HomeΕΠΙ ΠΑΝΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥΥπέρ Νοσούντων

Υπέρ Νοσούντων

Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.
Παύλου του αποστόλου, Προς Κορινθίους, Β΄, ιβ΄, 9

Τι θα γίνει αν κοιμηθείς και ονειρευτείς πως πήγες στον παράδεισο
κι εκεί έκοψες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι
και τι θα γίνει αν όταν ξυπνήσεις κρατάς το λουλούδι αυτό
στο χέρι σου;

Samuel Taylor Coleridge

ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΔΙΟ. Την γάζωνε ο καρκίνος. Δεν έμεινε πλέον τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε μαλλιά, ούτε κουράγιο. Απόψε ήταν η τελευταία της νύχτα. Το ήξερε… Μύριζε τον θάνατο στο δωμάτιο. Ένιωθε την γεύση του στο στόμα της. Τα φώτα στον θάλαμο χαμηλωμένα. Είχαν φύγει όλοι. «Πρέπει ν’ αναπαυθείς», της είπαν. Λες και σε λίγο δεν θ’ αναπαυόταν για πάντα. Τα παιδιά της δεν τα πήγαν να τα δει τις τελευταίες μέρες. Φοβήθηκαν μήπως τρομάξουν, αν αντικρίσουν αντί για την μάνα τους κάτι κόκαλα σταυρωμένα. Λείψανο κατάντησε. Κι η ανάσα της λιγοστή, όπως η φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει πριν σβήσει, ενώ το λάδι έχει πλέον σωθεί. Σώθηκε το λάδι της. Μα πόσο μπόρεσε να κάψει; Είκοσι επτά μόνον χρονών, τι πρόλαβε να ζήσει;

Παντρεύτηκε μικρή, λες και το ’ξερε… Έγινε μάνα. Ευτυχώς για κείνη. Δυστυχώς για τα παιδιά της: θα ορφανέψουνε νωρίς. Ο άντρας της δημόσιος υπάλληλος, Λευκαδίτης στην καταγωγή. Ο πατέρας της τον διάλεξε. Δεν είπε «όχι». Τον παντρεύτηκε, όπως δέχεται κανείς το πεπρωμένο του. Προκαθορισμένη ζωή: μαγκανοπήγαδο. Εκείνος στην δουλειά, εκείνη στο σπίτι. Κάθε δεύτερο Σάββατο πήγαιναν σε καμιά ταβέρνα. Την Κυριακή στην εκκλησία. Ο άντρας της ήταν θρήσκος. Εκείνη δεν πίστευε και πολύ:

«Άμα πεθάνεις, βράστα! Όσο ζεις κοίτα να χαρείς». Πολύ που χάρηκε… Μήπως τον έρωτα; Πφ! Σανίδες μέτραγε στο ταβάνι. Μήπως ταξίδια; Τώρα θα τα κάνει μαζεμένα, ένα και μακρινό. Τι χάρηκε; Πάντα την πλήγωνε αυτή η λέξη, ακόμα και στην προφορά της: «Χαρά!» Εκείνο το «Χ» στην αρχή, σαν διαγραφή της φαινόταν. Σαν διασταυρωμένα ξίφη. Σαν ήχος από λάμα, που της έσκιζε το λαρύγγι στα δύο.

Βήχας συγκλόνισε το στέρνο της. Ένας κόμπος αίμα ανέβηκε στο στόμα, και τον έφτυσε στο σεντόνι. Ο λεκές απλώθηκε στο λευκό ύφασμα, λες κι άνθιζε τριαντάφυλλο στο χιόνι.

Υγράνθηκαν τα μάτια της. Ο αέρας λιγόστευε… Με κοφτές ανάσες κατάφερε κάπως να συνέλθει. Άνοιξε τα βλέφαρα. Δεν έβλεπε καλά. Σαν να κοίταζε πίσω από θολωμένα τζάμια. Μόνον σκιές ξεχώριζε. Σκιές ακαθόριστες. Μία απ’ αυτές την πλησίασε κι έπιασε τον σφυγμό της. Θα ’ταν ο γιατρός, ήταν η ώρα του.

«Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω, γιατρέ!» ψιθύρισε με κόπο.
Εκείνος δεν μίλησε καθόλου, μόνον ακούμπησε το χέρι του στο μέτωπό της, θα ήθελε να δει τον πυρετό της. Και δεύτερη σκιά στάθηκε δίπλα στην πρώτη, θα ήταν η νοσοκόμα. Οι σκιές τραβήχτηκαν παράμερα και κούνησαν κι οι δυο το κεφάλι, λες και συμφώνησαν για κάτι.
«Πάει, είμαι τελειωμένη!» σκέφτηκε. «Για να κουνούν το κεφάλι τους, σημαίνει πως όπου να ’ναι θα ξεψυχήσω…»
Θυμήθηκε τα παιδιά της, μόνον τα παιδιά της, λες κι ήθελε να εντυπωθεί μέσα της η μορφή τους. Αν μπορούσε να πάρει κάτι μαζί της απ’ αυτόν τον κόσμο, θα ήθελε να είναι αυτό: τα πρόσωπα των παιδιών της.

Ξαφνικά, τα μάτια της γούρλωσαν. Κόντευαν να πεταχτούν έξω απ’ τις κόγχες τους. Ήθελε να φωνάξει, αλλά απλώς ανοιγόκλεινε το στόμα: δεν είχε φωνή… Καίγονταν τα σπλάχνα της. Διψούσε πολύ. Τα χείλη φρύγανο. Η γλώσσα κολλημένη. Ο ουρανίσκος φαρμακίλα. Το αίμα σαν να κυλούσε πιο αργά μέσα στις φλέβες. Πιο κρύο… Η σάρκα της φαινόταν πως ζάρωνε. Τα κόκαλα ράγιζαν, τρίβονταν. Πονούσε. Πονούσε φριχτά! Πονούσε παντού. Έπεσε σε παραισθήσεις…
Είδε τον πατέρα της – χρόνια πεθαμένο – να της χαμογελάει.
«Μπαμπά!» ψιθύρισε δακρυσμένη.
Εκείνος χάθηκε…
Στην θέση του τώρα ήταν η γιαγιά της:
«Ήρθα να σε πάρω!» της είπε.
«Όχι, γιαγιά, όχι, δεν θέλω! Πού θ’ αφήσω τα παιδιά μου; Όχι, είμαι μικρή ακόμα, θέλω να ζήσω, να ζήσω!»
Λιποθύμησε…
Πέρασε ποιος ξέρει πόση ώρα. Συνήλθε. Δεν πονούσε πλέον. Μα δεν ένιωθε και τα μέλη της. Άνοιξε τα μάτια.
«Χριστέ και Κύριε! Πού βρίσκομαι;» προσπάθησε να πει, μα φωνή δεν έβγαινε. Αιωρούταν στο δωμάτιο κι έβλεπε τον εαυτό της ξαπλωμένο στο κρεβάτι.

«Πέθανα!» συλλογίστηκε, μα δεν αισθανόταν φόβο, μόνον μια γαλήνη και μια ευτυχία πρωτόγνωρη.

Κοίταξε τριγύρω. Δεν ήταν μόνη. Δεξιά κι αριστερά της υπήρχαν δυο στήλες φωτεινές. Μορφές δεν ξεχώριζε… Την κρατούσαν απ’ τα χέρια και την οδηγούσαν προς τα πάνω, μέσα σ’ ένα τούνελ επίσης από φως. Μελωδίες αφάνταστα γλυκές ακούγονταν από ψηλά και φωνές ουράνιες που τραγουδούσαν σε μιαν άγνωστη γλώσσα. Τα φωτεινά πλάσματα την κρατούσαν απ’ τις μασχάλες, όπως κρατάς ένα μωρό την ώρα που γεννιέται.
«Άγγελοι!» είπε από μέσα της. «Ώστε… υπάρχουν άγγελοι!»

Δάκρυα ξεπήδησαν απ’ τα μάτια της, κύλησαν στα μάγουλά της, νότισαν τις άκρες των χειλιών της και τα γεύτηκε. Κι έμοιαζαν λευκό κρασί αρωματισμένο με τριαντάφυλλο.

Τώρα, ανέβαιναν ταχύτερα. Η ευδαιμονία ήταν απερίγραπτη! Το τούνελ του φωτός έγινε χρυσοκύανο και ζεστό. Έξω απ’ αυτό υπήρχε απόλυτο σκοτάδι. Και μέσ’ απ’ το σκοτάδι απλώνονταν χέρια σκελετωμένα, με νύχια κοφτερά, που γύρευαν να την αρπάξουν. Οι άγγελοι, όμως, την τύλιγαν με το κορμί τους και την προστάτευαν. Μόλις τα χέρια αγγίζαν τους αγγέλους, γίνονταν στάχτη…

Απότομα, η άνοδος σταμάτησε. Δυο νέες φωτεινές μορφές τους έφραξαν τον δρόμο. Οι άγγελοι φάνηκαν να συνδιαλέγονται μαζί τους αλλά δίχως λόγια, λες και μιλούσαν με μουσική! Ύστερα, έσκυψαν το κεφάλι με συγκατάβαση και την παρέδωσαν στους άλλους.

Τότε, άρχισαν να κατεβαίνουν, πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο ανέβαιναν. Η στήλη του φωτός έμοιαζε ν’ αραιώνει, σαν να λιγόστευε. Τα σκελετωμένα χέρια πλήθαιναν ολοένα. Με δυσκολία πλέον την προφύλαγαν οι δυο προστάτες της απ’ τους δαιμόνους. Οι μελωδίες από ψηλά σταμάτησαν απότομα, κι ακούγονταν πεντακάθαρα τώρα κραυγές ανατριχιαστικές κι αλυσίδες που σέρνονταν…

Η κοπέλα έτρεμε σύγκορμη. Κροτάλιζαν τα δόντια της ακατάπαυστα, κι ο ήχος αντιχτυπούσε στο κρανίο της και την τρέλαινε.
Οι φρουροί της την αγκάλιασαν σφιχτά. Το φως είχε σχεδόν σβήσει, το τούνελ χανότανε, ο δαιμονικός κλοιός στένευε επικίνδυνα….
Ξάφνου, ένιωσε ένα τρομερό τράνταγμα! Κι ύστερα τίποτα…
Άνοιξε δειλά τα βλέφαρα. Τα ’κλεισε θαμπωμένη. Αχτίδες αιχμηρές τρυπώσανε στις κόρες των ματιών της και την πόνεσαν. Δάγκωσε τα χείλη και ξαναδοκίμασε. Μέσα σε λάμψη εκτυφλωτική διέκρινε μια σκιά που όλο πλησίαζε…
«Όχι, Θεέ μου, όχι πάλι. Όχι άλλο φως, όχι άλλες σκιές. Θέλω να πεθάνω!» φώναξε δυνατά. Κι αυτήν την φορά – πράγμα παράξενο – βγήκε κανονικά η φωνή μες απ’ το στόμα.
Η σκιά κοντοζύγωσε και στάθηκε από πάνω της:
«Τι έπαθες, αγάπη μου; Είσαι καλά;»
Μα, αυτή η σκιά ήταν… ο άντρας της!
«Έβλεπες εφιάλτη;» την ρώτησε τρυφερά και την φίλησε στο μέτωπο.
Εκείνη πετάχτηκε πάνω. Κι όχι μόνον μπορούσε να πεταχτεί, αλλά δεν πονούσε διόλου! Κοίταξε τα χέρια της: δεν υπήρχαν οροί, δεν υπήρχαν βελόνες…
«Πού βρίσκομαι;» ψέλλισε.
«Μα, στο σπίτι μας, πού ήθελες να βρίσκεσαι;» της είπε.
«Και το νοσοκομείο; Η αρρώστια;»
Αυτός ταράχτηκε:
«Ποιο νοσοκομείο; Ποια αρρώστια;»
Εκείνη δεν μίλησε. Έτρεξε στον καθρέφτη και κοιτάχτηκε.

Ήταν όμορφη, όπως πριν αρρωστήσει! Και τα μακριά, μαύρα μαλλιά της έπεφταν απ’ το κεφάλι της σε μπούκλες. Γονάτισε στο πάτωμα κι έμπηξε τα κλάματα. Κλάματα γοερά, σαν του μικρού παιδιού.

Ο άντρας της την κοίταζε κατάπληκτος. Όταν συνήλθε απ’ την σαστισμάρα του, την έσφιξε πάνω του και την φιλούσε.
«Έλα, έλα!» της είπε. «Όνειρο ήταν, εφιάλτης! Πέρασε, πέρασε πια!»
Αυτή έκλαιγε τώρα σιωπηλά και δεν έλεγε να σηκωθεί απ’ το πάτωμα. Εκείνος την μετέφερε αγκαλιά στο κρεβάτι, κι έμεινε δίπλα της χαϊδεύοντάς την και μιλώντας της τρυφερά.
Κάποια στιγμή, ησύχασε κάπως. Σκούπισε τα μάτια της και για πρώτη φορά χαμογέλασε.
«Είσαι εντάξει τώρα;» της ψιθύρισε απαλά στ’ αυτί.
«Ναι, καλά!» είπε εκείνη λίγο στα χαμένα.
«Ωραία! Έχω φτιάξει καφέ. Πιες να συνέλθεις και τα λέμε το μεσημέρι, ναι; Πρέπει να φύγω για την δουλειά. Έχω ήδη αργήσει!»
Την ξαναφίλησε και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Άκουγε τα βήματά του που απομακρύνονταν…
Η γυναίκα κατευθύνθηκε μηχανικά προς το μπάνιο. Γδύθηκε κι άφησε το νερό να κυλήσει στο κορμί της, νιώθοντας την ευεργετική του επίδραση. Άθελά της ανατρίχιασε, ήρθε στον νου της η ζεστασιά των αγγέλων…
«Τι όνειρο, Θεέ μου!» σκέφτηκε. «Τι εφιάλτης!» συμπλήρωσε. «Μα, πόσο κράτησε; Σαν να ’ταν χρόνια μου φάνηκε!»

Σε λίγο μπήκε στην κουζίνα και γέμισε την κούπα με αχνιστό καφέ. Μύρισε το διεγερτικό άρωμά του κι ήπιε μια γερή γουλιά απ’ το απολαυστικό χαρμάνι. Γυρνώντας μηχανικά το κεφάλι στο πλάι, η ματιά της έπεσε στο ημερολόγιο: «1 Νοεμβρίου, σήμερα!» είπε. «Καλό μας μήνα!» Κατόπιν, λίγο πιο κάτω, διάβασε το εορτολόγιο: «Αγίων Αναργύρων (Κοσμά και Δαμιανού)».

Πήρε τον καφέ και κάθισε στον υπολογιστή.
«Για να δούμε!» μονολόγησε, πληκτρολογώντας στην μηχανή αναζήτησης: «Άγιοι Ανάργυροι».
Άνοιξε μια σελίδα στην τύχη και διάβασε:
«Οι Άγιοι Ανάργυροι (Κοσμάς και Δαμιανός) σπούδασαν την ιατρική και κατάφεραν, με την βοήθεια του Θεού, να θεραπεύουν κάθε ασθένεια και νόσο, είτε μακρόχρονες είτε βραχύχρονες. Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός ονομάστηκαν Ανάργυροι επειδή δεν δέχτηκαν ποτέ πληρωμή για τις ιατρικές υπηρεσίες τους από κανέναν». Δεν μπόρεσε να διαβάσει άλλη γραμμή. Όλα θόλωσαν γύρω της. Φοβήθηκε πως όταν ξεθολώσουν και πάλι, θα βρίσκεται ακόμα στο κρεβάτι του νοσοκομείου.

Ξάφνου, ακούστηκαν βήματα. Τρόμαξε! Σήκωσε τα δακρυσμένα της μάτια. Σκιές φάνηκαν στο άνοιγμα της πόρτας. Μακριές σκιές… Κινούνταν αργά προς το μέρος της. Το φως που έπεφτε από πίσω τους, την εμπόδιζε να δει καθαρότερα. Οι σκιές προχώρησαν κι άλλο… Πλησίαζαν ολοένα…

Τότε, είδε μπροστά της δύο αγγέλους με τα χέρια ανοιγμένα: τα παιδιά της! Είχαν ξυπνήσει και την αγκάλιαζαν φιλώντας την τρυφερά.

«Καλημέρα, μανούλα!» είπαν, καθώς χώνονταν βαθύτερα στην αγκαλιά της, τρίβοντας τα νυσταγμένα τους ματάκια.
«Καλημέρα, αγγελούδια μου!» είπε κι εκείνη, γεμίζοντάς τα με φιλιά και χάδια. Και στρέφοντας τα μάτια προς το ημερολόγιο, ευχήθηκε τρέμοντας μέσ’ απ’ την ψυχή της:
«Αυτό το όνειρο, Άγιοι μου Ανάργυροι, ας μην τελειώσει ποτέ!»

Δημήτρης Ε. Σολδάτος
«Λευκαδίτικα διηγήματα», α’ έκδοση
Έκδοση: Fagotto books, 2016

Προηγουμενο αρθρο
Σημερινές εικόνες από την λιμνοθάλασσα της Λευκάδας
Επομενο αρθρο
Σε κατάληψη και το 2ο Γυμνάσιο και Λύκειο Λευκάδας - Τα αιτήματα των μαθητών

Δεν υπάρχουν σχόλια

Γράψτε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *