HomeΕΛΙΞΗΡΙΑ ΜΝΗΜΗΣΤρύγος του αμπελιού και τρύγος του μόχθου

Τρύγος του αμπελιού και τρύγος του μόχθου

Έχουν πολύ δίκιο όσοι εμπνεύστηκαν και ύμνησαν περισσότερο από κάθε άλλη αγροτική εργασία τον τρύγο. Δεν υπάρχει αλήθεια άλλη γεωργική ασχολία που να κρύβει μέσα της τόση ειδυλλιακή χάρη και ευγένεια. Τρύγος του αμπελιού και τρύγος του μόχθου.

3

Ο χωρικός σκύβει πάνω από το μυρωδάτο κλήμα, οσμίζεται το μελωμένο τσαμπί κι’ ευφραίνεται η καρδιά του. Οι πλούσιοι θεϊκοί χυμοί, που γεύονταν οι Ολύμπιοι και συμπονούσαν τον άνθρωπο, θα θρέψουν τώρα τη φαμελιά και θα ικανοποιήσουν χίλιες δυο ανάγκες. Είναι η καλότυχη πραγμάτωση της προσδοκίας του φτωχού χωρικού.

Η Λευκάδα έχει το κρασί σαν ένα από τα κύρια προϊόντα της, μετά το λάδι. Παλιότερα μάλιστα και για αιώνες ολόκληρους ο χυμός τ’ αμπελιού κρατούσε προνομιακά την πρώτη θέση. Γι’ αυτό και η Λευκάδα είναι περισσότερο γνωστή σαν νησί τ’ αμπελιού παρά της ελιάς.

Η φύση του νησιού ώθησε το χωρικό της σ’ αυτή την προτίμηση. Ορεινό το νησί και κακοτράχαλο δεν προσφέρεται εύκολα για άλλες καλλιέργειες. Έτσι όλα τα πλάγια, και τα πιο ορεινά ακόμα, κάθε λαγκαδιά και κάθε ίσιωμα τρέφει καρποφόρο αμπέλι.

8
Το χώμα στα πλαγερά συγκρατιέται απ’ τις πολλές λιθιές καμωμένες με πέτρες που βγαίνουν από το ξεχώνιασμα… Με τούτο τον τρόπο το κατηφορικό έδαφος, εκεί που δεν μπορεί καλά-καλά να σταθεί κανείς ή να περπατήσει μεταβάλλεται σ’ ένα σύνολο ελαφρά «κεκλιμένων» επιπέδων, που δίνουν στο χωρικό την αυταπάτη της καλής και ίσιας γης.

Η προετοιμασία για τον τρύγο αρχίζει πολύ νωρίς. Κάμποσον καιρό πριν θα κοιτάξει ο χωρικός τα βαγένια του, σε ποια κατάσταση βρίσκονται, τις κάδες, την πατητήρα και θα φροντίσει ν’ αγοράσει – αν του χάλασαν τα παλιά – καλάθια και κοφίνια. Θα τριτσώσει βέβαια και τις νέες του προβιές.

bareliΠρώτα βγάζει – κατά τον Αύγουστο – τα βαγένια έξω στην αυλή και τα πλένει. Τα μεγάλα βαγένια τα πλένει και μέσα στο κατώγι του. Για να πλυθούν πρέπει να μπει άνθρωπος μέσα. Προτιμάνε τα παιδιά. Το πλύσιμο γίνεται με ξερή θρουμπόσκουπα και άφθονο νερό.

Ανάλογα με τις ανάγκες και τη σοδειά κανονίζει και τη χωριτικότητα των «αγγειών» του. Έτσι μερικά βαγένια τα κονταίνει και κάνει άλλα μικρότερα, βαρέλες, βαρελόπουλα, καρατέλα κ.λ.π. Άλλα επίσης τα «ξεφουντώνει» και σάζει τις δούγες.

Ευκαιρία να δουλέψουν και οι «βαγενάδες», οι μαστόροι, πα’ να πει, που έρχονται κάθε τέτοιαν εποχή από την Ήπειρο, με δυο σκεπάρνια, ένα πριόνι, μια αρίδα, μια πλάνια και μια κουβέρτα, στον ώμο.
Όλο το χωριό κάτι φκιάνει. Παντού μαστορεύουν ετούτη την εποχή. Μαστορεύουν και τα παιδιά κάνοντας, το επάγγελμα και την ασχολία των μεγάλων παιγνίδι. Η χαρά τους είναι ν’ αρπάζουν τα μεγάλα σιδεροστέφανα από τα λυμένα βαγένια και να τα κυλάνε στους δρόμους.

Αυτές τις ημέρες καλοπερνάνε και τα ζώα, που θα μεταφέρουν τα σταφύλια ή το μούστο. Τα ταΐζουν με βρώμη και σανό, τα βόσκουν καλά για νάναι γερά για τον «κουβάλο».

4

Όταν αρχίσει ο τρύγος, αρχίζει με φούρια. Κάνουν και τη μέρα νύχτα. Για να βγει η δουλειά πέρα – στις πιο πολλές περιπτώσεις σμίγουν δυο ή τρεις οικογένειες μαζί. Τότε ο τρύγος γίνεται «ανταμικός». Πρωί-πρωί ξεκινάνε μ’ όλα τα χρειαζούμενα γυναίκες κι’ άντρες. Οι κουβαλητάδες βιτσίζουν τ’ άλογα, γιομάτοι κέφι. Οι γυναίκες με τ’ άσπρα τους ψιλοΰφαντα μαντήλια, καμαρώνουν καθώς περπατάνε ολόϊσιες κι’ ολόστητες με τα κοφίνια στο κεφάλι και τα καλάθια κρεμασμένα στα δυο τους μπράτσα. Οι στράτες γιομίζουν κόσμο, γιομίζουν χωρατά, τρανταχτά γέλοια και νευρώδη αλογομούλαρα.

5

Η δουλειά αρχίζει. Οι γυναίκες γιομίζουν βιαστικά, βιαστικά τα καλάθια, τα βάνουν ψηλά στο κεφάλι τους και τ’ αδειάζουν σε μιαν άκρη του αμπελιού, στο «σωρό». Έτσι καθώς κινούνται καμαρωτές είναι να τις χαίρεσαι. Καθώς ξεπροβάλλουν ανάμεσα απ’ το πράσινο αμπέλι μοιάζουν σωστές, νεράϊδες που πετιούνται ανάμεσα από πλούσιες φυλλωσιές.

1

Οι άντρες παίρνουν σταφύλια απ’ το σωρό και τ’ αδειάζουν μέσα στις προβιές: Μέσα σε ασκιά που δεν αργάστηκαν καλά, δηλαδή. Έπειτα με τις γροθιές τους ζουπάνε τα σταφύλια, τα γιομίζουν καλά σε προβιές. Το φόρτωμα όμως έχει τη λεβεντιά: Αρπάζουν την προβιά από κάτω και μια και πάνω στο σαμάρι. «Μωρέ πώς τη φόρτωσε σαν άχερο». Αυτό όμως δεν γίνεται με τα κοφίνια. Αυτά έχουν δύσκολο φόρτωμα.
Στο σπίτι περιμένει ο πατητής. Το πάτημα γίνεται έτσι: Στήνουν στην αυλή ή στο κατώγι μια κάδη μεγάλη. Επάνω από την κάδη τοποθετούν την πατητήρα. Αυτή είναι ένα κασόνι ξύλινο και πολύ γερό, σε σχήμα κανονικού τραπεζιού ανοιχτού στο απάνω πλατύ μέρος, και που στη στενή πλευρά του έχει δύο βραχίονες εφαπτόμενους και παράλληλους για να μπορεί να στηρίζεται η πατητήρα στο γύρο της κάδης.

6

Ο πατητής μπαίνει μέσα, βουλώνει τη μικρή πορτίτσα στο κάτω μέρος, κι’ έπειτα αφού γιομίσει σταφύλια αρχίζει το πάτημα. Στα πόδια του βάνει μικρές προβιές για να γίνεται πιο ξεκούραστη η δουλειά. Τα φορτώματα πάνε κι’ έρχονται κ’ αυτός απάνω στην πατητήρα θα πιεί νερό, εκεί θα κολατσίσει ή θα ρουφήξει γρήγορα κανένα καφέ. Όταν γιομίσει η κάδη, μούστο και τσίπουρα, την αδειάζουν στα βαγένια που είναι στημένα μέσα στο κατώγι.

9

Κατά τις δέκα γίνεται κολατσό, στο πόδι όμως για να μη χασομερίσουν. Κολατσίζουν συνήθως με αλμυροσαρδέλλες και μπόλικο λάδι. Στην καλλίτερη περίπτωση έχουν και τυρί, από τις γίδες τους, κι’ είναι τόσο νόστιμο αυτό το φαγητό που δεν τ’ αλλάζουν με τίποτα. Απλούστατα γιατί είναι τόσο πεινασμένοι… κι’ έχουν υπερβολική αγάπη στη δουλειά τους. Η λιτότητα του Λευκαδίτη είναι βέβαια μια αρετή, μα που την απόχτησε, μονάχα, για να βολεύει τη φτώχεια και την ανέχειά του.

7

Κατά το μεσημέρι αρχίζουν ν’ αγναντεύουν προς το χωριό βάνοντας το χέρι αντήλιο. Αγναντεύουν και περιμένουν. Και να, σε λίγο προβαίνει η κοπέλλα με μια κοφοπούλα στο κεφάλι – φέρνει το γιόμα. Σκεπασμένο μ’ άσπρο κάτασπρο ολοκάθαρο μεσάλι που μοσκοβολάει πάστρα και νοικοκυριό.
Η δουλειά θα συνεχιστεί ως το ηλιοβασίλεμα. Κατά το βραδάκι με τη δροσιά τα καραβάνια του Τρύγου ξεκινάνε για το χωριό απ’ όλες τις γωνιές, από κάθε μονοπάτι. Το χωριό ξαναβρίσκει τη φωνή του που μπήκε κελαρυστή σαν από χίλια δυό ρυάκια.
—————————————————————————————————–
Σημείωση: Το κείμενο είναι του Πανταζή Κοντομίχη. Αποτελεί μέρος άρθρου που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 1963 στην εφημερίδα «Λευκαδίτικη αντίλαλοι» με τίτλο: «Ο Τρύγος».

Προηγουμενο αρθρο
Συγχαρητήριο μήνυμα Μητροπολίτη προς τους επιτυχόντες 2014
Επομενο αρθρο
Το Άρωμα Λευκάδας σήμερα επιτέλους έφτασε στην έδρα της Περιφέρειας στην Κέρκυρα!!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *