν ήδη εγκατασταθεί κάποιος μικρός αριθμός κατοίκων, χωρίς όμως να έχουν ακόμη μόνιμες εγκαταστάσεις ή δεν είχαν αποτελέσει αυτές, ένα παρατηρήσιμο οικιστικό πυρήνα, που θα κινούσε το ενδιαφέρον του περιηγητή.

Goodisson «Χάρτης της Αγίας Μαύρας» 1822

Δεν είναι γνωστή σήμερα κάποια άλλη άμεση μαρτυρία για την περιοχή, κατά την περίοδο αυτή. Όμως παρατηρώντας άλλους χάρτες της εποχής μπορούμε να αντλήσουμε επί πλέον πληροφορίες. Στο σημείο αυτό θα κάνω χρήση δύο ακόμη χαρτών του νησιού. Ο πρώτος προέρχεται από τον Jean-Baptiste Geneviève Marcellin Bory de Saint-Vincent (1778-1846) o οποίος υπήρξε Γάλλος στρατιωτικός γιατρός και συγγραφέας και δημοσιεύθηκε το 1823(16). Ο δεύτερος προέρχεται από το Αγγλικό Ναυαρχείο, προς χρήση του Βρετανικού στόλου στη Μεσόγειο και είναι χάρτης της ευρύτερης περιοχής, απ’ όπου απομονώθηκε η Λευκάδα και φέρει χρονολογία 1830(17). Μία σύγκριση των δύο χαρτών, αποδεικνύει, ότι ενώ ο πρώτος είναι πολύ πιο λεπτομερής από τον δεύτερο εν τούτοις δεν εμφανίζεται σε αυτόν χωριό «Άγιος Νικήτας». Ο δεύτερος παρ’ όλο που είναι λιγότερο ακριβής, ως χάρτης της ευρύτερης περιοχής και όχι χάρτης αποκλειστικά της Λευκάδας, εμφανίζει στην Δυτική ακτογραμμή την ονομασία «S. Nikita». Μια λογική εξήγηση αυτού του γεγονότος, είναι ότι στον πρώτο χάρτη το χωριό δεν καταγράφεται γιατί δεν υπήρχε, ενώ στον δεύτερο (7 έτη αργότερα) καταγράφεται, γιατί είχε πλέον δημιουργηθεί.

Jean-Baptiste Geneviève Marcellin Bory de Saint-Vincent:χάρτης Λευκάδας 1823
Χάρτης Λευκάδας του Βρετανικού ναυτικού (1830)

Έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε στο σημείο αυτό, τις πληροφορίες που υπάρχουν για την ίδρυση του Χωριού, οι οποίες προέρχονται, τόσο από την πλευρά των κατοίκων του, όσο και από την πλευρά της πολιτείας, καθώς μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν, τα δεδομένα που έχουμε από τους ξένους περιηγητές. Ως πηγές γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιήθηκαν δημοσιευμένα κείμενα κατοίκων της περιοχής, αλλά και δημοσιευμένα έγγραφα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι όμως σίγουρο ότι υπάρχει πολύ ακόμα αναξιοποίητο υλικό, ιδίως στα κρατικά αρχεία, το οποίο αν κάποτε επεξεργασθεί, θα βοηθήσει ουσιαστικά στη ολοκληρωμένη μελέτη και της περιόδου αυτής.[…]

Συνοψίζοντας τα στοιχεία από τις τοπικές πηγές, σχηματίζουμε τον παρακάτω πίνακα με τα 4 σημερινά επίθετα(18) των μονίμων κατοίκων του Χωριού, με την πιθανή χρονολογία μετακίνησης του πρώτου εποίκου:

α/αεπίθετοΠαλαιότερη πιθανή χρονολογία μετοίκησης
1Βερύκιος1830
2Περδικάρης1815
3Φέτσης1815
4Φίλιππας1820

Παρατηρείται συνεπώς, σε γενικές γραμμές, ταύτιση των πληροφοριών που προέρχονται από τους εξωτερικούς παρατηρητές και από τις τοπικές πηγές, όσον αφορά την ίδρυση του χωριού «Άγιος Νικήτας». Το Χωριό μοιάζει να ολοκληρώνεται ως οικισμός μετά το 1830, όταν σταδιακά εγκαταστάθηκε εκεί, η πλειοψηφία των οικογενειών που επρόκειτο να αποτελέσουν τον πυρήνα των μονίμων κατοίκων του και η χρονολογία αυτή ταυτίζεται ουσιαστικά με τη χρονολογία κατά την οποία άρχισε το Χωριό να εμφανίζεται και στους επίσημους χάρτες. Όμως επειδή ακριβώς η εγκατάσταση αυτή ήταν σταδιακή, οι πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι του Χωριού είχαν εγκατασταθεί αρκετά νωρίτερα, πιθανότατα γύρω στα 1815.

Αναφερόμαστε πάντοτε στους κατοίκους του παραλιακού οικισμού του Αγίου Νικήτα, στη σημερινή του θέση, διότι με δεδομένο ότι το γειτονικό χωριό Δρυμώνας εμφανίζεται επισήμως στις απογραφές μετά το 1788 (βλ. ανωτέρω) και εικάζεται ότι οι πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι του αφίχθηκαν προ του 1700(19), είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι αυτοί στο μεταξύ, ασκούσαν κάποια παραγωγική δραστηριότητα στη περιοχή. Η ύπαρξη μάλιστα παλαιών ερειπίων πέτρινων κτισμάτων, σε ιδιοκτησίες κατά μήκος του παλαιού μονοπατιού που συνδέει τα δύο χωριά, αποδεικνύει ότι υπήρχε και κάποιου είδους μόνιμης εγκατάστασης στη περιοχή. Δεν είναι όμως σπίτια δίπλα στη θάλασσα, είναι σπίτια μη ορατά από την ακτή και δεν σχετίζονται με το όνομα του χωριού. Αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά στο παρακάτω έγγραφο του 1788 (εικόνα 5) που δημοσίευσε ο κ. Διονύσιος Κοντογιώργης το 2013(20) και στο οποίο αναγράφονται τα εξής:

Το έγγραφο από το βιβλίο του Δ.Δ. Κοντογιώργη «Ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα στο χρόνο»

«1788 Δικεβριου 25 Την σήμερον (…δυσανάγνωστο) κατωθεν βεβεωσἀμενοι προσταγμενοι με το προσκυνητό (;;) μἀντατο πήγαμε εις ένα κομἀτι χωράφι του Σπύρου Φίλιππα εις τόπον λεγόμενον εις του Ξαθεἱτη κείμενο εις το κάτω χωριό(21) και καλά θεωροὑ(μενοι;;) εγνωρἱοαμε με φόβον Θεοῦ και με τον όρκον μας να εἱνε ζημία από πράματα λιανἀ σμιγό τεταρτια 8. ᾿Ετζι εγνωρἰσαμε και βεβαιὠνομε….. Φίλιππας βεβαιὠνω διὰ όνομα του Αντριἀ Περδικαρη μην ηξέροντας να γραφει ως γέροντας- Παναγιὠτης Φετζης βεβαιὡνω δια όνομα του Αντὠνη μην ηξἐροντας να γράψει ως (κοντὀσταυλος(22);;)»

Σύμφωνα με το παραπάνω κείμενο, από την εποχή της Ενετοκρατίας (1788)(23) στο χωριό «Δρυμώνας» μιλούσαν για δύο χωριά, εκ των οποίων το «κάτω χωριό», βρισκόταν προφανώς στη σημερινή περιοχή του Αγίου Νικήτα, ένα συμπέρασμα που προκύπτει, όχι μόνο γιατί γεωγραφικά έτσι ταιριάζει (μικρότερο υψόμετρο), αλλά και από το γεγονός ότι η αναφερόμενη περιοχή (Ξαθεἱτη) είναι περιοχή κοντά στον Ά γιο Νικήτα (περίπου 3 km Ανατολικά) και ανήκει και σήμερα στην περιφέρειά του. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι στο έγγραφο αυτό εμπλέκονται τα 3 από τα 4 επώνυμα των σημερινών μονίμων κατοίκων του Αγίου Νικήτα, ήτοι Φέτζης (σημ. Φέτσης)(24), Περδικάρης(25) και Φίλιππας(26) που αποδεικνύει ότι από τότε οι οικογένειες αυτές είτε επεδείκνυαν ενδιαφέρον είτε είχαν ήδη ιδιοκτησίες στη περιοχή, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν αργότερα σε μόνιμη εγκατάσταση.

Πώς από το «Κάτω Χωριό» της Ενετοκρατίας, φθάσαμε όμως στον « Άγιο Νικήτα» της Αγγλοκρατίας;

Καθοριστική γι’ αυτή την «μετάλλαξη» υπήρξε όπως περιγράφηκε η οικοδόμηση και η μόνιμη εγκατάσταση κατοίκων, στην παράκτια περιοχή του κόλπου του Αγίου Νικήτα, η οποία προσδιορίζεται περί το 1815. Ο νέος οικισμός, φαίνεται ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1830 κατάφερε να ενσωματώσει και να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων της περιοχής (γεωργούς από το «Κάτω Χωριό»), νέους εποίκους από το χωριό «Δρυμώνας» και πιθανότατα κατοίκους άλλων οικισμών του Νησιού που έψαχναν μια καλύτερη τύχη.

Κίνητρο για την δημιουργία του, όπως αναφέρθηκε, ήταν ύπαρξη ακαλλιέργητων εκτάσεων που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή κρασιού, μέσα στο ασφαλές περιβάλλον που δημιουργούταν πλέον στις παράκτιες περιοχές, λόγω της κυριαρχίας του Αγγλικού στόλου. Πέραν όμως της συνθήκης αυτής, στην επιλογή του χώρου συνέβαλε ασφαλώς, η παρουσία τρεχούμενου νερού στην περιοχή, γνωστή από τον 16ο αιώνα(27), καθώς και η δυνατότητα που δινόταν στους κατοίκους για απασχόληση με εργασίες σχετιζόμενες με το υγρό στοιχείο, και εδώ αναφερόμαστε όχι απαραίτητα στην πρωτογενή παραγωγή (αλιεία), αλλά κυρίως με στην παροχή υπηρεσιών μεταφοράς του πολύτιμου προϊόντος της αγροτικής παραγωγής της περιοχής (κρασιου), προς τους καταναλωτές του (π.χ. Λευκάδα, Πρέβεζα, Κέρκυρα και πόλεις της Δυτ. Ευρώπη) δια της θαλάσσιας οδού, καθώς οι χερσαίες μεταφορές ήταν τότε ανύπαρκτες.

Θα ήταν δυνατόν περιγραφικά να ειπωθεί, ότι το Χωριό ξεκίνησε περί το 1815 ως ένας οικισμός φτωχών αγροτών, στη προσπάθειά τους να αναπτύξουν την αμπελοκαλλιέργεια σε νέα εδάφη και σταδιακά εξελίχθηκε σε ένα εμπορικό επίνειο των γύρω ορεινών χωριών της περιοχής. Η ακμή του διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, αλλά πριν καν τα μέσα του 20ου αιώνα, λόγω των διαδοχικών αμπελουργικών κρίσεων και της ανάπτυξης των χερσαίων μεταφορών, ουσιαστικά περιέπεσε σε παρακμή και οι κάτοικοί του οδηγήθηκαν στην (εξωτερική και εσωτερική) μετανάστευση.

Υπάρχει μία φωτογραφία του χωριού η οποία χρονολογείται το 1905, πριν δηλαδή επέλθει, οριστικά τουλάχιστο, η παρακμή αυτή και η οποία θεωρώ ότι αντιπροσωπεύει μια καθημερινή εικόνα του χωριού κατά τον 19ο αιώνα, έστω και αν ο αιώνας αυτός –όταν η εικόνα αποτυπώθηκε στο χαρτί- ήταν πλέον παρελθόν. Η εν λόγω φωτογραφία αποδίδεται στον Γερμανό αρχιτέκτονα και αρχαιολόγο Wilhelm Dörpfeld (1853-1840) και έχει δημοσιευθεί από διαφόρους εκδότες(28). Παρουσιάζει ένα μικρό παραλιακό χωριό με τις γύρω πλαγιές σπαρμένες με αμπέλια και μια αμμουδερή παραλία όπου στοιβάζονται τα βαρέλια με το κρασί, καθώς οι παραγωγοί του και τα υποζύγιά τους περιμένουν υπομονετικά το βαπόρι που θα το μεταφέρει μακριά (βλ. εικόνα 6).

Ο Άγιος Νικήτας το 1905 (φωτ. Wilhelm Dörpfeld )

Μια εικόνα η οποία διαφέρει σαφέστατα από την σημερινή εικόνα του Χωριού, όπου τα αμπέλια έχουν εκλείψει, έχει αυξηθεί η δόμηση ( κυρίως λόγω παραθεριστικών κατοικιών) και έχει μειωθεί η αμμουδιά, λόγω της ανθρωπογενούς παρέμβασης(29).

Η ανάπτυξη του παραλιακού οικισμού καθόρισε ουσιαστικά και την ονομασία του Χωριού. Είναι γνωστό ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε ήδη επί Ενετοκρατίας η Εκκλησία του Αγίου Νικήτα (chiesa di s.Nichita), πιθανότατα σε θέση παρακείμενη στην ακτή και δίπλα στην μοναδική πηγή ποσίμου νερού στη περιοχή(30). Καθώς η παλαιά αυτή εκκλησία είχε ιδρυθεί από κάποιους άλλους – προσωρινούς ίσως- κατοίκους που δεν υπήρχαν πλέον στη περιοχή, κάποια στιγμή «ανακαλύφθηκε» από τους νέους εποίκους. Το θρησκευτικό συναίσθημα των ανθρώπων αυτών, είναι γνωστό ότι όχι μόνο δεν επέτρεπε την καταστροφή του ιερού μνημείου, αλλά επέβαλε την ανακαίνιση του και την λατρεία του ως προστάτη άγιο της περιοχής….[…]

Με δεδομένο ότι υπάρχει άτομο φέρον το όνομα του Αγίου, το οποίο γεννήθηκε το 1814, πρέπει η ανακάλυψη της παλιάς εκκλησίας από τους νέους κατοίκους της περιοχής να είχε προηγηθεί της χρονολογίας αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση πιθανότατα δεν έγινε κάποια ανακαίνιση ή ανακατασκευή της εκκλησίας στη θέση του παλιού κτίσματος, καθώς επιλέχθηκε και πραγματοποιήθηκε τη δεκαετία του 1830, η οικοδόμηση ενός νέου ναού του Αγίου, σε κοντινό οικόπεδο, μεγαλυτέρων διαστάσεων, ώστε να προκύψει κτίσμα ικανό να εξυπηρετήσει τις αυξημένες ανάγκες του νέου χωριού.

Πιθανότατα στην εξεύρεση αυτής της λύσης συνέβαλε ο νέος «Μητροπολίτης Λευκάδος και Αγίας Μαύρας» Ευγένιος Β΄ (Φέτσης) ο οποίος είχε επιλεγεί εκ των ιερέων του Νησιού και ανέλαβε καθήκοντα το 1834(31). Σώζεται και σήμερα παλαιό σπίτι στον χωριό του Αγίου Νικήτα, το οποίο φέρεται κατασκευασμένο το 1836 και το οποίο οι παλιότεροι αποκαλούσαν «σπίτι του Δεσπότη» και το οποίο ανήκε στην οικογένεια της αδερφής του Ευγενίου (Σουζάννας Φέτση). Η τελευταία από το 1805 ήταν σύζυγος του Μιχαήλ Φίλιππα του Δημητρίου, ο οποίος, όπως και ο Μητροπολίτης ο Ευγένιος ,γεννήθηκε και κατοικούσε στο « Δρυμώνα». Στα μέσα της δεκαετίας του 1830, ο Ευγένιος(32) ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, ενώ το ζεύγος Φίλιππα μετοίκησε στον Άγιο Νικήτα στο λεγόμενο «σπίτι του Δεσπότη»(33).

Σήμερα επιπλέον γνωρίζουμε ότι το 1841 είχε ολοκληρωθεί ο ναός του Χωριού καθώς έγινε (προφανώς με συμμετοχή του Μητροπολίτη) χειροτονία ενός ιερέως, του Ευσταθίου Κατωπόδη(34) και ότι το 1848, ο ανιψιός του Μητροπολίτη και κάτοικος του Χωριού Νικόλαος Φίλιππας του Μιχαήλ, δώρισε στην εκκλησία, την εικόνα του Αγίου, για να τοποθετηθεί στο τέμπλο της(35). Εάν ευσταθεί και η προφορική πληροφορία ότι και οι λοιπές εικόνες του τέμπλου, οι οποίες είναι παλαιότερες κατά μία εικοσαετία, προέρχονται από τον Ι.Ν. του Αγίου Χαραλάμπους, της Πόλεως, νομίζω ότι είναι προφανές ότι ο Μητροπολίτης Λευκάδος δεν επέδειξε απλά το αναμενόμενο θεωρητικά ενδιαφέρον (λόγω των οικογενειακών δεσμών του με το Χωριό) αλλά δραστηριοποιήθηκε έντονα επιλύοντας προβλήματα και δυσκολίες που καθυστερούσαν την λειτουργία του ναού. Έτσι εξηγείται ότι παραδόθηκε αυτός στους κατοίκους, εντός 7ετίας από την χειροτονία του Ευγενίου, ενώ είχε προηγηθεί αδράνεια τουλάχιστον 20 ετών από την ανακάλυψη της παλαιάς εκκλησίας και από την άφιξη κατοίκων στη περιοχή.

Ασαφείς παραμένουν οι παράγοντες, βάσει των οποίων επιλέχθηκε ως πολιούχος Άγιος, ο επίσκοπος Χαλκηδόνος Νικήτας, ένας άγιος άγνωστος τότε στις εκκλησιαστικές αρχές του Ελληνορθόδοξου δόγματος(36) και όχι κάποιος άλλος συνονόματός του, γνωστότερος στο ευρύτερο κοινό. Η προφορική παράδοση(37) το αποδίδει σε ανεύρεση παλαιάς εικόνας του Αγίου, πιθανόν στο χώρο του ανακαλυφθέντος ναού του 18ου αιώνα, όμως το γεγονός δεν έχει επιβεβαιωθεί από κάποιον από τους κατοίκους της περιοχής. Δεν υπάρχει κανένα εν ζωή πρόσωπο που να βεβαιώνει την ύπαρξη της εικόνας αυτής και δεν υπάρχει τέτοια εικόνα στον νέο ιερό ναό, ή σε κάποιο μουσείο του νησιού. Μοναδική ένδειξη που συνηγορεί στην ύπαρξη τέτοιας εικόνας, είναι η απεικόνιση του Αγίου στο εσώφυλλο της έντυπης ακολουθίας του που συγγράφηκε από τον μοναχό Ιάκωβο Μελενδύτη, το 1861 στο Άγιο Όρος και εκδόθηκε το 1919 στη Λευκάδα. Σ’ αυτήν ο Άγιος, απεικονίζεται όρθιος ως «δυτικόμορφος» επίσκοπος, ευλογών και φέρων στο αριστερό χέρι το άγιο Ευαγγέλιο. Πιθανότατα, η μορφή αυτή είναι εμπνευσμένη από την αρχική εικόνα του Αγίου η οποία ίσως να υπήρχε τότε στο ναό, αλλά πλέον είτε έχει καταστραφεί είτε έχει χαθεί.

Εικόνα του Αγίου από το εσώφυλλο της έντυπης ακολουθίας του (1919). Ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο γι’ αυτή, η εικόνα του αγίου Νικήτα που υπήρχε στον αρχικό ναό (18ος αιώνας)

Η ύπαρξη αυτής της εικόνας, δικαιολογεί την επιμονή των κατοίκων ότι ο Άγιός τους, δεν ταυτίζεται με τον Μεγαλομάρτυρα Νικήτα που αναπαριστάται συνήθως ως νεαρός πολεμιστής. Ο συσχετισμός όμως με τον Αρχιεπίσκοπο Χαλκηδόνος, έγινε πιθανότατα από μοναχούς στο Άγιο Όρος[…]

Με δαπάνη του Νικολάου Φίλιππα (1848), φιλοτεχνήθηκε η εικόνα του Αγίου στο τέμπλο του ιερού ναού, όπως αναφέρθηκε. Δεν είναι γνωστή καμία άλλη λεπτομέρεια της κατασκευής της εικόνας (αγιογράφος, τυχόν πρότυπο του καλλιτέχνη, τόπος κατασκευής κ.λ.π.). Η «δυτικόμορφη» όμως μορφή της , με τον Άγιο καθήμενο σε επισκοπικό «μπαρόκ» θρόνο, μας κάνει να υποψιαστούμε ότι η προέλευση της είναι από τα Ιόνια Νησιά, γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το 1848, ο άγιος Νικήτας, είχε επιλεγεί μεν ως πολιούχος του χωριού, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο βίος του και χωρίς την ύπαρξη κάποιας ακολουθίας του η οποία θα ψαλλόταν στον ήδη αναγερμένο ναό του. Αυτά καθορίστηκαν αργότερα, με ενέργειες του Πανταζή Φίλιππα (1861).

Ο άγιος Νικήτας στο τέμπλο της ομώνυμης εκκλησίας σε σύγκριση με τον άγιο Σπυρίδωνα, Κερκυραίου αγιογράφου, της ιδίας χρονικής περιόδου.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί, ότι η ζωή των κατοίκων του Χωριού κατά την περίοδο που εξετάζουμε (19ος αιώνας) απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ειδυλλιακή, για όλες τις τάξεις των κατοίκων του, καθώς έπρεπε να ημερώσουν την άγρια φύση ώστε να έχουν κάποια παραγωγή, να εργασθούν σκληρά πολλές ώρες, να επιβιώνουν κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες και να επιλύουν συνεχώς προβλήματα ελλείψεως υποδομών και χρηματοδότησης, πράγμα που πολλές φορές ήταν πρακτικά αδύνατο.

Ο Π.Γ. Ροντογιάννης δημοσίευσε ένα χειρόγραφο κείμενο του 19ου αιώνα, ενός αγρότη με το όνομα Σπυρίδων Φίλιππας, γεωργού, κατοίκου Δρυμώνα(46) το οποίο είναι ουσιαστικά ένα ημερολόγιο του αγρότη της περιοχής και αποτελεί ένα απλό κείμενο που μας βοηθά να κατανοήσουμε τον καθημερινό αγώνα και τις αντίξοες συνθήκες εργασίας του. Οι καιρικές συνθήκες, οι αρρώστιες των φυτών, οι τιμές του κρασιού, οι επιδημίες, οι φυσικές καταστροφές είναι τα κύρια γεγονότα που καταγράφονται στο ημερολόγιο αυτό, αποδεικνύοντας ποια θέματα θεωρούνταν σημαντικά για τους αγρότες της εποχής του. Αντίστοιχα- μικρότερης ίσως σημασίας κείμενα- έχει αναφέρει ο Α.Μ. Φίλιππας, προερχόμενα από κατοίκους του Αγίου Νικήτα και συγκεκριμένα των αδελφών Νικολάου Αθαν. Φίλιππα(47) και Διονυσίου Αθαν. Φίλιππα(48) και τα οποία αναφέρονται κυρίως σε οικονομικά θέματα(49). Αντιγράφω στο σημείο αυτό ένα χαρακτηριστικό μικρό τμήμα του πρώτου κειμένου, που αναφέρεται στον Άγιο Νικήτα του 1891:

«Την 11 Ιανουαρίου τρικυμία της θαλάσσης εκ του εόνος ούκε ηκούσθη. εχαλασε τελιοτικός τώ φαναρη είς τώ φρούριο, εσικοσε έν καραβιον ψιλά κε τώ πήγε είς την γήν χωρίς να τω βλαψη. Από την γύρα εσικόθη ή άγρια θάλασσα από τον μαΐστρο τραμουντάνα κέ έπεσε είς τα χοράφια είς τώ βαρκό.

Είς Άγιον νικήτα ή θάλασα από τα καντούνια επέρασε κέ έφθασε έος του οσπιτίου του μπούμπουκα(50). εμβίκε από τα παράθιρα είς το σπιτι του χαράλαμπου του καλαμάκη(51) κε τον εζίμηοσε, τους εκατέστρεψε τα αμπέλια είς τον κάπρο. Τώ κονδρί τώ μεγάλο είς το γλυκό νερό κτιπόνταστο άνιξε από πάνο κέ έκατζε. αν εζιγιάζονταν ηθέλε ζηγίση άμετρες μονάδες οκάδες»(52)

Ο ερειπωμένος ανεμόμυλος («Μύλος του παππά-Θωμά») που δεσπόζει στη κορυφή του λόφου, Δυτικά από το Χωριό, είναι από τα λίγα υπάρχοντα σήμερα ίχνη του πρώτου εποικισμού της περιοχής. Ανήκε σε σόι που μετοίκησε στο Χωριό από το Δρυμώνα τη δεκαετία του 1830. Λέγεται ότι τελικά δεν λειτούργησε ποτέ, καθώς όταν επεχείρησαν να τον εγκαταστήσουν, ο δυνατός άνεμος παρέσυρε την φτερωτή, βαθιά στην ανοικτή θάλασσα.

Από το δεύτερο κείμενο, του Φίλιππα Νικολάου του Αθανασίου παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα, όπου δικαιολογεί τους λόγους για τους οποίους καταγράφει τα γεγονότα και περιγράφει την αγχώδη ζωή του:

«…διότι εκείνα όπου επέρασα εγώ ούτε εχθρός μου να μην τα απεράσει. Τα γράφω αυτά δια να ιδούν οι άλλοι το τι επέρασα εγώ εις την άτυχη ζοή μου και πως ευρίσκομαι σήμερα ο Θεός γνωρίζει…»

Τέλος παραθέτω ένα απόσπασμα από το κείμενο του Φίλιππα Διονυσίου του Αθανασίου που περιγράφει την εξαγωγή του κρασιού από το Χωριό:

«τη 15 Δεκεμβρίου 1881 Ήλθε το παπόρι εις το ναγιονικητα και έβοιγαλε τα βαρέλα και στασδεκεεφτά Δεκεμβρίου και 18 ήλθε και φόρτωσε το παπόρι και εμπίκα μέσα και ήλθανε και ηγάλι(54) μέσα είς το κατογι εκι οπου εμετράαμε το κρασί ήλθε στις 23 Ιενουαρίου 1882 το παπόρι και αποφόρτωσε»(55)

Από το τελευταίο απόσπασμα, προκύπτει αναμφίβολα και η μεγάλη αξία του Χωριού, ως εμπορικό κέντρο για τα αγροτικά προϊόντα – κυρίως κρασί- της Δυτικής Λευκάδας, κατά τη χρονικά αυτή περίοδο. Ο ρόλος του αυτός επιβεβαιώνεται και από το κείμενο της αναφοράς προς τον μητροπολίτη Λευκάδος και Αγίας Μαύρας(56) των κατοίκων της Εξάνθειας, με ημερομηνία 19/03/1883, στην οποία ζητούν αποκατάσταση της οδικής σύνδεσης με τον Άγιο Νικήτα(57) και από την οποία παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«…Επειδή επήλθεν ήδη η εποχή της μεταφοράς του πωληθέντος οίνου μας, καταστροφή δε ανεπανόρθωτος θα επέλθη εις τα συμφέροντα των ειρημένων οικογενειών, διοτι τοιαύτην έχομεν συμφωνίαν με τους αγοραστάς εμπόρους. Ίνα μεταφέρωμεν τον οίνον ημών εις τον λιμένα του Αγίου Νικήτα.

Επειδή τα πλοία περιμένονται από ημέρας εις ημέραν προς παραλαβήν του πωληθέντος οίνου εκατοντάδων βαρελιών, θα είμεθα δε υπεύθυνοι εις αποζημιώσεις παραλείποντες να παραδώσομεν τούτον εμπροθέσμως….»

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονισθεί ότι οι αγρότες της περιοχής, εκτός των άλλων αντιξοοτήτων, είχαν να αντιμετωπίσουν και την υψηλή σεισμικότητα της περιοχής. Τον 19ο αιώνα, στην περιοχή έγιναν 3 ισχυροί σεισμοί: Το 1815 μεγέθους 6,3 R, το 1825 μεγέθους 6,5 R και το 1869 μεγέθους 6,4R(58). Παραθέτω μια περιγραφή του τελευταίου από το «χρονικό του Φίλιππα»:

«Δεκεμβρίου 16 ημέρα τρήτη ξημερώματα έος μία όρα να φεξη ήσος μιαμιση, σεισμός μέγας εγένετο εις την νίσον λευκάδος, εκατέστρεψε τη χόρα. Σημπερένετε να εζημίοσε εις την καταστροφήν τον οσπιτίον, εις χυμούς ελέου και ήνου εις σήτον και ζημίαις άλλον πολόν ιδόν έος καταστροφήν εκλησιόν εος 300000 χιληάδες τάλαρα. Το ελεο εχήθη και εκατεβη εις την θάλασσαν και το εμάζοναν ή πτωχή. επλάκωσε και 15 ανθρόπους. Εις δε την εξοχή ολίγη ζημίαν. Αι μεγάλε δυνάμεις αγγλια, γαλύα και τουρκύα έστηλαν δορεαν αλεύρια και γαλέτα, ταύλες προς βοίθηαν πλύθος……»(59)

Στο ίδιο κείμενο υπάρχει αναφορά για επιδημία ευλογιάς στη περιοχή, το 1869(60) , ενώ υπάρχουν προφορικές πληροφορίες ότι η φυματίωση έκανε θραύση στο Χωριό για μεγάλο διάστημα, κάτι που φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τη βιβλιογραφία(61).

Ολοκληρώνουμε την παρουσίαση του Αγίου Νικήτα του 19ου αιώνα με την παρουσίαση ενός κατάλογου των αρρένων κατοίκων του Χωριού το έτος 1878, που προέκυψε κυρίως με επεξεργασία των στοιχείων του Εκλογικού Καταλόγου 1875 και του Μητρώου Αρρένων 1879 του Δήμου Εξανθείας. Ο κατάλογος αυτός φωτογραφίζει τμήμα από το έμψυχο δυναμικό του Χωριού σε μια περίοδο ακμής του και αριθμεί 91 άρρενες κατοίκους, πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο συνολικός πληθυσμός του ανερχόταν τότε στα 200 άτομα περίπου. Το στοιχείο αυτό συμβαδίζει με τα δεδομένα της βιβλιογραφίας για τον πληθυσμό του, καθώς -στην δύση του 19ου αιώνα- φέρεται να έχει 215 κατοίκους (βλ. εικόνα 8).

Ο Δήμος Εξανθείας στα τέλη του 19ου αιώνα85. (Η αναφορά «Τελ. Φυλ.» δηλώνει ότι στο Χωριό τότε υπήρχε τελωνιακό φυλάκιο).

Για τις παραπομπές, το παράρτημα και ολόκληρη την εργασία πατήστε [ΕΔΩ]

Σχετικά άρθρα:Το χωριό «Άγιος Νικήτας» στη ΒΔ Λευκάδα τον 20ο αιώνα
Ο Άγιος Νικήτας μέσα από τη ματιά του Νίκου Κατωπόδη (Πανοθώμου)
Εικόνες του Αγίου Νικήτα από το 1964 μέχρι το 1980

Προηγουμενο αρθρο
Το Λιμεναρχείο Λευκάδας ενημερώνει για έκτακτα καιρικά φαινόμενα
Επομενο αρθρο
Η Ένωση Συλλόγων Γονέων για την υποβάθμιση Γυμνασίου και Λ.Τ. Βασιλικής

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *