HomeΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΥπάρχει και ο ποιητής… (Σικελιανού εγκώμιο οφειλόμενο)

Υπάρχει και ο ποιητής… (Σικελιανού εγκώμιο οφειλόμενο)

Του Δημήτρη Σπ. Τσερέ

sikelianou-apanthisma-1Διαβάστε εδώ το Ανθολόγιο Σικελιανού

 

IM000776.JPGΜέγας θόρυβος έχει αναστατώσει εσχάτως τη θερινή ραστώνη της μικρής μας νήσου: Θα γίνει το Μουσείο Σικελιανού; Δεν θα γίνει; Κι αν δεν γίνει, ποιος θα φταίει; Η Εθνική Τράπεζα; Ο Δήμαρχος; Αλλά ποιος Δήμαρχος; Ο τωρινός ή ο προηγούμενος; Και δόστου γραπτά και δόστου ανακοινώσεις των εμπλεκομένων και δόστου παρεμβάσεις τρίτων, που θεωρούν ότι έχουν λόγο βαρύνοντα επί του προκειμένου που κακώς δεν ακούγεται…

Και τώρα…πάλι νηνεμία και άπνοια. Όπως όλες οι τρικυμίες του είδους αυτού, έτσι κι αυτή δεν κράτησε πολύ. Τα πράγματα ηρέμησαν. Ο δημόσιος διάλογος επί του θέματος έχει κλείσει. Μέχρι την επόμενη τρικυμία. Σε ένα, σε δύο, σε τρία χρόνια; Κανείς, νομίζω, δεν ξέρει. Εγώ πάντως όχι. Αλλά βρίσκω την ευκαιρία, με αφορμή το θέμα του Μουσείου, να πω δυο λόγια για τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Γιατί υπάρχει και ο ποιητής!

Με το θέμα του Μουσείου αυτό καθαυτό δεν θα ασχοληθώ. Νομίζω μόνο ότι η Λευκάδα, όπως το συνηθίζει όλη η Ελλάδα, πρωτοτυπεί για μια ακόμα φορά. Θέλω να πω ότι η έριδα εξαντλείται στο ποιος θα αναλάβει το κόστος της κατασκευής του Μουσείου. Ενώ, κατά τη γνώμη μου, προηγούνται άλλα θεμελιώδη ερωτήματα, που αν δεν απαντηθούν υπεύθυνα και τεκμηριωμένα, η έριδα αυτή καθίσταται άνευ αντικειμένου. Είναι γνωστά τα ερωτήματα αυτά, αν και δεν εμφανίζονται στον δημόσιο διάλογο. Ως εκ τούτου, δεν θα τα αναφέρω, διότι δεν θέλω να εμπλακώ στη σχετική συζήτηση που θα με ξεστρατίσει από τον βασικό μου στόχο.

Ο βασικός μου στόχος είναι να θυμίσω ότι, πέραν του Μουσείου, υπάρχει πρωτίστως ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, το καύχημα της Λευκάδας και όλης της Ελλάδας, ο μεγαλύτερος ποιητής της νεότερης Ελλάδας – λέω μετά λόγου γνώσεως «ο μεγαλύτερος», ξέροντας ότι πάρα πολλοί θα σκανδαλισθούν και θα με περιποιηθούν αναλόγως(1). Δεν λέω ότι τα Μουσεία είναι άχρηστα. Επιτελούν κι αυτά μια σημαντική πολιτισμική λειτουργία, τηρουμένων βεβαίως ορισμένων βασικών προϋποθέσεων. Αλλά επιμένω: το μείζον είναι ο ποιητής – καλύτερα: η ποίησή του.

1000Και ο Σικελιανός είναι μέγας ποιητής. Μπορεί να κατηγορηθεί (και κατηγορείται) ότι απεραντολογεί, καθώς ο μυσταγωγός Σικελιανός υπερισχύει του ποιητή Σικελιανού, και ότι η απεραντολογία αυτή μαζί με τη συνοδό της πολύπλευρη συναισθηματική διάχυση δυσχεραίνει την ενότητα (άρα: και την ποιητική ολοκλήρωση) των εκτενών ποιητικών του συνθέσεων∙ ότι είναι στρυφνός και, ενίοτε, ακατάληπτος∙ ότι είναι πολλές φορές εγωκεντρικός μέχρις αυτισμού∙ ότι, εξ αιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, καταβάλει, μέχρι εξοντώσεως, ακόμα και τον επαρκή και ευνοϊκό αναγνώστη του. Και δεν είναι χωρίς βάση οι κατηγορίες. Κι εγώ, που γράφω αυτά που γράφω, και κάποιοι φίλοι, που η γνώμη τους συγκλίνει σε πολλά με τη δική μου, ξέρουμε καλά ότι πολλές φορές το διάβασμα των πολύστιχων ποιημάτων του σε φέρνει στα όριά σου – και στο κλείσιμο του βιβλίου!

Παρά ταύτα, και όλων αυτών ισχυόντων, επιμένω: ο Σικελιανός είναι «ο μεγαλύτερος». Όσο και να ξεσκαρτάρεις το «ποιητικό του χαρτοφυλάκιο», όσες «επισφάλειες» κι αν αφαιρέσεις, η αποτίμηση αυτού που απομένει είναι υψηλότερη κάθε άλλου ομοτέχνου του. Δεν θα επιχειρήσω αναλυτική τεκμηρίωση των λεγομένων μου – ο χώρος δεν προσφέρεται γι’ αυτό. Θα κάνω μόνο μερικές «αδέσποτες», κατά τη λαϊκή έκφραση, αλλά καίριες, ελπίζω, επισημάνσεις: Ο Σικελιανός «γεννήθηκε» ποιητής. Και είναι ο μόνος που είναι «από την κούνια του» ποιητής. Οι άλλοι μεγάλοι ποιητές μας σπούδασαν, διάβασαν, ασκήθηκαν, κόπιασαν βάδισαν σταδιακά στον ανηφορικό δρόμο της ποιητικής ωρίμανσης και καταξίωσης. Ο Σικελιανός όχι. Αυτός, εκεί λίγο πάνω από τα είκοσί του (λίγα μόλις χρόνια μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Λευκάδας, όπου μόλις και μετά βίας με ένα «σχεδόν καλώς» περνάει την κάθε τάξη – γι’ αυτά θα μιλήσουμε κάποια άλλη φορά) γράφει τον Αλαφροϊσκιωτο, που βρίσκεται πολύ πάνω από τον μέσο ποιητικό όρο της εποχής, αυτό το ορμητικό ποτάμι που σε παρασέρνει σε ένα ιλιγγιώδες, αλλά και μεθυστικό, λυρικό ταξίδι που δεν γνωρίζει όρια τόπου και χρόνου. Διαβάζοντάς τον απορείς: «Μα είναι δυνατόν; στα είκοσί του; αυτόν τον απέραντο λεκτικό πλούτο, αυτή την απίστευτη σε πλάτος και, άχρι μυελού οστέων, βιωμένη γνώση του λαϊκού πολιτισμού πότε πρόλαβε να τα αποκτήσει; μήπως βρισκόμαστε ενώπιον βιολογικού παράδοξου;»; Και έτσι κοντεύω, εγώ τουλάχιστον, να πιστέψω ότι η Μούσα, την οποία επικαλούνταν οι αρχαίοι ποιητές, δεν είναι πλάσμα της φαντασίας των αρχαίων ημών προγόνων αλλά θεότητα πραγματική – αυτή μιλάει με το στόμα του Άγγελου! Ας συγκρίνουμε τι έχουν γράψει στα είκοσί τους οι μείζονες έλληνες ποιητές. Θα είναι μια πολύ διδακτική σύγκριση.

Μικρή παρέκβαση: Παραθέτω χωρίς σχόλιο (τι να χωρέσει σε λίγες λέξεις από αυτόν τον ορμητικό λυρικό καταρράχτη;) τους τίτλους μερικών ποιητικών του συλλογών που ακολούθησαν τον Αλαφροϊσκιωτο σημειώνοντας και τις χρονολογίες της πρώτης έκδοσης των μεγάλων του συνθέσεων: Ραψωδίες του Ιόνιου: 1909, Επίνικοι Α΄(1912-13), Νέκυια Α΄(1910-1925), Σονέττα, Αφροδίτης Ουρανίας, οι τρεις μεγαλόπνοες μεγάλες συνθέσεις του Πρόλογος στη ζωή: 1915-1917, Μήτηρ Θεού: 1918, Πάσχα των Ελλήνων: 1918, Δελφικός Λόγος: 1927, Νέκυια Β΄, Ορφικά, Ίμεροι, Επίνικοι Β΄ κ.λπ. Σ’ αυτά να προσθέσουμε και τα θεατρικά του, τις τραγωδίες του, τις συγκεντρωμένες τώρα στους (4) τόμους της «Θυμέλης» (Ο Διθύραμβος του Ρόδου: 1932, Σίβυλλα: 1940, Ο Δαίδαλος στην Κρήτη: 1943, Ο Χριστός στη Ρώμη: 1946, Ο Θάνατος του Διγενή: τυπωμένη από το 1948 κυκλοφορεί το 1951, Ασληπιός: τυπώνεται μετά τον θάνατό του, το 1955). Βλέπουμε ότι η μεγάλη ποιητική παραγωγή του Σικελιανού (εξαιρουμένων των τραγωδιών) είναι προγενέστερη του 1931, έτους που εκδόθηκε η Στροφή του Σεφέρη. Κρατάμε αυτή τη διαπίστωση, γιατί θα μας χρησιμεύσει παρακάτω.

Επανέρχομαι: Aν ως προς το «μεγαλύτερος» έχει ο καθένας το δικαίωμα και τη δυνατότητα να αρθρώσει βάσιμο αντίλογο στα παραπάνω, σε ένα σημείο νομίζω ότι, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν θα τα καταφέρει: στο ότι Σικελιανός είναι εντελώς μοναδικός, αδευτέρωτος μέσα στον χώρο της νεότερης ελληνικής ποίησης. Ψάχνω να βρω κάποιον από τους προηγούμενους που να του μοιάζει αλλά δεν βρίσκω. Ψάχνω το ίδιο στους επόμενους, δεν βρίσκω. Τον βλέπω τόσο ξεχωριστό που εκεί στο «έρκος των οδόντων μου» μετεωρίζεται ο υπερφίαλος λόγος: Η ελληνική γραμματολογία πρέπει να αφιερώσει δυο βασικά κεφάλαια στην ελληνική ποίηση. Το ένα θα επιγράφεται «Η νεοελληνική ποίηση» και το άλλο «Η ποίηση του Άγγελου Σικελιανού»!

Είναι χαρακτηριστικό αυτής της ποιητικής μοναδικότητας του Σικελιανού η αμηχανία που προκάλεσε στη νεοελληνική κριτική: Σύμπασα σχεδόν η νεολληνική «καθεστωτική» κριτική και οι έλληνες γραμματολόγοι ορίζουν ως τομή, που ορίζει το πέρασμα στη νεότερη, στη «μοντέρνα», ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα, την έκδοση της Στροφής του Σεφέρη, δηλαδή το έτος 1931 τη στιγμή που ο Αλαφροϊσκιωτος (γραμμένος το 1907 και τυπωμένος το 1909) αριθμεί ήδη 27 χρόνια ζωής! Και τι δεν έχει ο Αλαφροϊσκιωτος από όσα σηματοδοτούν αυτή την περιώνυμη στροφή; Λένε ότι βασικό χαρακτηριστικό αυτής της «νεότερης ελληνικής ποίησης» είναι η κατάργηση της ρίμας (αλλά και όλων των τυπικών μορφικών χαρακτηριστικών της «παραδοσιακής» ποίησης, που, κατ’ αυτούς, λειτουργούν ως βαρίδια στην ποιητική έμπνευση) και η εισαγωγή του «ελεύθερου στίχου. Μα ήδη στον Αλαφροϊσκιωτο του νεαρότατου Σικελιανού αυτά υπάρχουν – πόσο μάλλον στις επόμενες μεγαλόπνοες συνθέσεις του, όπως π.χ. ο Πρόλογος στη ζωή, δημοσιευμένες (όπως μπορεί να δει ο αναγνώστης πιο πάνω δίπλα στον τίτλο κάθε έργου του) και αυτές πολύ πριν την έκδοση της Στροφής του Σεφέρη!

Λένε ότι η «νεότερη ποίηση» καταργεί την απόλυτη νοησιαρχία, ως επιφανειακή και αντιποιητική, και καταδύεται στον βαθύ ψυχισμό του ανθρώπου, απ’ όπου ανασύρει συνειρμούς λέξεων και νοημάτων ανύπαρκτους, κατά την τυπική λογική, αλλά πραγματικά υπαρκτούς μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή ποιητική μήτρα. Μα αυτό είναι σήμα κατατεθέν της ποίησης του Σικελιανού, από τα πρωτόλειά του ακόμα (και του το προσάπτουν μάλιστα ως στοιχείο σκοτεινού και αντιποιητικού ύφους!). Προσέξτε μόνο ένα απόσπασμα από το ποίημά του «Ars minimi II», (Λυρικός Βίος, Φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, τ. ΣΤ΄, Ίκαρος, Αθήνα 1969, σ. 20), που το έγραψε έφηβος ακόμα, κάπου ανάμεσα στα 18 και στα 20 του!

Μ’ ακούς; θα πάρομε άλογα

γοργότερα απ΄αγέρι,

από τα δάση ανάμεσα,

στο τρέξιμο γοργά.

…………………………………..

και τρέχοντας και τρέχοντας

με τα γοργά φτερά τους

να φθάσομε στο θάνατο,

πριν να μας φτάσει αυτός.

Ήδη στο εντελώς πρωτόλειο αυτό ποίημα διακρίνουμε καθαρά, αν και σε εμβρυακή κατάσταση, αυτά τα ποιητικά χαρακτηριστικά, στα οποία μόλις αναφέρθηκα. Γίνεται αντιληπτό τι συμβαίνει στα ώριμα έργα του, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης ανατρέχοντας στο μικρό ανθολόγιο που παραθέτουμε.

Λένε και άλλα οι κριτικοί και οι γραμματολόγοι. Δεν θα επεκταθώ σε όλα. Είπαμε: ο χώρος δεν προσφέρεται. Στα βασικά, στα εντελώς βασικά, προαναφέρθηκα, αποσιωπώντας καίρια στοιχεία της ποιητικής ιδιοφυϊας του Σικελανού – αδικώντας τον λοιπόν, εκών-άκων. Και ένα από τα βασικά, το βασικότερο ίσως – το συγκεφαλαιώνω και το διατυπώνω ευκρινέστερα – είναι ότι η τομή στη νεότερη ελληνική ποίηση δεν γίνεται το 1931 με την έκδοση της σεφερικής Στροφής αλλά το 1909 με την έκδοση του Αλαφροϊσκιωτου. Το ποίημα αυτό «έκοψε με το μαχαίρι» στα δύο την ελληνική ποίηση: Στην πριν από τον Αλαφροϊσκιωτο και στη μετά απ’ αυτόν.

Ο Σικελιανός όμως ήταν μόνος. Δεν σχημάτισε «Σχολή». Με ποιον να τον ταιριάξεις και με ποιον να τον «βάλεις δίπλα» αυτόν τον αταίριαστο, που έμοιαζε με μύστη περισσότερο παρά με συνηθισμένο ποιητή και που εισέβαλε, έφηβος σχεδόν ακόμα, στα χωράφια της ελληνικής ποίησης όχι σαν ταπεινός κάλφας αλλά σαν ισοπεδωτικός εισβολέας; Εξ ου και η αμηχανία των πιο έγκυρων γραμματολόγων πού να τον κατατάξουν, αν και αποδέχονται ανεπιφύλακτα την αξία του και του απονέμουν με γεναιοδωρία τα εύσημα. Και ο Κ.Θ. Δημαράς και ο Λίνος Πολίτης π.χ. τον «ταξινομούν» σε κεφάλαια των οποίων ο τίτλος (αλλά και τα περιεχόμενα) δηλώνει εμφαντικά αυτή την αμηχανία: Ο πρώτος (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ίκαρος, Αθήνα, 1975, σ. 430 κ.ε.) στο 28ο κεφάλαιο της Ιστορίας του υπό τον τίτλο «Ο συναγερμός που τελειώνει 1900-1912», και ο δεύτερος (Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 41985, σ. 227) στο 13ο κεφάλαιο της Ιστορίας του υπό τον τίτλο «Καβάφης, Σικελιανός, Η ποίηση ως τα 1930».

Αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα, για τον ποιητή Σικελιανό. Εμείς, τώρα, που τον θεωρούμε «δικό μας» αυτόν τον τεράστιο ποιητή, εμείς που πασχίζουμε να του κάνουμε Μουσείο και στήνομε ομηρικές έριδες γύρω απ’ αυτό, εμείς ποια σχέση έχουμε με την ποίησή του; Γιατί, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, εν αρχή ην ο ποιητής! Ας θεσουμε λοιπόν το ερώτημα στους εαυτούς μας κι ας απαντήσουμε ειλικρινά. Διαβάζουμε καμιά φορά Σικελιανό; Έχουμε κάποιον τόμο του Σικελιανού στη βιβλιοθήκη μας; Έχουμε αναρωτηθεί πόσα αντίτυπα πουλάει (όχι μόνο πανελλαδικά αλλά και στη Λευκάδα) ο Σικελιανός και πόσα π.χ. η Δημουλά ή η Καρυστιάνη (για να μην πάω σε πιο «κάτω» συγκρίσεις); Θυμάται κανείς πόσοι ήρθαν στη εκδήλωση της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών για τον Σικελιανό (ΣΤ΄ Συμπόσιο της ΕΛΜ, 9 Αυγούστου 2003) και πόσοι στην αντίστοιχη για τη Δημουλά (Ζ΄ Συμπόσιο της ΕΛΜ, 9-11 Αυγούστου 2002);

Βάζω εδώ τελεία στα ενοχλητικά αλλά αναπόφευκτα ερωτήματα. Ώρα να ακουστεί η φωνή του Ποιητή. Γι’ αυτό ετοίμασα το μικρό απάνθισμα που που βρίσκεται στην αρχή του άρθρου. Το κριτήριο της επιλογής των ποιημάτων είναι απολύτως υποκειμενικό και δεν υπακούει σε καμιά άλλη λογική παρά μόνο σε τούτο: να δώσει στο εγχώριο (κατ’ αρχάς) κοινό (αλλά όχι μόνο σ’ αυτό), και κυρίως σ’ ένα κοινό που καθημερινώς σιτίζεται πνευματικά στην τράπεζα των μέσων κοινωνικών δικτύωσης, την ευκαιρία γενικώς να έρθει σε επαφή με ένα μικρό δείγμα της ποίησης του Σικελιανού, κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικό, και ειδικώς να νιώσει κάτι από όσα υποστήριξα παραπάνω. Το αν αυτό θα επιτευχθεί, θα το δούμε.

(1) Επισημαίνω εδώ, για λόγους ιστορικής ακρίβειας, ότι ο Ζήσιμος Λορεντζάτος (στο: Άγγελος Σικελιανός, Ανθολογία, Επιλογή – φιλολογική επιμέλεια Ζήσιμος Λορεντζάτος, Γλωσσάρι Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Ίκαρος», Αθήνα 1998) έχει διατυπώσει την άποψη ότι ο Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα».

Προηγουμενο αρθρο
«Trio Solista» στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Σκάφος προσέκρουσε σε ξέρα κοντά στο Σκορπιό

1 Σχόλιο

  1. Στράτος
    8 Απριλίου 2016 at 10:37 — Απάντηση

    Πάρα πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφεται. Απόλαυσα το κείμενό σας. Κι εμένα με απασχόλησε ο Σικελιανός και μάλιστα με γοήτευσε αυτή η απεραντολογία του. Ο Λυρικός Τιτάνας της νεοελληνικής ποίησης. Ωστόσο αν και διάβαζα με πολύ καλή διάθεση, παρατήρησα μετά από μέρες πως ούτε ένας στίχος του δεν μου έμεινε στο μυαλό ! Κάποια στιγμή μελλοντικά θα διερευνήσω τι είδους ταλέντο είναι αυτό. Χείμαρρος μεν αλλά δίχως ουσία. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσα να τον συγκρίνω με τον Κ.Π. Καβάφη που τόσο διαφορετικός και μπροστά από την εποχή του υπήρξε. Ακόμα παραμένει πρωτοπόρος. Και ανακάλυψε νέο είδος ποίησης. Και επίσης οι στίχοι του μας μένουν στο μυαλό. Βέβαια η περίπτωση Σκελιανού από όλες τις φιλολογικές σκοπιές έχει τεράστιο ενδιαφέρον και σίγουρα περισσότερο από ανάλογους κοσμοπλάστες ποιητές της νεοελληνικής ποίησης. Άλλωστε ο Σικελιανός διατύπωσε πρώτα τη φιλοσοφία του πάνω στην οποία θεμελίωσε την ποιητική του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *