HomeΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣΤo ρυάκι που δακρύζει

Τo ρυάκι που δακρύζει

«Αμαλία φέρε νερό στο κορίτσι, να πάρει μια ανάσα, να του πω κι εγώ τι θέλω, να ξαλαφρώσω, τριάντα πέντε χρόνια περιμένω, δεν ξέρω πώς πέρασαν έτσι, πώς έφυγε η ζωή μου, πώς χάνονται οι άνθρωποι απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, άγια γυναίκα η μανούλα της, πρόσχαρη, σεβαστικιά, καλή σύντροφος και μάνα, αδικοχαμένη κι εγώ είχα την… τύχη να τη βρω, εκεί στο ρυάκι, όπως τη βρήκα δίχως να μπορέσω να κάνω κάτι ως άνθρωπος, μα να που για όλα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή.

Λοιπόν που λες Ράνια, ήμαστε φίλες με την Καίτη, βρισκόμαστε στο κτήμα, τυχερές που περνούσε από εκεί το ρυάκι και έτρεχε γάργαρο νεράκι. Δεν είχαμε νερό στα σπίτια τότε, κουβαλούσαμε από πηγάδια, το θυμάσαι νομίζω. Κάθε Χειμώνα πλέναμε στο ρυάκι τα ρούχα και μιλούσαμε για όλα. Δεν είχαμε άλλο ελεύθερο χρόνο, πολλές οι υποχρεώσεις στην οικογένεια κυρίως όμως μεγάλος αγώνας για το μάζεμα της ελιάς. Mε το που ερχόταν η Άνοιξη το νερό λιγόστευε και το Καλοκαίρι εξαφανιζόταν, το ρυάκι όμως έμενε και περίμενε τις πρώτες βροχές του Φθινοπώρου να δροσιστεί και να δεχτεί το νεράκι να κυλάει στα σπλάχνα του.

Ουφ, εκείνη την κακιά μέρα του Μάρτη βγήκε λαμπερός ο ήλιος απ’ το βουνό και τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια. Τα παιδιά είχαν φύγει για το σχολείο, φόρτωσα τα άπλυτα ρούχα στον Ντορή μου, ένα κόκκινο άλογο που δίχως αυτό δεν έκανα ούτε μια στιγμή. Θα πάω στο κτήμα είπα, να τα πλύνω, να μαζέψω και χόρτα, να βρω και την Καίτη να πούμε τα δικά μας, τώρα που τελειώσαμε τις ελιές και πήραμε μια ανάσα. Βγήκα από το χωριό, στο δρόμο συνάντησα χωριανούς κι εκείνη την κουτσομπόλα , κακόχρονο να’ χει. Δε θα πάει καλά η μέρα μου, σκέφτηκα, αλλά πάλι ας μην είμαι προληπτική και φώναξα τον Ντορή μου να βαδίσει πιο γρήγορα, να γυρίσω σπίτι πριν έρθουν απ’ το σχολείο τα παιδιά.

Σταυροκοπήθηκα μπροστά στην εκκλησιά, πήρα μια ανάσα και προχώρησα. Σε λίγη ώρα ήμουν στο κτήμα και άκουγα το θόρυβο του νερού στο ρυάκι, που τώρα μου φάνηκε διαφορετικός, ενώ το άλογο χλιμίντρισε παράξενα και έκανε στον αέρα ένα αλλοπαρμένο σάλτο. Τι έπαθες, του φώναξα και κάνεις έτσι; Το έδεσα στον κορμό μιας γέρικης ελιάς, να βοσκήσει κι εγώ να ξεφορτώσω τα ρούχα. Αγρίεψε αντί να ηρεμήσει, τρόμαξα, κοίταξα γύρω, πήρα κάποια και βάδισα προς το λόμπο, το πιο βαθύ μέρος του ρυακιού, που μαζευόταν πολύ και γάργαρο νερό, κατάλληλο και αρκετό για το πλύσιμο. Η ζωή μου ξαφνικά σταμάτησε εκεί, όταν αντίκρισα, ωχ Παναγία μου , μια γυναίκα μπρούμυτα στο νερό, ακίνητη, με τα φουστάνια να φουσκώνουν και το πρόσωπο να μη φαίνεται καθόλου.

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα μαρμαρωμένη, ώσπου να συνειδητοποιήσω το θέαμα. Πλησίασα, τη γύρισα ανάποδα, ναι ήταν αυτό που υποψιάστηκα, η φίλη μου η Καίτη, τι φίλη αδερφή μου δηλαδή. Έβγαλα μια κραυγή, δε θυμάμαι πόσο δυνατά και πόση ώρα φώναζα. Το μόνο που ξέρω είναι πως λιποθύμησα μετά κι όταν συνήλθα είδα γύρω μου χωριανούς από τα γειτονικά χτήματα να προσπαθούν μάταια να τη συνεφέρουν, να πετάνε σε μένα νερό να συνέλθω και το γέρο Ηλία τον πεθερό της να χτυπάει το κεφάλι του και να μοιρολογεί για το κακό που τον βρήκε δίχως να το πάρει χαμπάρι, μια και κλάδευε στην πάνω μεριά του χτήματος.

Το άλογο φυσικά το είχα ξεχάσει, τα ρούχα τα παράτησα σε μια γωνιά, το καβάλησα και τράβηξα γρήγορα για το χωριό, να βρω τους δικούς της, να φέρουμε γιατρό, ασθενοφόρο κάτι. Βλέπετε τότε δεν είχαμε τηλέφωνα να πάρει η ευχή, ο χρόνος είχε χαθεί, με το γέρο Ηλία και τη γυναίκα έμειναν οι άλλοι, εγώ ήξερα το σπίτι στο χωριό. Όμως για κακή μου τύχη κανένα δε βρήκα εκεί. Δένω το άλογο στην αμυγδαλιά της αυλής, ο άνδρας της μου είπε ένας γείτονας είχε πάει Αθήνα για εξετάσεις, ο αδερφός και η νύφη της εργάζονταν σε ένα άλλο χωράφι έξω από το χωριό στο δημόσιο δρόμο. Βγήκα στο δρόμο λοιπόν, κάθισα στη μέση να σταματήσω διερχόμενο αγροτικό, ήταν κι αυτά πολύ λίγα τότε, παρακάλεσα τον οδηγό να με πάει εκεί που ήθελα, τα‘ χασε ο άνθρωπος, άγνωστος ήταν δεν καταλάβαινε κιόλας τι έλεγα, αλλά πήγαμε τελικά. Τι να πω τώρα στους ανθρώπους… δεν ήταν και χαζοί, κατάλαβαν. Ο χρόνος περνούσε, ύστερα όλα έγιναν όπως έπρεπε, γιατρός, ασθενοφόρο, Νοσοκομείο, επιβεβαίωση απλά του γεγονότος.

Κλαίγανε και τα πουλιά εκείνη τη μέρα από το θαύμα που συνέβη. Το ρυάκι από τότε δε στερεύει το Καλοκαίρι, αλλά στο σημείο εκείνο δακρύζει, γιατί δεν μπορεί η φύση να ξεχάσει την Καίτη που έφυγε τόσο νέα και με τέτοιο άδικο τρόπο. Αυτά Ράνια μου είχα να πω, χρόνια τώρα, ξαλάφρωσα, κάναμε ό,τι μπορούσαμε, στην ουσία δεν έκανα τίποτα δηλαδή, το κακό είχε γίνει όταν εγώ έφτασα στο ρυάκι. Στα μάτια σου βλέπω τα ματάκια της, ίδια είσαι, τέλειωσα, σταματάω, πες τώρα και τα δικά σου, εγώ τα έφαγα τα ψωμιά μου όμως το κορίτσι μου με προσέχει, να είναι καλά, γι αυτό είμαι ενενήντα πλας».

Η κυρία Αρετή αγκάλιασε τη Ράνια, πήρε βαθιά ανάσα και σταμάτησε, ανάσαινε δύσκολα μια και το αναπνευστικό την ταλαιπωρούσε και άρχισε να κλαίει. Η Αμαλία είχε φέρει καφέ και νερό, τα δυο κορίτσια γνωρίστηκαν, η Ράνια ήταν τώρα κι αυτή συγκινημένη. Κάθε μέρα έκανε αυτή τη διαδρομή το βραδάκι του Αυγούστου με τον άνδρα της, σήμερα όμως εκείνος είχε κάποια άλλη υποχρέωση και για να μη χάσει τον περίπατο πέρασε μόνη, κάνοντας μια μικρή αλλαγή και να που η κυρία Αρετή την είδε. «Όλα τελικά έχουν τη νομοτέλειά τους. Ήταν για να τα πούμε, να σε δω, να μιλήσουμε, κάθισε λιγάκι θα εξηγήσεις γιατί καθυστέρησες, έπρεπε να μιλήσω ασταμάτητα, φοβήθηκα μήπως πάλι δεν προλάβω, ήταν χρέος μου να σε κοιτάξω κατάματα, η ζωή περνάει, εμείς διαβαίνουμε…».

Τη σταμάτησε εδώ η Αμαλία η κόρη της , δεν ήθελε άλλο να στενοχωρεί τη Ράνια και η ίδια να επιβαρύνει την ήδη βεβαρυμμένη υγεία της. Όση ώρα έμειναν μαζί, συζήτησαν για το παρόν, τις οικογένειες, τα παιδιά, τη δουλειά τους, τον τόπο και τη χώρα τους. Μόνιμη διαμονή η Αθήνα, το Καλοκαίρι όμως το περνούσαν στο χωριό, μαζευόταν κόσμος, γίνονταν εκδηλώσεις, ζούσαν όμορφα και ξεχνούσαν τη σκληρή ζωή της πόλης, για να την ξαναθυμηθούν στο τέλος του Αυγούστου με την επιστροφή. H Ράνια ευχαρίστησε την Αμαλία για τη φιλοξενία και την κυρία Αρετή για όλα, κυρίως όμως για τη μαρτυρία της, τους ευχήθηκε τα καλύτερα, έδωσαν υπόσχεση να ξαναβρεθούν ως το τέλος της σεζόν και με βαριά βήματα βγήκε στο στρατί, να τελειώσει έναν περίπατο διαφορετικό από αυτό των άλλων ημερών.

Εκείνο το βράδυ η συνάντηση της Ράνιας με την κυρία Αρετή τη γύρισε πολλά χρόνια πίσω και ζωντάνεψε τη χειρότερη στιγμή της ζωής της, τον απροσδόκητο θάνατο της μητέρας της στο κτήμα και όλα όσα ακολούθησαν εκείνη την αποφράδα μέρα. Γι’ αυτό δεν πέρασε από την πλατεία που την περίμενε ο άνδρας της, να καθίσουν στο καφενείο του χωριού με άλλους χωριανούς που κι εκείνοι βρίσκονταν για λίγες μέρες στα πάτρια εδάφη. Γύρισε στο σπίτι της από το στενό χωμάτινο μονοπάτι και εξήγησε το λόγο καθυστέρησης στα παιδιά, που δεν έδωσαν σημασία, αντίθετα βιάστηκαν να τη χαιρετήσουν και να κατεβούν στην πόλη για τη βραδινή διασκέδαση.

Τριάντα πέντε χρόνια πριν σε τίποτα δεν έμοιαζε το αγροτικό χωριό με το σημερινό ορεινό θέρετρο του νησιού. Υπήρχε μόνο η αγροτιά, πολλοί κάτοικοι που ποτέ δεν πήγαιναν στην Αθήνα και στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά είχαν ένα διηνεκή και δύσκολο αγώνα επιβίωσης. Οικογένειες παραδοσιακές, πατριαρχικές τις περισσότερες φορές, με τον άνδρα να δίνει εντολές και τη γυναίκα να εκτελεί. Όχι πως δεν εργάζονταν οι άνδρες, αλλά αυτοί είχαν το δικαίωμα να ξεκουραστούν στο καφενείο, να σχολιάσουν , να παίξουν διάφορα παιχνίδια. Όλο το χρόνο καλλιεργούσαν κάτι, είχαν αμπέλια, ελιές, οπωροφόρα δένδρα, σπαρτά, κήπους και προσπαθούσαν να μην τρέχουν στη Χώρα για αγαθά που είχαν την ικανότητα να κάνουν μόνοι τους.

Χρειαζόταν σκληρή δουλειά και αντοχή, υπομονή και δύναμη. Οι εκκλησιές γεμίζανε κόσμο τις Κυριακές ή τις γιορτές, γιατί πάνω από όλα έβαζαν την πίστη και την ελπίδα πως η δύναμη και το βιος αποκτώνται μόνο με τη βοήθεια του Θεού. Όλοι μαζί στα πανηγύρια, στις χαρές και τις λύπες και η ζωή κυλούσε δίχως τουρισμό και χωρίς πάρε δώσε με ξενομερίτες. Οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές, η γειτονιά στενός κοινωνικός κρίκος, δεν υπήρχε τότε φόβος για ληστεία και ο καθένας βοηθούσε το γείτονα ή τη γειτόνισσά του όπως μπορούσε.

Η Καίτη ήταν ευτυχισμένη που αξιώθηκε να παντρευτεί στο χωριό της, με προξενιό φυσικά, και να δημιουργήσει μια όμορφη οικογένεια. Είχε καλό σύντροφο, δυο υγιέστατα παιδιά και την πατρική της οικογένεια κοντά στο νέο της σπίτι. Δούλευε από το πρωί ως τα μεσάνυχτα, για να προλαβαίνει τις υποχρεώσεις της, ήταν πολύ κοινωνική και πλήρως υποταγμένη στους κανόνες της θρησκείας. Την πίεζε το περιβάλλον της να μη στείλει τα παιδιά της για σπουδές, αλλά να τα κρατήσει κοντά της, για να έχει βοήθεια, ειδικά το κορίτσι. Τίποτα εκείνη, επέμενε να τα απαλλάξει από την αγροτιά, να ζήσουν πιο ανθρώπινα όπως έλεγε. Και ήρθε η στιγμή να ανοίξουν τα φτερά τους και να φύγουν. Το αγόρι καθηγητής έκανε τώρα το στρατιωτικό του . Η Ράνια της γιατρός, έκανε την ειδικότητά της στο Λαϊκό της Αθήνας! Μια φορά είδε μια φωτογραφία, που της προκάλεσε δέος, μα ακόμη δεν κατάφερε να ταξιδέψει στην πρωτεύουσα και να καμαρώσει την κόρη της από κοντά.

Τελευταία ταλαιπωρούσαν τον άνδρα της πόνοι στην κοιλιακή χώρα και παραπονιόταν. Του έβραζε ροφήματα, αλλά όσο ο καιρός περνούσε τα πράγματα χειροτέρευαν. Με τον ερχομό του Μάρτη, τέλειωσαν και το μάζεμα της ελιάς. Ο καιρός ήταν κατάλληλος για εξετάσεις στην Αθήνα όπως τους είπε η Ράνια . Της είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη , το Λαϊκό μεγάλο νοσοκομείο και η κόρη τους ειδικευόμενη γιατρός! Σίγουρα θα έβρισκε άκρη, να ηρεμήσουν κι από τα γιατροσόφια. Του ετοίμασε τα ρούχα, πήρε την έγκριση του φαντάρου γιου, έφτιαξε καλούδια που άρεσαν στη Ράνια και τον συνόδεψε ως το λεωφορείο, που θα τον πήγαινε Αθήνα. «Να μου φιλήσεις το κορίτσι και να προσέχεις», «κι εσύ να προσέχεις, όχι πολλή κούραση, όχι νηστεία σαν πας στο χωράφι και να είσαι πάντα κοντά στον πατέρα μου». Φιλήθηκαν, πρώτη φορά μπροστά σε κόσμο το έκαναν αυτό, κοιτάχτηκαν με αγάπη κι αγωνία, εκείνος ανέβηκε στο λεωφορείο για την Αθήνα, ενώ η Καίτη επέστρεψε στο χωριό με μια ανεξήγητη στενοχώρια, με πολλές σκέψεις και προβληματισμό. Τη φτώχεια την άντεχε, την αρρώστια όχι κι ήταν ακόμη νέοι ούτε πενήντα, με πολλά όνειρα να μειωθούν οι δουλειές και να δουν τα παιδιά τους και τη νέα τους ζωή, προφανώς καλύτερη από τη δική τους.

Δυο μέρες μετά κι ενώ είχε περάσει η Καθαρή Δευτέρα, η Καίτη πήγε στο πατρικό της. Ήταν πικραμένη, δε μιλιόταν . «Έλα μέσα να σου φτιάξω καφέ, τι κάνεις έτσι, να μας πεις και νέα από την Αθήνα. Καλή σαρακοστή να έχουμε, θα την κρατήσουμε κι εφέτος ολόκληρη, κοίτα μη λιποψυχήσεις», της είπε η νύφη της και την έβαλε να καθίσει. Δάκρυσε εκείνη «καθόλου δε με πήραν τηλέφωνο, ο πεθερός μου φωνάζει να πάω στο καφενείο, να καλέσω τη Ράνια, πού να φωνάζω να με ακούνε οι άνδρες και να λένε τα δικά τους. Πες στον αδερφό μου να πάει αυτός και θα του πληρώσω το τηλεφώνημα, όσο για τη σαρακοστή και φυσικά θα την κρατήσω, ειδικά φέτος που ο άνδρας μου είναι άρρωστος, να τον κάνει καλά η Φανερωμένη». Βούρκωσε, σταμάτησε να μιλάει, ήπιε τον καφέ με το κουλουράκι, έφαγε λουκούμι τριαντάφυλλο, το αγαπημένο της και κοίταξε τη νύφη της απόκοσμα, σα να την έβλεπε για τελευταία φορά.

Εκείνο τον καιρό στο χωριό υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο στο καφενείο. Από κει ειδοποιούσαν για σοβαρές περιπτώσεις. Οι θαμώνες φυσικά άκουγαν τις συνομιλίες κι έτσι δεν υπήρχαν μυστικά. Τα γράμματα αργούσαν να έρθουν, επομένως δεν υπήρχε άμεσος τρόπος επικοινωνίας και η αγωνία έφτανε στο κατακόρυφο. « Μην αγχώνεσαι, όλα καλά θα πάνε, ίσως δεν βγήκαν ακόμη οι εξετάσεις, θα πάει για τηλέφωνο ο αδερφός σου, αν μέχρι το βράδυ δε μας πάρουν, θα σε σκοτώσει το άγχος, άσε το γέρο Ηλία να μουρμουρίζει και κοίταξε τον εαυτό σου». Μετά τα καθησυχαστικά λόγια της νύφης της η Καίτη σηκώθηκε να επιστρέψει στο σπίτι της «Αύριο το πρωί λέω να πάρω τον πεθερό μου και να πάμε με το άλογο στο κτήμα. Θα τον βάλω καβάλα, θα φορτώσω και τα ρούχα που έχω για πλύσιμο και αν μου μείνει χρόνος θα σου μαζέψω κι εσένα λάχανα. Έχει εκεί πολλά, είναι καλά τώρα που νηστεύουμε, ελπίζω να μην αργήσουν οι εξετάσεις, να μην έχει καμιά παλιοαρρώστεια, όλα να είναι εντάξει και να επιστρέψουμε στην πρωτινή μας ησυχία».

Εξαφανίστηκε στη στροφή του δρόμου σαν αγέρας. Η νύφη της σταυροκοπήθηκε και γύρισε στη δουλειά της. Ο άντρας της δεν είχε έρθει ακόμη από το χωράφι, να τον στείλει στο καφενείο για τηλεφώνημα, αλλά ούτε μέχρι το βράδυ εκείνης της μέρας έμαθαν κάτι για την Αθήνα.

Την άλλη μέρα το πρωί η Καίτη ετοιμάστηκε για το κτήμα, αφού πήρε τη συγκατάθεση του πεθερού της να πάει κι εκείνος μαζί. Καβάλα στο άλογο ο γέρο Ηλίας με τα απαραίτητα φορτωμένα και πίσω εκείνη πεζή και συννεφιασμένη. Με το που έκλεισε το πορτόνι, γύρισε και κοίταξε επίμονα το σπίτι, πρώτη φορά έρημο, μετά την απουσία τόσων ανθρώπων που καθημερινά βρίσκονταν εκεί. Εκείνη τη διαδρομή την έκανε συχνά, αλλά με τον άνδρα της που τώρα αγωνιούσε για την υγεία του. Ο ήλιος ξεπρόβαλε απ’ το βουνό και της χαμογελούσε, μα εκείνη βάδιζε με τα μελαγχολικά της μάτια χαμηλωμένα. Δεν είχε όρεξη να φάει κάτι για πρωινό, το πήρε μαζί της, ίσως αργότερα αισθανόταν καλύτερα.

Καλημέρισαν τους θαμώνες των καφενείων, που εκείνη την ώρα τέλειωναν τον πρώτο καφέ τους κι ετοιμάζονταν για τις δουλειές τους. Κανένας τους δεν ξέχασε να ρωτήσει για τον άνδρα της, κάνοντάς της την ψυχολογία ακόμη πιο βαριά. Πέρασαν το μεγάλο τρίστρατο με τις ανθισμένες μυγδαλιές, που κάνανε παραδεισένιο το τοπίο με τη βοήθεια του ήλιου.

Μετά από λίγη ώρα μπήκαν στο μεγάλο κτήμα. Το άλογο σταμάτησε στην άκρη μιας ξερολιθιάς, να κατεβεί ο καβαλάρης του κι έπειτα ξεφόρτωσαν τα άπλυτα ρούχα κι όσα είχαν πάρει μαζί τους για τις ανάγκες της μέρας. Το ζώο ζύγωσε στο χορτάρι , να βοσκήσει και να ξεκουραστεί. «εγώ νύφη μου θα πάω ψηλά στο σύνορο, να κλαδέψω λίγο, μια και δεν μπορώ να κάνω άλλη εργασία, εσύ δούλευε δίχως βιασύνη και φάε κάτι, θα τα προλάβουμε ως το δειλινό κι όλα θα πάνε καλά, θα δεις. Φώναξέ με αν χρειαστείς κάτι κι αν έρθει η Αρετή, να πείτε τα νέα , αλλά με ρέγουλα». Έτσι της μιλούσε πάντα ο σοφός Ηλίας κι εκείνη τον σεβόταν και δεν του χάλαγε χατίρι. «Εγώ ξέρω τι θα κάνω, εσύ όμως πρόσεχε μην πάθεις κάτι και με εξαφανίσει ο γιος σου», του είπε και τον κοίταξε σα να μην τον είχε ξαναδεί.

Άρχισε ο γέρο Ηλίας να ανεβαίνει αργά στην κορυφή του κτήματος για κλάδεμα, οι γείτονες ακούγονταν πιο κάτω που μιλούσαν μεγαλόφωνα, το άλογο είχε αφοσιωθεί στη βοσκή του, ό ήλιος κοίταζε τώρα από ψηλά, στον Μαρτιάτικο ουρανό η Καίτη τον αντίκρισε και τον παρακάλεσε να της δώσει δύναμη. Πήρε τα ρούχα και τις σκέψεις της, η Αρετή δεν ήρθε σήμερα, το ρυάκι όμως ήταν κατακάθαρο, την περίμενε και την καλημέρισε. Εκείνη πλησίασε το λόμπο, έβαλε τα πρώτα ρούχα κι άρχισε να πλένει, ύστερα κι άλλα κι άλλα. Κάποτε ο κόσμος σκοτείνιασε, έκανε το σταυρό της, είπε να φωνάξει, αλλά συνέχισε να τελειώσει, τώρα που το ρυάκι της πρόσφερε το γάργαρο νερό του. Έδωσε κουράγιο στον εξουθενωμένο εαυτό της, πίστεψε θα τα καταφέρει , έφτασε στο τελευταίο ρούχο, έσκυψε λίγο περισσότερο, ο κόσμος της χάθηκε, η ώρα περνούσε, όλα πλέον ήταν σκοτεινά. Κάποτε έφτασε εκεί και η Αρετή…

KATEΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ
Φωτογραφίες: Fritz Berger

Προηγουμενο αρθρο
Δρομολόγια του ΚΤΕΛ θα εκτελούνται την Κυριακή προς την Μονή φανερωμένης
Επομενο αρθρο
Οι Λευκαδίτες της Πρέβεζας

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *